ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

μέρος α΄
 


Το σωτήριο έτος 2076 η Artificial Intelligence Agency σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας έδωσαν πνοή στο πρώτο ανθρώπινο υβρίδιο ενεργά ικανό να επιβιώνει εκτός συνθηκών εργαστηρίου. Πενήντα χρόνια ασίγαστης επιμονής και ευφάνταστης επιστημονικής έρευνας είχαν επιτέλους στεφτεί με επιτυχία.


Βέροια, πρωτεύουσα Βαλκανικής Συμμαχίας, έτος 2112...

«Μαμά, όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω σκουπιδιάρης», χαμογέλασε προβληματισμένο το τετράχρονο αγοράκι κι έγλυψε λιμασμένα το κόκαλο που είχε λίγο πιο πριν μαζέψει από τα σκουπίδια.

«Σου το χω πει δεκάδες φορές, μη με λες μαμά όταν είμαστε μόνοι!», το αγριοκοίταξε η ψηλή σαβανοφορεμένη φιγούρα και το τράβηξε απότομα από το χέρι.

«Βιάσου, νυχτώνει, θα μας βρει ο Βραδιάρης», το έσυρε σχεδόν από πίσω της ψάχνοντας γύρω με το βλέμμα για κάποιο ασφαλές καταφύγιο. Ασφαλές καταφύγιο για να αποφύγει τον «Βραδιάρη» ήταν κάθε κτήριο που έμενε κλειστό κατά τη διάρκεια της νύχτας, όπως σχολεία, καταστήματα και δημόσιες υπηρεσίες που έμεναν αφύλαχτα. Τα πάρκα και οι παιδικές χαρές δεν ήταν ασφαλή. Οπωσδήποτε έπρεπε να μείνει μακριά από κέντρα διασκέδασης, μαγαζιά που διανυκτέρευαν και κεντρικές λεωφόρους που είχαν κίνηση ακόμη και τη νύχτα.

Πολλές φορές μοιράζονταν την ίδια στέγη με άλλες δυάδες, δύο ή και τρεις, μερικές φορές και περισσότερες. Πάντα κυκλοφορούσαν ανά δύο. Πάντα θα ήταν ένα θηλυκό και ένα αρσενικό, άσχετα από την ηλικία ή την εμφάνιση. Οι πιο συνηθισμένες δυάδες ήταν ένας Labor κι ένας Εραστής. Μπορούσες όμως να δεις και μια Χοντρή Μητέρα με έναν νεαρό Δον Ζουάν ή έναν Παιχνιδιάρη Παππού με μια ανήλικη Candy. Οι Labor δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους, ίσως γιατί η ευφυΐα και η σωματική δύναμη παρουσιάζονταν σε εξαιρετικά έντονο βαθμό στα θηλυκά και τα αρσενικά αντίστοιχα. Όταν όμως δυο Labor, δυο Στρατοκόποι, συμβίωναν, όλα –μα όλα- μπορούσαν να συμβούν.

Η Κάλια κι ο Μίνωας ανήκαν σε αυτή την τελευταία περίπτωση. Εκείνη προοριζόταν για γιατρός και ο πιτσιρίκος για εργάτης. Δηλαδή θα προοριζόταν για εργάτης αν είχε γεννηθεί σε «Εργαστήριο», όπως η Κάλια, κι όχι σε έναν παράνομο «Βρεφικό Σταθμό». Ο λόγος που η Κάλια τον είχε διαλέξει –ή μήπως ο Μίνωας είχε διαλέξει αυτήν;- ήταν πως έμοιαζαν τόσο πολύ εμφανισιακά, που με τα κατάλληλα ρούχα θα μπορούσαν, τις ασφαλείς ώρες της ημέρας, να περάσουν για μάνα με γιο. Τώρα η νύχτα τους πρόδιδε και ότι κι αν φορούσαν η φύση τους δεν μπορούσε να κρυφτεί. Όταν τα μάτια σου γίνονται σχεδόν λευκά στο σκοτάδι κι όλες οι φλέβες στο κορμί σου φωσφορίζουν απλά πρέπει να εξαφανιστείς. Ήτανε οι Ξένοι, οι Άλλοι, οι Ψεύτικοι. Τίποτα δεν μπορούσε να το αλλάξει αυτό. Και ήταν Αποστάτες. Εκείνη από επιλογή, ο μικρός λόγω του τρόπου δημιουργίας του. Αλλά ήταν και οι δυο τους αποστάτες. Αν τους έπιαναν θα μοιράζονταν την ίδια τύχη. Στην καλύτερη περίπτωση Αναμόρφωση. Στη χειρότερη και μόνη άλλη περίπτωση Οριστική Παύση.

Υπήρχαν Άλλοι που είχαν δικά τους σπίτια, δικά τους αυτοκίνητα, εργάζονταν και πληρώνονταν «συμβολικά». Αφού οι ανάγκες τους για τροφή και θέρμανση ήταν ελάχιστες και η έμφυτη συναισθηματική τους ψυχρότητα δεν καλλιεργούσε ιδιαίτερες επιθυμίες, πάθη και βίτσια, η επιβίωσή τους ήταν πολύ, μα πάρα πολύ οικονομική. Οι λίγοι όμως που είχαν βρεθεί στην παρανομία είχαν την τάση να είναι πιο ανθρώπινοι, πιο απαιτητικοί. Γι αυτό άλλωστε και είχαν διαρρεύσει από το σύστημα. Είχαν αρχίσει να θέλουν. Είχαν αρχίσει να σκέφτονται μόνοι τους για τον εαυτό τους. Επικίνδυνο αυτό όταν γεννιέσαι δυνατότερος, εξυπνότερος, πιο υγιής και πιο ανθεκτικός από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ειδικά όταν γεννιέσαι κατευθείαν ενήλικος και ήδη διαμορφωμένος.

«Πέτα το κόκαλο, δεν το χρειάζεσαι», μουρμούρισε η Κάλια σκύβοντας πάνω από τον μικροσκοπικό Μίνωα.

«Ναι, αλλά μου αρέσει», παραπονέθηκε το αγοράκι πριν αποχωριστεί διστακτικά το εύρημά του και την ακολούθησε πίσω από την μισάνοιχτη μεταλλική πόρτα.

«Κοιμήσου, θα προσέχω εγώ», έσπρωξε χωρίς καμία τρυφερότητα το παιδί στον δερμάτινο καναπέ της αίθουσας αναμονής του οδοντιατρείου και έκατσε στην διπλανή πολυθρόνα πιάνοντας με νευρικές κινήσεις ένα περιοδικό. Μπορούσαν να έχουν μια σχεδόν φυσιολογική ζωή, αν η Κάλια έβρισκε την κατάλληλη πρωινή δουλειά και αμειβόταν αρκετά ώστε να νοικιάσει κάποιο απομονωμένο διαμέρισμα. Αυτή η προοπτική ήταν που την είχε κρατήσει στην πόλη και δεν είχε χαθεί όπως τόσοι άλλοι στα βουνά και τα λαγκάδια της κεντρικής Μακεδονίας. Ήθελε να ζήσει σαν άνθρωπος, να τους ξεγελάσει, να πάρει τη θέση κάποιου από αυτούς και να μην την καταλάβουν ποτέ. Όμως ένα χρόνο τώρα ήταν στο δρόμο κι όσο περνούσε ο καιρός τόσο απομακρυνόταν αυτή η πιθανότητα. Μπορούσε να κλέψει ρούχα, να γράψει τον Μίνωα σε έναν παιδικό σταθμό, να κάνει ανθρώπους «φίλους» για να την βοηθήσουν. Αλλά από την άλλη ήτανε ρίσκο, μπορεί κάποιος να τους υποψιαζόταν, ειδικά τον μικρό που ακόμα δεν καταλάβαινε απόλυτα γιατί έπρεπε να κρύβει την ασυνήθιστη δύναμή του και την μηδαμινή ανάγκη του για τροφή και ύπνο. Για πολλοστή φορά σκέφτηκε πως θάταν καλύτερα αν ήταν τρεις αντί για δύο, ή ακόμα καλύτερα αν ήταν μόνη της. Δεν είχε ιδέα γιατί αυτή η σκέψη την αναστάτωνε πάντα τόσο ανεξέλεγκτα και την έκανε να τρέμει. Όχι ακριβώς φόβος, αλλά μια ακατανίκητη άρνηση να το αποδεχτεί, πόσο μάλλον να το επιχειρήσει. Η μοναχικότητα και η ομαδικότητα ξέφευγαν από τις συμβατές προς το άτομό της καταστάσεις.

Το χάραμα τους έβρισκε πάντα στο δρόμο. Μπερδεύτηκαν ανάμεσα στο πλήθος των άστεγων, των ναρκομανών, των απόκληρων ζητιάνων. Μόνο που αυτοί δεν ζητιάνευαν τίποτα.

«Κοίτα, μαμά! Ένα ηλεκτρονικό κουπόνι!», σχεδόν γέλασε ο Μίνωας επιδεικνύοντας το μικρό σαν κουμπάκι μεταλλίκι που του είχε δώσει κάποιος για ελεημοσύνη.

«Δώσε το σε κάποιον άλλο, δε μας χρειάζεται», του πε κρυφά στο αυτί η Κάλια και άφησε τον άντρα που την πασπάτευε ώρα τώρα να την τραβήξει σε μια γωνιά και να σπρώξει το κεφάλι της στο ανοιχτό φερμουάρ του.

«Μια μέτρια πίπα, μια μέτρια δόση», της έχωσε στην παλάμη το ρομβοειδές σαν φυλλαράκι χαρτάκι ο ευμεγέθης άντρας και την άφησε με το σπέρμα του να κυλάει ακόμα στο αγέλαστο σαγόνι της.

Είχε αρχίσει να το συνειδητοποιεί πως μέρα με τη μέρα ήθελε τη δόση της όλο και πιο πολύ. Την είχε Ανάγκη. Δεν είχε να φοβάται καμία σωματική επίπτωση, ήξερε πως ο οργανισμός της ήταν έτσι φτιαγμένος που επισκεύαζε κάθε μικρή φθορά κατά τη διάρκεια του λιγοστού της ύπνου. Η Βασίλισσα δεν μπορούσε να την βλάψει. Αντιθέτως την έκανε να νοιώθει υπέροχα. Την έκανε να νοιώθει! Στο χείλος της πραγματικότητας, πλησίαζε τόσο πολύ στο να βιώνει συναισθήματα, που εκστασιαζόταν, τρελαινόταν, μέθαγε. Άραγε οι άνθρωποι ένοιωθαν συνέχεια έτσι;

«Δύο πέταλα για τον μικρό», την πλησίασε σοβαρός ένας καλοντυμένος μεσήλικας με υπνωτικά πράσινα μάτια καμουφλαρισμένα πίσω από σκουρόχρωμους φακούς. Το βλέμμα της πάνω στο παιδί δεν είχε αγάπη, μα έναν συλλογισμό σαν να μέτραγε. «Όχι», κοίταξε πάλι τον άντρα με σιγουριά.

«Εμένα ή τίποτα».

«Δεν αξίζεις τόσα», την πίεσε βγάζοντας με τρόπο από την τσέπη του ένα ολόκληρο λουλούδι από Βασίλισσες και ανασηκώνοντας τα γυαλιά του για να την κοιτάξει κατάματα.

Άγια κυκλώματα! η Κάλια συνειδητοποίησε πως ο άντρας απέναντί της μάλλον δεν ήταν άνθρωπος. Έμεινε να κοιτάζει με αμφιβολία τα παράξενα κιτρινοπράσινα μάτια. Ύστερα κοίταξε το χάρτινο λουλούδι στο χέρι του. Το ήθελε.

«Όχι τον μικρό», τρεμούλιασε η φωνή της αρνούμενη για δεύτερη φορά την λαχταριστή προσφορά.

«Όλο για τους δυο σας», έκρυψε πάλι τα πολύχρωμα χάρτινα πέταλα στην τσέπη του παντελονιού του ο άντρας και με ένα χαμόγελο σχεδόν συμπαθητικό άνοιξε το τσαντάκι που είχε δεμένο στη μέση του και της έδωσε μια πλαστικοποιημένη κάρτα με μαύρη μαγνητική εγγραφή στο πλάι.

«Έλα το βράδυ, είναι ασφαλές καταφύγιο», άπλωσε το χέρι του σαν να θελε να το ακουμπήσει στο κεφάλι της. Το έστρεψε τελικά λίγο πιο δεξιά και χάιδεψε τα μαλλιά του Μίνωα, που όλη αυτή την ώρα κοιτούσε ανέκφραστος τη σκηνή δίπλα στη γονατισμένη σύντροφό του.

Το παιδικό κορμί ανταποκρίθηκε στο χάδι του άντρα στρίβοντας και υψώνοντας το κεφάλι του σαν γατί που τρίβεται σε έναν άγνωστο προσωρινό σύμμαχο. Ένας ήχος αγαλλίασης βγήκε από κάποιο λαρύγγι. Η Κάλια δεν ήταν σίγουρη αν ήταν από τον Μίνωα ή από τον ξένο. Ξένο...

«Τι θα πει ξένος;», έστρεψε τη ματιά της στον Μίνωα όταν ο άντρας χάθηκε τελείως μέσα στο πλήθος της υπόγειας διάβασης. «Εμείς», της αποκρίθηκε αφελέστατα ο πιτσιρίκος και επιχείρησε χωρίς επιτυχία να χωθεί στην αγκαλιά της ....

«Τρέχα!», τράβαγε λαχανιασμένη το αγοράκι πίσω της η γυναίκα και τα πόδια της έβγαζαν σπίθες στην άσφαλτο. Ο μικρός την προσπέρασε ξαφνικά και την παρέσυρε σε ένα εντελώς άγνωστο στενό. Ξέφυγε από το χέρι της και την ανάγκασε να τον ακολουθήσει. Έστριβε και έτρεχε ασταμάτητα, ώσπου το μουγκρητό του Βραδιάρη έπαψε να ακούγεται και το μόνο που άκουγαν τώρα ήταν οι λαχανιασμένες τους ανάσες. Στάθηκαν για λίγο και οι δύο σκυμμένοι με τα χέρια στα γόνατα ώσπου να βρουν την ανάσα τους, αντίγραφο ο ένας του άλλου, αποτέλεσμα της μιμητικότητας των ανθρωποειδών.

«Εδώ είναι», επιβεβαίωσε το μικρό προτεταμένο χέρι αυτό που η γυναίκα είχε ήδη υποψιαστεί. Τους είχε οδηγήσει στο απομονωμένο τυπογραφείο του προχθεσινού αγνώστου. Η οδός ήταν γραμμένη πάνω στην κάρτα που της είχε δώσει. Εκδόσεις «Σέμυ», έγραφε στο κουδούνι μα δεν υπήρχε καμία ταμπέλα ή άλλο διακριτικό στο τεράστιο σαν εργοστάσιο γυμνό τσιμεντένιο κτήριο. Κανένα φως δε φαινόταν. Είχε ήδη νυχτώσει.

«Πάμε να φύγουμε από δω», κοίταξε επικριτικά τον αναψοκοκκινισμένο πιτσιρικά η Κάλια κι έκανε να φύγει. Η σειρήνα ακούστηκε από κάπου κοντά.

Συνεχίζεται...

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, από το βιβλίο "Οι τρεις δαίμονες του χρόνου", εκδόσεις συμπαντικές διαδρομές, Μάιος 2017
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.