Bye Bye to Pai Μέρος Πρώτο

Πάνε πέντε χρόνια σχεδόν από την τελευταία φορά που ήρθα στην Ταϊλάνδη, δεκαπέντε από την πρώτη.

Οι επισκέψεις μου από το 2005 μέχρι και το 2013 ήταν τακτικές. Ξόδευα το μισό μου χρόνο εδώ και τον άλλο μισό στην Κύπρο, ενώ μεταξύ 2012 και 2013 έζησα 18 συνεχόμενους μήνες στην πόλη.

Το Πάι αποτελούσε ένα από τα μέρη στα οποία μου άρεσε να δραπετεύω κάθε τόσο. Δεν είναι πολύ κοντινός προορισμός, αλλά τη διαδρομή την απολάμβανα πάντα, ειδικά όταν καβαλούσα το μηχανάκι κι έφευγα.

Αυτή τη φορά, μετά από μια βδομάδα στην Τσιανγκ Μάι, αποφάσισα να πάω εκεί και πάλι. Νοίκιασα λοιπόν ένα μηχανάκι και κίνησα πρωί πρωί με την αυγή.

Τα πρώτα δέκα-δεκαπέντε χιλιόμετρα αυτής της διαδρομής των 150 χιλιομέτρων, ήταν κάπως κουραστικά, για τον απλό λόγο ότι είχα ν' αντιμετωπίσω κίνηση, φανάρια και τα λοιπά κακά μιας πόλης που όλο και επεκτείνεται. Σα βγήκα στον αυτοκινητόδρομο όμως, βρέθηκα στο στοιχείο μου. Έριξα τα μαλλιά μου πίσω -άσχετα από το γεγονός ότι αυτά είναι κοντά και φορούσα κράνος- και του πάτησα.

Αχχχ, τι καλά, σκεφτόμουνα. Αχχχ, τι καλά. Και μετά, αχχχ τι δροσιά! Και μετά, όταν επιτέλους έφτασα στους πρόποδες των βουνών, αχ, αχ, αχ, σκεφτόμουνα κι έβριζα τον ηλίθιο τον εαυτό μου, αφού η θερμοκρασία όλο και έπεφτε, κι εγώ ο βλάκας ταξίδευα με κοντό παντελόνι και μπλουζάκι.
Στο πρώτο μέρος που θα βρω θα σταματήσω και θα πιω καφέ, αποφάσισα. Το είχα απόλυτη ανάγκη αυτό. Καφεδάκι, καφεδάκι, που μου είσαι καφεδάκι, σιγοτραγουδούσα καψούρικα.

Το βρήκα τελικά. Σ' ένα ωραίο μέρος, με πανέμορφη εξωτερική διακόσμηση και φυσικά δωρεάν wi-fi. Σταματώ λοιπόν. Και πάω να κατέβω απ' το μηχανάκι. Και σκάω στα γέλια. Τα ποδάρια μου είχαν παγώσει. Σα χεσμένος καουμπόι ήμουνα. Άρχισα λοιπόν να περπατώ σαν απόδημος τριχωτός πιγκουίνος. Έφτασα αργά ή γρήγορα σ' ένα τραπέζι και κάθισα με ανακούφιση.

Πολύ σύντομα ήρθε μια κοπέλα και πήρε την παραγγελία μου, αν και μάλλον θα μπορούσε να την είχε ήδη μαντέψει, αφού είμαι τύπος βαρύς κι ασήκωτος και το δείχνω. Καφέ. Μαύρο. Δίχως ζάχαρη.

Έπινα καφέ κι έτριβα τα πόδια μου μπας κι αρχίσει να κυκλοφορεί και πάλι το αίμα. Έπινα. Τα έτριβα. Σηκώθηκα. Πλήρωσα τα σαράντα μπα(τ) -περίπου ένα ευρώ-περιλαμβανομένου του φιλοδωρήματος, και κίνησα για το βασικό κομμάτι του Γολγοθά.

Από τη στιγμή που θα εισέλθει κανείς στη συστάδα των οροσειρών αυτών, και από τη στιγμή που δεν ξέρει απέξω κι ανακατωτά την κάθε στροφή, το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι τα σαράντα χιλιόμετρα.

Πάνω, κάτω, αριστερή απότομη στροφή, δεξιά απότομη στροφή, αγελάδα στη μέση του δρόμου, τουριστικό βαν που σε προσπερνά με εκατό, αγροτικό αμάξι με 10-15 άτομα στοιβαγμένα στην καρότσα, δέντρα, δέντρα, δέντρα, κρύο πολύ, λίγα σύννεφα, ήλιος που αρνείται να κάνει την εμφάνισή του, λακκούβες στο δρόμο, πουλιά στα κλαδιά και περίπου ένα ακόμη εκατομμύριο οκτακόσια είκοσι δύο και μισό ζιγκ-ζαγκ αργότερα βγαίνω στην ευθεία και του πατώ. Και ζεσταίνεται λίγο το κοκαλάκι μου.
Δέκα λεπτά αργότερα, το συνήθες αστυνομικό μπλόκο. Σηκώνω το μπροστινό μέρος του κράνους, βλέπουν ότι είμαι Φαλάνγκ ή Φαράνγκ, ανάλογα με την προφορά, και με αφήνουν να περάσω.

Τώρα είμαι κοντά, πολύ κοντά. Προχωρώ. Ακάθεκτος. Φτάνω σε μια σιδηρογέφυρα που είναι για κάποιο λόγο ιστορική, αλλά λόγω της προχωρημένης μου ηλικίας δε θυμάμαι το γιατί. Την προσπερνώ παρατηρώντας ένα μικρό πλήθος να βγάζει σέλφις.

Και φτάνω. Περίπου δέκα λεπτά νωρίτερα απ' ό,τι περίμενα. Το χωριουδάκι που επισκέφθηκα πριν 15 χρόνια, είχε γίνει μεγαλοχωριό την τελευταία φορά που το είχα δει. Τώρα, σιγά-σιγά είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε κωμόπολη.

Όλα στον κόσμο αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν, λέει το άσμα. Το ίδιο ακριβώς συνέβηκε και με το Πάι. Όσο κι αν επεκτάθηκε προς τα έξω, το κέντρο έμεινε ουσιαστικά το ίδιο. Το μόνο που τα τουριστικά καταλύματα, τα εστιατόρια και τα μπαράκια αυξήθηκαν πολύ.
Βρήκα δωμάτιο χωρίς καμία δυσκολία. Κι αντί ν' αρχίσω να κόβω βόλτες, σκέφτηκα ότι το πιο σημαντικό πράγμα σ' αυτή τη ζωή μετά το κρασί είν' το φαΐ. Βρήκα λοιπόν ένα μαγαζάκι και κάθισα και έφαγα ένα απολαυστικό μπιφτέκι με βοδινό κρέας. Στις δέκα και κάτι το πρωί. Ποιος είπε ότι η τρέλα δεν πάει στα βουνά;

Η περιπλάνησή μου στην περιοχή άρχισε ουσιαστικά το απόγευμα αφού, ως συνήθως, κάθε ημερήσια μάσα οφείλει ν' ακολουθεί η απαραίτητη σιέστα. Εξάλλου ήμουν ζόμπι μια και δεν είχα κοιμηθεί καθόλου το προηγούμενο βράδυ.

Βγήκα λοιπόν στο δρόμο αργά το απόγευμα κι άρχισα να περπατώ και να περπατώ. Αυτό άλλαξε. Αυτό δεν άλλαξε. Αυτό είναι καινούριο. Οποία έκπληξις. Δυστυχώς αυτή η εποχή δεν είναι και η καλύτερη για να βγάλει κανείς φωτογραφίες εκεί, αφού το φως είναι έντονο και τα σύννεφα σχεδόν ανύπαρκτα στον ουρανό, αλλά έκανα ό,τι μπορούσα. (Θα ανεβάσω παλιές φωτογραφίες όταν επιστρέψω πίσω στην Κύπρο, ή αν καταφέρω να ξεθάψω κάποιες από τον ιστό).

Το ποτάμι. Τι καλά! Τα σπιτάκια για τα οποία πληρώνεις περισσότερα λεφτά απ' ό,τι θα έδινες για δωμάτιο με διπλό κρεβάτι, μπάνιο και τηλεόραση, καλά κι αυτά, αλλά όχι για μένα. Είμαι γερόντιο. Δεν κάνει να ξαπλώνω στο πάτωμα στην ηλικία μου. Κι ας κυλά ακριβώς έξω απ' τη μπαμπού-πόρτα μου γαλήνιο το ποτάμι.
Πόσο περπάτησα εκείνη τη μέρα; Σύμφωνα με το ρουφιάνο στο κινητό, 17 χιλιόμετρα. Πόσες φωτογραφίες έβγαλα; Όχι και πολλές. Είπαμε, το φως.

Το βράδυ πήγα κι έφαγα μια μπριζόλα γευστικότατη, σ' ένα εστιατόριο λίγο έξω από το τουριστικό κέντρο που μου κόστισε 120 μπα(τ) - τρία ευρουλάκια πήγαν χαμένα.

Μετά τη μάσα βγήκα και πάλι στη γύρα. Ο νυχτερινός πεζόδρομος του κέντρου επεκτάθηκε πολύ. Βρίσκει χίλια δυο πράγματα κανείς εκεί. Παραδοσιακές στολές και σκουφάκια, μουσικά όργανα, γύρο στην πίτα αράπικο, στολίδια, λαμπάκια, σουβλάκι στο ξυλάκι, φρούτα φρεσκοκομμένα στο σακούλι σε ατομική συσκευασία, ράσταμεν και βάστα μεν, σπιτικό παγωτό και ξεσπιτωμένο. Α, και έναν κυπραίο, στον οποίο αρέσει ν' αποφεύγει τα πλήθη, έτσι με την πρώτη ευκαιρία χάνεται στα γνώριμα απ' τα παλιά στενά.

Κι ύστερα ήρθε η μπαρότσαρκα. Αρκετά τα μπαράκια έχουν ζωντανή μουσική - νεκρή δεν έχει κανένα. Όλα σχεδόν από τα αρκετά παίζουν τα ίδια τραγούδια. Κλασικό ακουστικό ροκ, λίγη κάντρι, λίγο ρέγγε, πού και πού κάνα κλασικό ντίσκο. Σε όλα η τιμή του μεγάλου μπουκαλιού της μπύρας (660 ml) είναι 120 μπα(τ). Πολύχρωμα δεν πίνω (μετάφραση: Κοκτέιλ). Και όλα με εξαίρεση ένα κλείνουν τα μεσάνυχτα ακριβώς. Ένα μένει ανοικτό μέχρι τις μία και άλλα δύο μέχρι τις τρεις. Χικ.

Συνεχίζεται.

Λάκης Φουρουκλάς

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.