Η Ιστορία του Νομίσματος - Μέρος πρώτο



Στη σημερινή εποχή δεν μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς χρήμα. Τι είναι όμως αυτό που ονομάζουμε χρήμα; Είναι ένα πράγμα με πολλές μορφές. Για τους περισσότερους είναι κέρματα και χαρτονομίσματα, για άλλους πλαστικές κάρτες, για άλλους μετοχές. Αυτό που χαρακτηρίζει όλες τις μορφές του χρήματος, είναι ότι αποτελούν ένα αναγνωρισμένο μέσο πληρωμής αγαθών ή υπηρεσιών. 

Για να φτάσει όμως ο άνθρωπος να σκεφθεί ή μάλλον να χρειασθεί να χρησιμοποιήσει κάποιο μέσο συναλλαγής, πέρασε πολλά στάδια της ζωής του πάνω στον πλανήτη. Για πολλές χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι ζούσαν αποκλειστικά κυνηγώντας. Πολλές ήσαν οι ανακαλύψεις-σταθμοί στην ιστορία του ανθρώπου, που άλλαξαν δραματικά και τον τρόπο της ζωής του. Η φωτιά και τα μέταλλα ήσαν από τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις. Αλλά, όπως είπαμε, πριν από αυτές τις ανακαλύψεις, οι άνθρωποι ζούσαν από το κυνήγι. Κάποτε παράλληλα με το κυνήγι αρχίζουν να ασχολούνται και με τη γεωργία. Εγκαταλείπουν έτσι κατ’ ανάγκην τη νομαδική ζωή και συγκροτούν τους πρώτους οικισμούς. Ο νέος τρόπος ζωής φέρνει σιγά-σιγά την εξειδίκευση. Άλλος γίνεται γεωργός, άλλος κτηνοτρόφος, άλλος ψαράς. Ορισμένοι που έχουν κάποια επιτηδειότητα φτιάχνουν όπλα, άλλοι επεξεργάζονται δέρματα και ράβουν ρούχα, άλλοι ανακαλύπτουν την ιδιότητα του πηλού να σκληραίνει με το ψήσιμο και ασχολούνται με την αγγειοπλαστική. Όπως είναι εμφανές, όλοι αρχίζουν να έχουν ανάγκη από πράγματα που κατείχε ή κατασκεύαζε κάποιος άλλος. Ο γεωργός έδινε μια ποσότητα στάρι που του περίσσευε, για να πάρει κάποιο θήραμα που είχε ο κυνηγός. Ο αγγειοπλάστης έδινε μερικά πήλινα σκεύη για να πάρει ένα πρόβατο από τον κτηνοτρόφο. Έτσι, δημιουργήθηκε το εμπόριο, όπου κάποιος μεσάζοντας συγκέντρωνε αγαθά από κάποιον τόπο πού περίσσευαν, και τα μετέφερε εκεί οπου κάποιοι άλλοι άνθρωποι τα χρειάζονταν. Αυτοί πάλι τα αποχτούσαν δίνοντας στον έμπορο ό,τι περίσσευμα σε αγαθά είχαν. Αυτή η ανταλλαγή έμεινε γνωστή ως αντιπραγματισμός. 

 Με τον καιρό, μερικά εμπορεύματα, επειδή είχαν μιά σταθερή αξία αποδεκτή απ’ όλους, ξεχώρισαν, και αποτέλεσαν μέτρο σύγκρισης της αξίας όλων των άλλων αγαθών. Μεταβλήθηκαν, δηλαδή, σε «νομισματικά εμπορεύματα». Κυριότερο από αυτά ήταν το βόδι. Η ανακάλυψη των μετάλλων έδωσε νέα διάσταση στις ανταλλαγές. Σε σύγκριση με τα ζώα, οι ιδιότητες του μετάλλου του έδιναν αναμφισβήτητη υπεροχή. Το μέταλλο αντέχει στο χρόνο και στις κακουχίες ενός μακρινού ταξιδιού, δεν χρειάζεται διατροφή, διαιρείται και μεταφέρεται εύκολα. Το βόδι είχε μιαν ουσιαστική αξία, γιατί μπορούσε να φαγωθεί και να χρησιμοποιηθεί το δέρμα του, δεν κόβεται όμως για να χρησιμοποιηθεί ένα κομμάτι του και το υπόλοιπο να φυλαχθεί για αργότερα. Αντίθετα μπορείς να κόψεις ένα κομμάτι από μιάν ασημένια ράβδο ή ένα χρυσό σύρμα. Έτσι, το βόδι που δεν διαιρείτο, απετέλεσε τη σταθερή μονάδα που πάνω της προσαρμόστηκαν οι αξίες του χρυσού, του ασημιού και του χαλκού. Με τον καιρό το ισότιμο ενός βοδιού έγινε ένας σβώλος από χρυσάφι βάρους περίπου 8,5 γραμμαρίων. Το ισότιμο ενός βοδιού ή ενός χρυσού σβώλου, σε χαλκό αυτή τη φορά, ήταν μια πλάκα αυτού του μετάλλου που είχε βάρος 25,5 κιλά. Οι Έλληνες ονόμασαν τις δυό αυτές μεταλλικές ποσότητες, χρυσό, και χάλκινο τάλαντο αντίστοιχα. Τα χάλκινα τάλαντα που χρησιμοποιήθηκαν από το 1600 μέχρι και το 1000 π Χ. περίπου, έχουν το σχήμα μιας τεντωμένης δοράς βοδιού, που της λείπουν το κεφάλι και η ουρά.


                                       Χάλκινο τάλαντο σε σχήμα δοράς βοδιού

 Και ερχόμαστε τώρα στην εποχή του Σιδήρου, μετάλλου που, άν και ήταν γνωστό από παλαιότερα, μόνο γύρω στα 1300 π Χ. οι Χιττίτες άρχισαν την εξόρυξη και την κατεργασία του. Στην Ελλάδα η Εποχή του Σιδήρου αρχίζει το 1125 π Χ. με την κάθοδο των Δωριέων. Η χρησιμοποίηση του σιδήρου στα όπλα τα κάνει να υπερτερούν από τα αντίστοιχα χάλκινα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Έτσι οι Δωριείς νικούν. Η εγκατάσταση των Δωριέων στην ηπειρωτική χώρα αναγκάζει πολλούς παλιούς Έλληνες να μετακινηθούν προς τα νησιά του Αιγαίου και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Οι Ελληνικές πόλεις της Ιωνίας, απόκτησαν γρήγορα πλούτο και δύναμη.

 Στην περιοχή αυτή οι Έλληνες χρησιμοποίησαν αντί για χρυσό σβώλους από ήλεκτρο, που είναι ένα κράμα χρυσού και ασημιού και που αφθονεί στην περιοχή της Λυδίας. Όπως γινόταν με όλα τα μέταλλα, όταν ένας άνθρωπος πληρωνόταν με ένα σβώλο ήλεκτρου, έπρεπε να το ζυγίσει για να βεβαιωθεί ότι είχε το σωστό βάρος. Και μια μέρα, κάποιος Ίωνας έμπορος σκέφτηκε πώς, αν μπορούσε να σημαδέψει τους σβώλους από ήλεκτρο που περνούσαν από τα χέρια του, δεν θα χρειάζονταν να τους ξαναζυγίσει αν τύχαινε να ξαναγυρίσουν σ’ αυτόν τον ίδιο. Ένα σιδερένιο καρφί, λιμαρισμένο σ’ ένα ορισμένο πάχος, χτυπιόταν πάνω στο σβώλο, αφήνοντας αποτύπωμα που κανείς δεν μπορούσε να απομιμηθεί επακριβώς.


                                          Ο σβώλος, το καρφί, το αποτέλεσμα...

 Το επόμενο βήμα έγινε με την αποτύπωση ενός εμβλήματος, συνήθως της μορφής κάποιου ζώου. Το τελευταίο βήμα στη δημιουργία του πραγματικού νομίσματος, με τη σημερινή έννοια του όρου, έγινε με την υιοθέτηση της πρακτικής των εμπόρων από το Κράτος και συγκεκριμένα από τους βασιλείς της Λυδίας. Έτσι, η έκδοση του νομίσματος έγινε κρατική υπόθεση, και η αποτύπωση επάνω του των βασιλικών εμβλημάτων αποτελούσε την εγγύηση της καθαρότητας του μετάλλου, καθώς και του σωστού βάρους του.

(Συνέχιζεται)

Δημήτρης Μπούκουρας
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.