Γέννηση, θάνατος, όνειρο, Πατήρ, υιός και Άγιο Ψέμα, απόσπασμα




Δε θυμόταν ακριβώς για πόσο καιρό υπέφερε από τον πόνο της επανενεργοποίησης. Πότε σταμάτησαν να τον πονούν οι πληγές που τον είχαν σκοτώσει; Το ραγισμένο κρανίο του, η μαχαιριά στην κοιλιά, το χέρι του που, μισό αιώνα μετά, έρχονταν ακόμα στιγμές που το ένοιωθε αποκομμένο από το υπόλοιπο σώμα. Θυμόταν πολύ καλά όμως τη στιγμή που έμαθε το  αντίθετο του πόνου- αν υπήρχε τέτοιο συναίσθημα. 
Το βράδυ που η Μύρρι γέννησε το πρώτο παιδί τους, αυτόν που αργότερα ονόμασαν Υπερίωνα, ο Γαλαξίας έκλεισε αυτόματα και έκανε επανέναρξη, νοιώθοντας για πρώτη φορά πραγματικά άνθρωπος. Δεν ήταν απλά ότι κέρδισε κάτι- έναν απόγονο- αλλά κυρίως ότι έχασε οριστικά ό,τι απέμενε από την καταλυτική εμφυτευμένη ανάγκη του να παραμένει θεός. Σε τι χρησίμευε πια να είναι θεός, αφού είχε καταφέρει να γίνει πατέρας; Το παιδί ήρθε δύσκολα, μετά από μια ακόμα πιο δύσκολη κύηση. Όλο το κορμί της Μύρρι ανασυντασσόταν μέρα με την ημέρα για να μπορέσει να ανταποκριθεί στο πρωτόγνωρο έργο του, να καλύψει τις  ανάγκες και τις ιδιομορφίες ενός ουσιαστικά πρωτόπλαστου εμβρύου. Σηκώνοντας για πρώτη φορά το μωρό στα χέρια του, ο Γαλαξίας αναρωτήθηκε κάτι που θα τον καθόριζε από τότε και για πάντα.
«Πώς είναι δυνατόν κάτι τόσο μικρό να είναι τόσο Μεγάλο»;
Ώστε αυτή ήταν η αληθινή θεϊκή δύναμη των ανθρώπων, αυτή που του είχε απαγορευτεί, αποκρυφτεί και αποσιωπηθεί τόσο έντεχνα και συμφεροντολογικά για δυόμιση  χιλιάδες χρόνια.
Για να είναι θεός έπρεπε να είναι ξένος προς τους ανθρώπους. Δεν μπορούσε να είναι ταυτόχρονα θεός τους και πατέρας τους. Και το ιερατείο τον χρειαζόταν  θεό, για να διαιωνίζει την επιρροή και την εξουσία του.
Ήταν το μεγαλύτερο κορόιδο του σύμπαντος. Θεός; Μαλακίες! Ήταν το παιχνιδάκι αυτών των ίδιων που περιέπαιζε. Ένας φαιδρός υπηρέτης με μια επίφαση μεγαλείου. Και τώρα κρατούσε το πραγματικό μεγαλείο στα χέρια του.

****************************************

Τις πρώτες ημέρες μετά το θάνατό της και τη φυγή του από το μοναστήρι, ο Γαλαξίας τις πέρασε παραδομένος σε μια ατελείωτη ασυναισθησία. Με αλκοόλ και όποια άλλη ουσία μπορούσε να προμηθευτεί, κατάφερνε να κρατήσει τα αρχεία που περιείχαν την ανάμνησή της, μακριά από τη μνήμη ταχείας προσπέλασης. Ταυτόχρονα σπρωχνόταν μακριά από ότι συνιστούσε και συντηρούσε τη ζωή. Είχε λες, μέσα σε λίγες ημέρες ζαρώσει και γεράσει μισό αιώνα. Ένας θλιβερός βρόμικος ζητιάνος που έβριζε ή παρακαλούσε για λίγο πιοτό ακόμα. Προτίμησε πολλές φορές να μην τραφεί, να μην κοιμηθεί, να μην πιεί νερό, για να συνεχίσει το ατελείωτο μεθύσι του. Σύντομα δεν είχε πια τίποτα να ανταλλάξει για να πληρώσει, οπότε απομακρύνθηκε  από κάθε ίχνος πολιτισμού και ανθρώπων, καταφεύγοντας στην έρημη ακόμα επιφάνεια. Η έλλειψη της Μύρρι από δίπλα του μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα μεταφραζόταν όλο και περισσότερο σε σωματικό πόνο. Νηφάλιος και αναγκασμένος πια να βιώσει εκείνον τον πόνο συνειδητοποίησε κάποια στιγμή, τι ήταν αυτό που ένοιωθε. Ένοιωθε πως ήταν λιγότερος. Ένα μυαλό λιγότερος, μια καρδιά λιγότερος, μια φωνή, δυο μάτια και δυο χείλη, δυο χέρια και δυο πόδια. Είκοσι δάχτυλα λιγότερος. Τεμαχισμένος. Μία ζωντανή φρίκη… Είχε στερηθεί το φαγητό και το νερό για εβδομάδες. Στερημένος από τη Μύρρι, δεν έβρισκε πια καμία σημασία στο να συνεχίσει να υπάρχει. Τέλος, παράτησε τον εαυτό του να προχωράει μπουσουλώντας με τα τέσσερα σα ζώο μέσα στη λάσπη. Σαν να του είχαν αφαιρέσει χειρουργικά όλα τα κόκαλα και να τον είχαν αφήσει ανήμπορο σκουλήκι, ανίκανο να ορθώσει το ανάστημά του και να κοιτάξει στον ουρανό. Μήπως τελικά αυτό ήταν ο θάνατος; Πρόβλημα. Να μη θες να σηκώσεις το κεφάλι σου ξανά, να μη θες να ξεδιψάσεις με νερό, να μη θες να ανασάνεις οξυγόνο, να μη θες να σε ζεστάνει ο ήλιος. Πρόβλημα, πρόβλημα, πρόβλημα. Να εύχεσαι να μην υπήρχες… Το μυαλό του βούιξε για μια ακόμα φορά ΠΡΟΒΛΗΜΑ κι ύστερα έκλεισε για να κάνει επανεκκίνηση.


Δεν υπήρχε καταγραφή του χρόνου διάρκειας της απενεργοποίησής του. Το χρονόμετρο έχει χαλάσει, σκέφτηκε. Αλλά μετά αναρωτήθηκε, πώς μπορούσε να σκέφτεται εάν ακόμα ήταν απενεργοποιημένος; Ονειρευόταν. Για πρώτη φορά στη ζωή του ονειρευόταν. Μέσα στον ύπνο του βρέθηκε να περπατάει σε ένα νεαρό πευκοδάσος. Το έδαφος που πατούσε ήταν χώμα, κοκκινόχωμα κυρίως, αν έκρινε από το χρώμα του, αν και έμοιαζε άρρωστο, στραγγισμένο από ζωή και γόνιμα συστατικά. Τα μικρά πεύκα μόλις μερικές δεκάδες εκατοστά ψηλότερα από τον ίδιο, όχι πολύ κοντά το ένα με το άλλο. Σούρουπο, λίγο μετά τη δύση του ηλίου. Από κάπου μακριά ακουγόταν ένας αλλόκοτος συνεχής αχός, με μικρές υψίτονες εξάρσεις που σε τρόμαζαν. Ένοιωσε τελείως ξένος ,σαν να μη βρισκόταν πάνω στη Μύρρι- Ιέλ πια. Ακόμα και τα ρούχα πάνω στο δέρμα του τα ένοιωθε ξένα ,τόσο διαφορετικά από ότι ήξερε, στενά, σκληρά, ψεύτικα. Δεν είχαν τη ζωή του βαμβακιού, του μαλλιού ή του δέρματος μέσα τους. Ήταν σχεδόν νεκρά. Στα πόδια του φορούσε μπότες, φτιαγμένες από το δέρμα κάποιου άγνωστου ζώου. Πολύ λεπτό και στεγνό σα χαρτί, λες κι είχε γδαρθεί από κάτι που φυτοζωούσε πεθαίνοντας όρθιο. Οι μπότες έτριξαν πάνω στο μισοπεθαμένο χώμα. Ο αέρας βρομούσε σάπιο πετρέλαιο και καπνό και τα αδύναμα πεύκα δεν είχαν τη δύναμη να τον καθαρίσουν και να τον φιλτράρουν. Κοίταξε για μια στιγμή τον ουρανό και δε βρήκε παρά ελάχιστα μοναχικά άστρα. Το σύμπαν καταστράφηκε, λοιπόν. Κοιμήθηκα μέχρι το τέλος του κόσμου, ανατρίχιασε.


Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, μυθιστόρημα υπό συγγραφή, απόσπασμα
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.