Ο περιττός


Ήταν ένας απ’ αυτούς τους λίγους ανθρώπους που είναι με τον τρόπο τους ξεχωριστοί, διαφορετικοί, που δε μοιάζουν στ’ αλήθεια να ζούνε τη ζωή, αλλά απλά να διαβαίνουν αβίαστα τα μονοπάτια της, σα φαντάσματα και σαν αερικά, προτού αργά ή γρήγορα χαθούν, προτού ξεχαστούν στα άπατα σεντούκια του χρόνου και της καθημερινότητας.

Τον ήξερα προτού να τον γνωρίσω. την εικόνα του ήξερα την τόσο αλλιώτικη. Τον έβλεπα σχεδόν παντού, όπου πήγαινα, νύχτα και μέρα, στη μικρή μας πόλη. Γύρω στα πενήντα, κοντός και λίγο υπέρβαρος, φαφούτης, με μαλλιά που όλο και πιο πολύ έπαιρναν το χρώμα του γκρίζου και μάτια μαύρα, εκφραστικά πολύ, τα οποία αντί να τρομάζουν με το σκοτάδι τους αυτόν που τα έβλεπε, απλά του φώναζαν την καλοσύνη και την αθωότητά του. Αυτό ακριβώς ήταν ο Γιάννης, ένας άνθρωπος αθώος, αγνός, ένας παραπεταμένος της ζωής, που ωστόσο ποτέ του δεν γκρίνιαζε, δεν βαρυγκωμούσε ποτέ. Πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, ακόμη μέσα στις καταιγίδες δίχως ομπρέλα, πήγαιν’ αυτός, κι εγώ, ο ρουφιάνος της ζωής, ο παρατηρητής, έφτασα κάπου να τον ζηλεύω.

Τον ζήλευα επειδή ακόμη δεν τον ήξερα, δεν είχα ιδέα γι’ αυτόν πέρα από την εικόνα που είχα σχηματίσει στο νου μου. Όταν όμως τον γνώρισα, όταν έμαθα την ιστορία του, την τραγική του ιστορία, πήρα να το θαυμάζω, αλλά και να τον ζηλεύω και πάλι. αυτή τη φορά για το κουράγιο του, για της ψυχής του τη δύναμη. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αγγλία, όπως μου είπε, μέσα στα πλούτη. Ο πατέρας του, ένας αγέλαστος και σκληρός πολύ άνθρωπος, ήταν εργοστασιάρχης, κι η μάνα του, η άγια εκείνη γυναίκα -όπως επέμενε να την αποκαλεί ξανά και ξανά- κρατούσε από μεγάλο τζάκι. Είχε και δύο αδέλφια, μεγαλύτερα απ’ αυτόν, που ακολουθούσαν σαν πιστά σκυλιά, με τη γλώσσα έξω και κουνώντας την ουρά, τ’ αχνάρια του πατέρα τους. Όλα στη ζωή του έδειχναν ότι κι αυτός θ’ ακολουθούσε την ίδια προδιαγεγραμμένη πορεία: θα τέλειωνε το σχολείο, θα σπούδαζε και θα έπιανε δουλειά ή στον πατέρα του ή κάπου αλλού, θα γινόταν κάποιος. Αλλά, η μοίρα τα θέλησε αλλιώς.

Είχε δεν είχε πατήσει τα δεκαεννιά του χρόνια όταν από τη μια στιγμή στην άλλη όλα ανατράπηκαν, ο κόσμος του γκρεμίστηκε και έγινε ένας σωρός από ψυχολογικά συντρίμμια και τα έχασε. Απλά τα έχασε. Το μυαλό του, από τη μια στιγμή στην άλλη σάλεψε. Η αιτία; Κάποια νύχτα του χειμώνα, οδηγώντας μεθυσμένος το αμάξι του πατέρα του, μέσα από τους άγριους δρόμους της βροχής, έχασε τον έλεγχό του με αποτέλεσμα να τραυματίσει θανάσιμα μια νέα γυναίκα. Μετά απ’ αυτό η πτώση στην προσωπική του άβυσσο δεν άργησε καθόλου να επέλθει.

Τη θυμάμαι ακόμη. Πέρασαν τριάντα χρόνια κι ακόμη τη θυμάμαι. Θυμάμαι το πρόσωπό της. Τον τρόμο της. Μόλις τη χτύπησα, ξύπνησα, μου πέρασε αμέσως η μέθη. Σταμάτησα, βγήκα έξω κι έτρεξα να τη βοηθήσω. Αλλά ήταν ήδη αργά. Δεν πρόλαβα παρά να δω τα μεγάλα μάτια της να με κοιτούν με απορία. Έμοιαζαν να με ρωτάνε γιατί. Κι εγώ δεν ήξερα τι να απαντήσω. Δεν ξέρω για πόση ώρα έμεινα εκεί, καθισμένος στην άσφαλτο, κρατώντας το κεφάλι της στην αγκαλιά μου. Δε θυμάμαι ούτε τι ένιωθα ακριβώς. Σα μια ταινία η σκηνή παίζει ξανά και ξανά μέσα στην σκέψη μου, αλλά κάθε φορά είναι διαφορετική. Τη μια με βλέπω να κλαίω. Την άλλη απλά να σιωπώ. Το μόνο που θυμάμαι κάποτε είναι το σκοτάδι της νύχτας και η βροχή. Και τα δέντρα. Τα δέντρα νόμιζα ότι θα έπεφταν πάνω μου και θα με πλάκωναν. Μα μόνο τις σκιές τους μου έριχναν. Μακάρι. Μακάρι να έπεφταν. Μακάρι να πέθαινα εκεί. Έτσι σκέφτομαι τώρα. Αλλά… Η μάνα μου. Τι θα γινόταν η μάνα μου αν πέθαινα; Ήμουν πάντοτε ο αγαπημένος της. Ίσως επειδή πάντα την αγαπούσα περισσότερο απ’ τον καθένα. Έτσι, σιωπηλό και βυθισμένο στις σκέψεις μου, με το άψυχο κορμί της κοπέλας στην αγκαλιά μου, με βρήκανε κάποιοι περαστικοί και ειδοποιήσανε την αστυνομία. Δεν ήθελα να την αποχωριστώ. Δεν τους άφηνα να την πάρουν. Δεν ξέρω… Δεν ξέρω πώς να σου εξηγήσω τις πράξεις μου. Δεν μπορώ καν να τις περιγράψω. Ίσως να ένιωθα ότι ήταν δική μου, ότι το θύμα μου μού ανήκε, η Σάρα…

Στην αρχή ήταν το σοκ. Και μετά η συνειδητοποίηση. Η οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι, έστω χωρίς να το θέλει, είχε βάψει τα χέρια του με αίμα. Το μυαλό του πήρε αμέσως να του παίζει παράξενα παιχνίδια. Δεν τον άφηνε να συγκεντρωθεί σε τίποτα και τον ανάγκαζε ξανά και ξανά να επιστρέφει στη μοιραία νύχτα και να τη ζει απ’ την αρχή. Τον τυραννούσε αμείλικτα, δίχως οίκτο, του κατέτρωγε την ψυχή, του σπάραζε τα σωθικά. Μέχρι που πήρε κιόλας να τραυλίζει. Ο δικαστής, βλέποντας την κατάστασή του, αποφάσισε να τον θέσει υπό ιατρική παρακολούθηση, και ο εισαγγελέας δεν έφερε καμία αντίρρηση, αφού δεν πέρασε από κανενός τη σκέψη η ιδέα ότι θα μπορούσε να υποκρίνεται. Τον έκλεισαν λοιπόν σε μια κλινική, τον φόρτωσαν χάπια και αμφιβολίες και πήραν να του μιλάνε και να τον ακούνε με τις ώρες, μέχρι ν’ αρχίσει σιγά-σιγά να βγαίνει απ’ τα σκοτάδια της ψυχής, να αναρρώνει και να ανακτά μια κάποια επικοινωνία με τον έξω κόσμο. τον κόσμο που εκείνος τώρα πια φοβότανε να αντικρίσει. Κάποτε επιτέλους αντιλήφθηκαν ότι οι μέσα του πληγές ήταν βαθιές, πώς ποτέ δε θα γίνονταν εντελώς καλά, κι έτσι του επέτρεψαν να επιστρέψει στο σπίτι υπό την επιτήρηση της μητέρας του, αφού δεν τον θεωρούσαν επικίνδυνο. Όπως και έγινε.

Η μητέρα του, πονεμένη γυναίκα αλλά με δυνάμεις αστείρευτες και πίστη μεγάλη, στάθηκε δίπλα του σα βράχος. Τον φρόντιζε συνεχώς, του μιλούσε, τον άκουγε, με λόγια και με πράξεις προσπαθούσε να τον πείσει να επιστρέψει στη ζωή, κι όσο περνούσε απ’ το χέρι της δεν του χάλαγε χατίρι. Δεν έτρεφε καμία απολύτως αμφιβολία μέσα της ότι με την αγάπη της θα μπορούσε να τον σώσει.

Προτού όμως περάσει καιρός πολύς, προτού καν ανθίσει το χαμόγελο στο πρόσωπό του, η κακοτυχία ήρθε να χτυπήσει την πόρτα της οικογένειας ξανά. Ο πατέρας του πέθανε, έτσι στα ξαφνικά, από ανακοπή καρδίας καθώς περπατούσε στο δρόμο. Ο θάνατός του, η αλήθεια να λέγεται, δε φάνηκε να επηρεάζει και πολύ τον Γιάννη, δεν του προκάλεσε τη θλίψη που θα περίμενε κανείς, αφού από την ημέρα που μπήκε στην κλινική ο πατέρας του έπαψε να τον αντιμετωπίζει σαν γιο του, αλλά πιότερο σαν κάποιον άλλο, σαν κάτι άλλο, σαν ένα παράσιτο, σαν ένα κουνούπι ενοχλητικό που του έπινε το αίμα. Αυτός δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τον τρελό, όπως τον αποκαλούσε ακόμη και μπροστά του, και παρά τις παρακλήσεις της μάνας του. Γι’ αυτό και φρόντισε -αν και ήταν ακόμη πολύ νέος- λες από ένα προαίσθημα, να μοιράσει την περιουσία του ανάμεσα στους άλλους δύο του γιους, τους λογικούς. Όσο για κείνον, θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει στο σπίτι μαζί τους, αλλά μόνο αυτό, τίποτ’ άλλο δεν είχε να περιμένει. Ωστόσο η μάνα του τού έλεγε να μην ανησυχεί για τίποτα, ότι ακόμη κι όταν δεν θα ήταν πια εκεί θα εξακολουθούσε να τον φροντίζει, θα το είχε πάντα υπό την προστασία της.

Δε λυπήθηκα όταν πέθανε ο πατέρας μου. Όχι. Ψέματα. Λυπήθηκα αλλά όχι πολύ. Όσο κι αν τον αντιπαθούσα ήταν ο πατέρας μου. Αλλά όχι, ούτε αυτό. Δεν τον αντιπαθούσα. Απλά δεν τον συμπαθούσα. Έπαψε να με αγαπά επειδή δεν ήμουνα πια αυτός που ήθελε. Δεν ήταν σωστό αυτό. Αλλά και τ’ αδέλφια μου το ίδιο έκαναν. Προτού συμβεί το κακό ήμασταν φίλοι, πηγαίναμε παντού μαζί, μετά ντρέπονταν να εμφανιστούν μαζί μου. Δεν μου το έλεγαν, αλλά εγώ το ήξερα. Κι ας με έλεγαν τρελό. Δεν είμαι τρελός, ποτέ δεν ήμουνα. Απλά έχασα την επαφή μου με τον κόσμο. Όλα τα καταλάβαινα και όλα τα καταλαβαίνω, κι ας δείχνω το αντίθετο. Βλέπεις, η εικόνα μου με βολεύει. Οι άνθρωποι με λυπούνται. Όχι πώς χρειάζομαι τη λύπησή τους, αλλά κάποιοι άλλοι ναι. Τι έλεγα; Α, ναι, για τον πατέρα μου. Όσο τα σκέφτομαι τα πράγματα τόσο περισσότερο τυχερός νιώθω. Ναι, μην με κοιτάς έτσι, το εννοώ. Ήμουν τυχερός γιατί αν δεν τα έφερνε όλα τούμπα η ζωή κάποια μέρα θα καταντούσα σίγουρα σαν κι εκείνον. ένας άνθρωπος χωρίς ψυχή. Έτσι ήταν. Μόνο το χρήμα μετρούσε γι’ αυτόν. Μόνο η δύναμη. Όλους, μα όλους, τους κοιτούσε υποτιμητικά. Ακόμη και τη μάνα μου, που αν δεν ήταν αυτή και η προίκα της, θα ήταν ακόμη μπατίρης. Ωστόσο εκείνη τον ανεχότανε. Εγώ όχι και τόσο. Εγώ καθόλου. Πού και πού, όταν ξάπλωνα στο κρεβάτι μου και δεν μπορούσα να κοιμηθώ έφτιαχνα στο μυαλό μου σχέδια για να τον σκοτώσω. Όχι πώς θα το έκανα ποτέ, αλλά όσο να ’ναι αυτό με ηρεμούσε. Μα ύστερα, όταν πέθανε όλο ένιωθα ενοχές, γι’ αυτά που σκεφτόμουνα πριν. Λες κι ήμουνα εγώ που έκανε την καρδιά του να σπάσει. Η μάνα μου μού είπε κάποτε ότι συμβαίνει αυτό: να μισούν δηλαδή τα παιδιά τους γονείς και να παρακαλούν να πεθάνουν. Ή ακόμη και να τους αγαπούν και να παρακαλούν να πεθάνουν. Εγώ δεν το καταλαβαίνω αυτό. Εγώ τους αγαπώ όλους. Ακόμη και τ’ αδέλφια μου. Γιατί να μην τα αγαπώ; Επειδή έχουν περισσότερα λεφτά από μένα; Αναγκαίο κακό είναι τα λεφτά και τίποτ’ άλλο…

Με πολλές μικρές χαρές και λίγες μεγάλες πίκρες ξόδεψε τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του. Τις χαρές τις έπαιρνε απ’ τη μάνα του, που μέρα και νύχτα έκανε ό,τι μπορούσε για να τον βλέπει ευτυχισμένο, μ’ εκείνο το στραβό πια χαμόγελο στα χείλη, τις πίκρες απ’ τους άλλους ανθρώπους, εκείνους που τον περιτριγύριζαν, που τον κοιτούσαν μα δεν τον έβλεπαν, μα απλά τον προσπερνούσαν, σαν έναν παρά φύσιν εμπόδιο.

Η αγάπη της μάνας έκανε το μικρό της θαύμα, αλλά προτού προλάβει να τον γιατρέψει εντελώς την κάλεσε κι αυτή κοντά του ο άγγελος του θανάτου. Ο Γιάννης είχε πατήσει τα τριάντα του και τώρα πια στον ψεύτη ετούτο κόσμο δεν είχε άλλο κανένα. Τ’ αδέλφια του, άκαρδα, τον αντιμετώπιζαν σαν ένα ανεπιθύμητο οικόσιτο ζώο -μόνο που δεν τον χτυπούσαν- σα στίγμα στο καλογυαλισμένο μωσαϊκό της οικογένειάς τους, και δεν άργησαν να τον πετάξουν έξω απ’ το πατρικό τους σπίτι. Του έδωσαν μονάχα λίγα λεφτά και τα κλειδιά ενός εγκαταλειμμένου σπιτιού που είχαν στο νησί και τον ξαπόστειλαν. Κι εκείνος δεν άνοιξε το στόμα του να διαμαρτυρηθεί καθόλου. Η αλήθεια είναι ότι χάρηκε για την τροπή που πήραν τα πράγματα, αφού ήξερε ότι σ’ εκείνο το σπίτι, μ’ εκείνους τους ανθρώπους, θα ένιωθε έτσι κι αλλιώς πάντοτε περιττός. Μάζεψε, με ανακούφιση λοιπόν, τα λιγοστά υπάρχοντά του και έφυγε.

Χαρούμενος ήμουνα όταν έφευγα, και φοβισμένος. Δεν είχα πατήσει ξανά το πόδι μου στο νησί. Δεν ήξερα τι θα έβρισκα όταν θα έφτανα. Αλλά, σκεφτόμουνα, ότι επιτέλους ήμουνα ελεύθερος, να κάνω ό,τι θέλω, μακριά από τους καθωσπρεπισμούς τους. Καθώς έμπαινα σ’ εκείνο το μεγάλο αεροπλάνο έτρεμα κι ανυπομονούσα. Όλα θα πάνε καλά, έλεγα ξανά και ξανά στον εαυτό μου. Πρώτη φορά θα έμενα μόνος. Πρώτη φορά δε θα είχα κάποιο δίπλα μου να με φροντίζει. Καθώς κοιτούσα τον κόσμο από ψηλά, έβλεπα το πρόσωπο της μάνας μου χαραγμένο στην πράσινη γη της Αγγλίας χαραγμένο να με αποχαιρετά, να μου εύχεται να πάω στο καλό μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Ελληνικά δε μιλούσα και τόσο καλά και το τραύλισμά μου τα έκανε χειρότερα, ωστόσο ήμουνα σίγουρος ότι θα μπορούσα να συνεννοηθώ με τους άλλους δίχως κόπο. Έκανα πρόβες στο αεροπλάνο. Μιλούσα σιγανά, από μέσα μου. Ψιθύριζα τις λέξεις μία-μία προσπαθώντας να τις καταλάβω, να τους δώσω ήχο. Ευτυχώς οι αεροσυνοδοί ήταν όλες εγγλέζες και δεν καταλάβαιναν τι έλεγα. Μου άρεσαν! Μου άρεσαν επειδή χαμογελούσαν, κι ας ήταν η δουλειά τους αυτή. Ωστόσο απ’ την αγωνία μου δεν μπόρεσα να φάω ή να πιω τίποτα. Κάθε που με ρωτούσαν, δε θέλω, τους απαντούσα. Πέρασαν πολύ γρήγορα οι ώρες. Οι σκέψεις μου δε με άφησαν να βαρεθώ. Όταν έφτασα στο αεροδρόμιο με υποδέχτηκε ένας μακρινός συγγενής της μάνας, ο οποίος και με οδήγησε σε μια άλλη πόλη, σ’ ένα άλλο κόσμο. Από τότε δεν τον έχω δει ποτέ ξανά…

Πώς να κάνει μια νέα αρχή στη ζωή κάποιος που δεν έχει τίποτα πια και είναι ολότελα μόνος; Ένας ξένος σ’ ένα κόσμο ξένο; Δύσκολα. Πολύ δύσκολα. Αλλά ο Γιάννης τα κατάφερε. Πήγε στο έτοιμο να καταρρεύσει σπίτι του, ακριβή κληρονομιά, κι άρχισε σιγά-σιγά να το φτιάχνει, δίχως καμία απολύτως βοήθεια. Καθάρισε τους ξεφλουδισμένους τοίχους απ’ τις παλιές μπογιές και το ξανάβαψε, έφτιαξε τα παλιά ξύλινα παράθυρα που κρέμονταν ετοιμόρροπα, έρμαια στα στοιχεία της φύσης, το σοβάτισε και το μπογιάτισε απέξω, αντικατέστησε τα παλιά κατεστραμμένα μάρμαρα στο πάτωμα και μπάλωσε, με μαεστρία περισσή τα αρχαία φθαρμένα έπιπλα. Έπιαναν τα χέρια του. Τα αποτελέσματα ήταν περισσότερο από ικανοποιητικά. Σε λίγους μονάχα μήνες είχε καταφέρει να μεταμορφώσει μια τρώγλη σ’ ένα μικρό παλάτι.

Κάνοντάς τα όμως όλ’ αυτά, όπως θα περίμενε κανείς, ξέμεινε από λεφτά, και τώρα πια δεν είχε κανένα για να τον βοηθήσει. Μη έχοντας άλλη επιλογή, αλλά και δίχως κλάψες και παράπονα, πήρε να ψάχνει για δουλειά, αλλά όπως θα περίμενε κανείς, σ’ αυτόν τον κόσμο τον περίφημο και τον αγγελικό που ζούμε, δεν υπήρχε κάποιος άνθρωπος πρόθυμος, ή έστω πονόψυχος αρκετά ώστε να προσλάβει τον τρελό. Θα πεθάνω από την πείνα, σκεφτότανε πού και πού, με πόνο καρδιάς. Θα πεθάνω από την πείνα και δε θα το μάθει ποτέ κανείς, ψιθύριζε στον εαυτό του κι ας ήξερε ότι δε διέτρεχε αυτό τον κίνδυνο, όχι στ’ αλήθεια.

Κάποια μέρα, καθώς περιφερόταν άσκοπα, ή μάλλον δίχως προορισμό, στους δρόμους της παλιάς πόλης, άκουσε κάποιον να τον φωνάζει να πάει κοντά του, κι είδε τις μοίρες να του παρουσιάζουν το καλό τους πρόσωπο, καθώς εκείνος ο κάποιος του πρόσφερε δουλειά. Προσωρινή, αλλά δουλειά, κι από το τίποτα αυτή είναι κάτι. Ενδιαφέρεσαι; Τον ρώτησε. Θέλω, απάντησε. Ήθελε, έτσι ξόδεψε τις επόμενες ώρες ξεφορτώνοντας σακιά με πατάτες από ένα φορτηγό και στο τέλος της ημέρας πήρε στα χέρια του το μισθό που του είχαν υποσχεθεί. Έφυγε από κει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, με ένα ελαφρύ ζωής φως να του λούζει την ψυχή. Το βράδυ στο σπίτι του, απολαμβάνοντας επιτέλους ένας καθώς πρέπει δείπνο σκέφτηκε ότι, Αυτό είναι. Αυτό είναι που πρέπει να κάνει. Αυτό ήταν που έπρεπε να κάνει. Να ψάχνει δηλαδή για μικροδουλειές της μέρας, που ίσως να μην του απέφεραν πολλά λεφτά, αλλά που θα ήταν αρκετά για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή του. Στον ύπνο του εκείνο το βράδυ είδε τη μάνα του να του χαμογελά με ικανοποίηση.

Τότε άρχισε η ζωή μου. Τότε άρχισα να ζω, θέλω να πω. Όχι πώς σβήνω το παρελθόν μου, αλλά παλιά εξαρτιόμουνα από κάποιους, τώρα αποκλειστικά από εμένα. Η δουλειά, τα καθημερινά μου πάρε-δώσε με ανθρώπους διαφορετικούς -σκληρούς, κακούς, καλούς, ιδιότροπους, φωνακλάδες, σιωπηλούς, χαμογελαστούς- έγιναν η θεραπεία μου. Ό,τι δεν κατάφεραν να κάνουν τα φάρμακα και οι γιατροί, ό,τι προσπάθησε να πετύχει με την αγάπη της αλλά δεν πρόλαβε η μάνα μου, το έκανε η ζωή. Από τότε είμαι πάντα χαρούμενος. Από την πρώτη μέρα. Δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω αυτό. Ίσως… Ίσως επειδή νιώθω χρήσιμος. Και τυχερός. Επειδή μου δόθηκε η ευκαιρία να αποδείξω ότι αξίζω κι εγώ κάτι…

Περισσότερα από είκοσι χρόνια έζησε έτσι ο Γιάννης, απλά, με τον τρόπο του. Κι όλοι οι μάστορες της πόλης έφτασαν να τον γνωρίσουν και να τον συμπαθήσουν, αλλά όχι, φίλος του δεν έγινε κανένας. Πέρα από τη δουλειά δεν ήθελαν να έχουν πολλά πάρε δώσε μαζί του οι αξιοπρεπείς. Εκείνος τους καθάριζε τα υπόγεια και τις αποθήκες, τους μάζευε τα σκουπίδια, τους μπογιάτιζε τους τοίχους, τους μετέφερε -πάνω σε μια πλάτη που γίνονταν όλο και πιο κυρτή- τα εμπορεύματα, τους έκανε όλα τα θελήματα. ναι, ήτανε πολύ χρήσιμος, αλλά στη ζωή τους ξένος, στα μάτια τους παράσιτο. το θύμα και της δήθεν καλοσύνης τους το άλλοθι. Κάποια φορά μάλιστα κάποιος απ’ αυτούς, ένας άνθρωπος κατά βάθος καλός που για μια στιγμή τον κέντρισε ο πόνος και σαλτάρισε, δίχως να του φταίξει εκείνος σε τίποτα τον χτύπησε, του έσπασε τα δόντια, αλλά ο Γιάννης δεν κράτησε κακία. Κατάλαβε. Κατάλαβε τα αίτια της οργής του και κατάπιε τα γιατί του. Μα ούτε και παραπονέθηκε ποτέ για τον τρόπο που τον χρησιμοποιούσαν, που στην ουσία τον εκμεταλλεύονταν οι άνθρωποι. Ποτέ του δεν είπε λόγο κακό για κανένα, χολή ποτέ δεν έσταξαν η ψυχή του και τα χείλη του. Πάντα δούλευε σκληρά και χαμογελούσε, και διέσχιζε τραυλίζοντας, παραμιλώντας, την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη, προσπαθώντας να βγάλει τα προς το ζην. Ποτέ δε ζητιάνεψε. Ποτέ δεν παρακάλεσε κανένα για τίποτα.

Δεν είχα ανάγκη τα λεφτά, ξέρεις. Λεφτά είχα πολλά και έχω ακόμη. Εκείνα, τα λίγα, που μου έδωσαν τ’ αδέλφια μου, τα χρησιμοποίησα για να επισκευάσω το σπίτι. Πού βρήκα τα άλλα; Η μάνα μου μάλλον ήξερε τι θα συνέβαινε και είχε φροντίσει να καταθέσει για μένα ένα μεγάλο πόσο σε μια τράπεζα εδώ στο νησί. Αλλά δεν ήθελα να τα χρησιμοποιήσω αυτά. Δεν πήρα ούτε δεκάρα. Ήθελα να αποδείξω στον εαυτό μου ότι μπορούσα να τα καταφέρω μόνος μου. Μπορεί να μη ζω μια πλούσια ζωή, αλλά κάθε δεκάρα που ξοδεύω την κερδίζω με τον ιδρώτα μου. Και τώρα έχω φίλους, πολλούς. Όχι. Όχι, εσύ δεν είσαι φίλος μου, ένας περαστικός είσαι, όπως τόσοι άλλοι. Μιλώ για κάποιους ανθρώπους που τους χτύπησε κι αυτούς κάποτε σκληρά η μοίρα, φτωχούς και μόνους. Σίγουρα θα τους έχεις προσέξει, που γυρνούν στους δρόμους και ψάχνουν δουλειά. Αυτοί είναι η συμμορία μου, τα πραγματικά μου αδέλφια. Τώρα νιώθω κουρασμένος, πολύ. Ό,τι ήτανε να κάνω το έκανα, ό,τι ήτανε να πετύχω το πέτυχα. Είμαι πενήντα χρονών αλλά οι δουλειές βάρυναν πια τους ώμους μου, πρέπει να ξαποστάσω. Είναι κι η καρδιά μου που έχει αδυνατίσει. Το ξέρω ότι θα σου φανεί παράξενο, αλλά τη χάρηκα τη ζωή μου πολύ τα τελευταία χρόνια, ήταν γεμάτη, και δε θα την άλλαζα με όλα τα πλούτη του κόσμου…

Κάποια φορά, έτσι απλά, εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Για μέρες και μέρες δεν έκανε την εμφάνισή του πουθενά, κι όλοι αναρωτιόντουσαν τι του συνέβηκε. Ωστόσο κανείς δεν κούνησε το δαχτυλάκι του για να κάνει κάτι, κανείς δε βγήκε να τον αναζητήσει. Τι ήταν άλλωστε ο Γιάννης γι’ αυτούς; Ένα τίποτα.

Μετά από μερικές βδομάδες άκουσα ότι κάποιος τον βρήκε νεκρό στο πάρκο κάτω από τα τείχη της πόλης. Καθότανε σ’ ένα παγκάκι σκυφτός κι ακόμη και στο θάνατο έμοιαζε να χαμογελάει. Η αστυνομία όταν πήγε στο σπίτι του το βρήκε γεμάτο κόσμο, ήτανε σαν ξενοδοχείο. Γέροι και γριές, μεσήλικες και νέοι, άνθρωποι φτωχοί, είχαν κάνει κατάληψη εκεί, αλλά με την άδειά του. Όπως ανακάλυψαν στα χαρτιά του το κτήριο το άφηνε κληρονομιά σ’ αυτούς που δεν είχανε στον ήλιο μοίρα, για να συνεχίσουνε να ζουν εκεί. Το ίδιο και τα λεφτά του. Βρήκαν κι ένα φάκελο ξεχωριστό, γεμάτο χαρτονομίσματα, κι ένα μικρό σημείωμα που σε έξη λέξεις τα συνόψιζε όλα: Για μένα και τη μητέρα μου, έγραφε. Με τη βοήθεια των φίλων του κατάλαβαν. Είχε προβλέψει για τα πάντα, και η στερνή του επιθυμία ήταν να ταφεί δίπλα στη μάνα του. Σεβόμενοι την παράκλησή του επικοινώνησαν με τα γερασμένα, μα αμετανόητα ακόμη αδέλφια του στην Αγγλία, και κανόνισαν τα της μεταφοράς. Νεκρός, δεν ήταν πια περιττός.

Λάκης Φουρουκλάς

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.