Η Ιστορία του νομίσματος - Μέρος Δεύτερο - Το Ελληνικό νόμισμα




Στην κυρίως Ελλάδα, επειδή δεν υπήρχαν σε μεγάλες ποσότητες ο χαλκός και κυρίως ο χρυσός και το ασήμι, οι ανταλλαγές γίνονταν με το μέταλλο του σιδήρου. Εδώ δεν έχουμε σβώλους σιδήρου, αλλά το μέταλλο έχει τη μορφή μακριών ράβδων, (Οβελών στην ελληνική γλώσσα). Έξη οβελοί αποτελούσαν μια χουφτιά, ( δράκα στα αρχαία). Το πρώτο λοιπόν ελληνικό νόμισμα της κυρίως Ελλάδας, είναι η δραχμή, που παίρνει το όνομά της από την παραφθορά της λέξης «δράξ», και υποδιαιρείται σε έξη οβολούς από την παραφθορά της λέξης « οβελός».



Για να γίνει όμως η Δραχμή νόμισμα, έπρεπε να υπολογισθεί σε πόσο βάρος ασημιού αντιστοιχούσε η αξία του βάρους των έξη σιδερένιων οβελών. Το βάρος αυτό υπολογίστηκε τελικά σε 4,3 σημερινά γραμμάρια. Βάσει λοιπόν αυτής της ισοτιμίας έχουμε τις παρακάτω νομισματικές αξίες:






Το παραπάνω νομισματικό σύστημα αναφέρεται στα ασημένια κέρματα, οπου η ονομαστική αξία επιβάλλεται να είναι ίση με την εσωτερική, δηλαδή με το βάρος του μετάλλου. Όμως οι πολύ μικρές αξίες απαιτούσαν την κοπή πολύ μικρών σε μέγεθος νομισμάτων που δημιουργούσαν προβλήματα στους συναλλασσόμενους. Οι δυσκολίες αυτές οδήγησαν στην επινόηση υποκατάστατων του ασημένιου νομίσματος, υποκατάστατων που κατασκευάστηκαν από κοινό μέταλλο, στην προκειμένη περίπτωση από χαλκό. Αυτό ήταν δηλαδή ο κατακερματισμός του ασημένιου νομίσματος, και το προϊόν αυτού ονομάστηκε κέρμα. Όμως αν πάρουμε ένα μεγάλο σε μέγεθος χάλκινο κέρμα και το ονομάσουμε οβολό, στην πραγματικότητα αυτό δεν αντιπροσωπεύει την αξία του- έστω και μικρότερου νομίσματος- του ασημένιου οβολού, αλλά η αξία αυτή «νομίζεται». Ορίζεται δηλαδή από το νόμο. Γίνεται «νόμισμα». Στην πραγματικότητα, πάνω στη βάση των προαναφερθέντων περί τις ισοτιμίες των μετάλλων, ένα χάλκινο κέρμα του ενός οβολού, θα ζύγιζε ούτε λίγο ούτε πολύ…1650 γραμμάρια !.. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν γνωρίζουμε την ονομαστική αξία των αναρίθμητων χάλκινων νομισμάτων, των προερχόμενων από πολυάριθμες πόλεις–κράτη που ξεπερνούν τις χίλιες. Γιατί, κάθε μεγαλύτερη ή μικρότερη πόλη που θεωρούσε ότι αποτελεί ιδιαίτερη κρατική οντότητα, θεωρούσε σαν απαραίτητο στοιχείο της έκφρασης της ανεξαρτησίας της, και την κοπή νομίσματος. Έχουν κόψει νομίσματα τόσο ασήμαντες πόλεις, που για μερικές από δαύτες δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία της ύπαρξής τους, εκτός από τα νομίσματά τους !..

 Η μορφή του Αρχαίου Ελληνικού νομίσματος είναι η ακόλουθη: Στην κύρια όψη του φέρει συνήθως την κεφαλή θεού ή θεάς, ημίθεου ή ήρωα. Στην πίσω όψη, για τα παλιότερα, υπάρχει το έγκοιλο, που αρχικά είναι το αποτύπωμα της σφήνας με την οποία χτυπούσαν το νόμισμα πάνω στη μήτρα με την παράσταση. Το έγκοιλο στην αρχή ήταν ένα απλό βαθούλωμα. Σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται διακοσμητικό. Αργότερα πρόσθεσαν μια μικρογραφική παράσταση στο κέντρο της σφήνας, που μεταβλήθηκε και αυτή σε μήτρα. Έτσι δημιουργήθηκε αυτό που λέμε « πίσω όψη του νομίσματος». 
Σ’ αυτή την πίσω όψη, τα νομίσματα φέρουν παραστάσεις που έχουν άμεση σχέση με την τοπική μυθολογία ή παράδοση. Σ’ αυτήν την όψη τοποθετείται κατά κανόνα και η επιγραφή που περιορίζεται στην αναγραφή του ονόματος της πόλης – κράτους που τα έκοψε. 

Η επιγραφή είναι συνήθως στη γενική πληθυντικού, (π.χ. ΑΜΦΙΠΟΛΙΤΩΝ), πράγμα που ξεκάθαρα δηλώνει πως την εξουσία της κοπής του νομίσματος την έχει το σύνολο των πολιτών της πόλης-κράτους και όχι η κυβέρνησή της. Ολόκληρη συνεπώς η φράση που υπονοείται με αυτή τη γενική πληθυντικού είναι: ΝΟΜΙΣΜΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΕΩΣ. 

Πολύ σπάνια χρησιμοποιείται η γενική του ενικού του ονόματος της πόλης, (π.χ. ΣΙΝΩΠΗΣ), με την έννοια : ΝΟΜΙΣΜΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΗΣ ΣΙΝΩΠΗΣ. Ακόμη πιο σπάνια μερικές πόλεις χρησιμοποίησαν αντί των ουσιαστικών, το ουδέτερο του εθνικού επιθέτου π.χ. ΓΟΡΤΥΝΙΟΝ ( με τόνο στο Υ), αντί ΓΟΡΤΥΝΙΩΝ , με την έννοια : ΓΟΡΤΥΝΙΑΚΟΝ ΝΟΜΙΣΜΑ. 

Με τον καιρό προστίθεται και το όνομα του επώνυμου Άρχοντα της Πόλης, ώσπου φτάνουμε στις πολύπλοκες και… πολύλογες επιγραφές των νομισμάτων των ελληνιστικών χρόνων. 

 Και μια χρονολογική κατάταξη των Ελληνικών νομισμάτων κατά τεχνοτροπία: 

Α) 700-480 π. Χ. Περίοδος της αρχαϊκής τέχνης. Από της εφεύρεσης του νομίσματος μέχρι των Περσικών πολέμων. 
Β) 480-415 π. Χ. Περίοδος της μεταβατικής τέχνης. Από των Περσικών πολέμων μέχρι της πολιορκίας των Συρακουσών υπό των Αθηναίων. 
Γ) 415-336 π. Χ. Περίοδος της ακμαιότατης τέχνης. Από της πολιορκίας των Συρακουσών μέχρι της ανόδου στο θρόνο του Αλέξανδρου. 
Δ) 336 -280 π. Χ. Περίοδος της μεταγενέστερης καλής τέχνης. Από τον Αλέξανδρο έως τον θάνατο του Λυσίμαχου. 
Ε) 280-146 π. Χ. Περίοδος της παρακμής της τέχνης. Από τον θάνατο του Λυσίμαχου μέχρι της κατάκτησης της Ελλάδας από τους Ρωμαίους. 
 ΣΤ) 146 -27 π. Χ. Περίοδος της παρηκμασμένης τέχνης. Από την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους, μέχρι των αρχών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Δημήτρης Μπούκουρας
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.