Ο Αφγανός στο τελευταίο θρανίο



Τον πρόσεξα αρκετά γρήγορα, παρότι ήταν σαν σκιά. Ίσως ακριβώς επειδή ηταν σα σκιά. Αδύνατος, μικρόσωμος, κιτρινωπός. Φορούσε μαυρο παντελόνι και μαύρο T-shirt. Και τα ρούχα του και το κούρεμά του ήταν μοντέρνα, φαινόταν πιτσιρικάς, γύρω στα 23 τον έκανα. 

Όλοι αυτοί οι πιτσιρικάδες Αφγανοί με είχαν εντυπωσιάσει με το στυλ τους. Όλοι πολύ μοντέρνοι, με σκισμένα τζιν, μακό μπλουζάκια με κόψιμο v και κάπως καγκούρικα κουρέματα, το μαλλί κοντοκουρεμένο, ξυρισμένο σχεδόν μέχρι το ύψος των ματιών και παραπάνω πιο μακρύ, με φράντζες να κρέμονται που καμιά φορά τους κάλυπταν μοιραία και το ένα μάτι. Καμιά φορά η φράντζα ήταν βαμμένη και πιο ξανθιά. Οι πιο πολλοί μικροκαμωμένοι. Δυσκολευόμουν να τους κατατάξω κάπου, σίγουρα δεν ήταν η εικόνα που θα έπλαθα στο κεφάλι μου για έναν Αφγανό. Κάποιοι από αυτούς είχαν σκιστά μάτια, έμοιαζαν πιο πολύ μογγόλικης καταγωγής και ήταν πιο χλωμοί. Άλλοι πιο σοκολατί, μόκα, έμοιαζαν περισσότερο με Ιρανούς, με Ινδούς. Πολλή εντύπωση μου έκανε η ποικιλομορφία τους. Αυτοί οι πιτσιρικάδες, που κάποιοι είχαν περάσει και με βάρκες από τη Λέσβο και είχαν κάνει όλη τη διαδρομή, έμοιαζαν ευδιάθετοι και γεμάτοι νεανική αθωότητα, σα μαθητούδια Λυκείου. 

Εκείνος όμως όχι. Το στυλ και το κούρεμά του έμοιαζε με των άλλων. Μόνο που φορούσε πάντα μαύρα κι έμοιαζε πιο χλωμός κι αδύνατος. Και κάτι σαν να είχε αποτινάξει τη νιότη από πάνω του. Σαν ολόγραμμα του εαυτού του ήταν. Σα σκιά. Είχε κι ένα όνομα που μου ήταν αδύνατο να απομνημονεύσω. Όλοι είχαν περίεργα ονόματα κι επώνυμα και όταν άρχισα να πρωτομπαίνω στις τάξεις να να βλέπω τις λίστες είπα πως ποτέ δε θα τα συνήθιζα. Κι όμως, μέσα σε μια βδομάδα τα είχα μάθει, έστω τα μικρά, όλων των μαθητών. Θυμάμαι το Σαμίμ, τον Καλίντ, τον Αλινάκι, κι άλλους. Οι περισσότεροι ήταν αγόρια, άντρες. Τα κορίτσια λιγότερα. Το όνομα και το επώνυμο εκείνου όμως ήταν ακατανόητο. Σαν να είχε δημιουργηθεί για να τον περιγράψει, να μην μπορεί να συλληφθεί ποτέ, να μην μπορεί να απομνημονευθεί, να μη σημαίνει τίποτα, να είναι μια τυχαία διάταξη χαρακτήρων, τυχαία και ενδεχομένως ανούσια, όπως και η παρουσία του εκεί μέσα. 

Με τάραζε. Όχι, δεν μπορώ να το πω. Πιο πολύ με έθλιβε μάλλον. Μου προκαλούσε ένα περίεργο συναίσθημα πως έβλεπα κάτι που δεν ήταν πραγματικό. Σαν ένα φάντασμα ή ένα όνειρο ή μια ταινία ή μια θεατρική παράσταση. Δεν είχε υπόσταση. Αυτό. Κάποτε είχα δει κάποια ταινία ή καρτούν που ο κεντρικός χαρακτήρας πανικοβλήθηκε όταν ανακάλυψε ότι δεν είχε σκιά. Την ίδια εντύπωση μου είχε δώσει και ο Ζαν Μπατίστ Γκρενουίγ στο βιβλίο το Άρωμα, όταν ανακάλυψε πως ο ίδιος δεν είχε άρωμα. Έτσι κι εκείνος ο Αφγανός μου έδινε την εντύπωση πως δεν είχε υπόσταση, ήταν μια οφθαλμαπάτη. Ναι, αυτή η αίσθηση του κενού ήταν που με τάραζε και με έθλιβε και ίσως με τρόμαζε κιόλας. Τι πλάσμα ήταν αυτό; 

Παραδόξως, όσο κι αν έμοιαζε να μη ζει στον ίδιο χώρο και να μην αντιλαμβάνεται την ίδια πραγματικότητα, συμμετείχε αδιαμαρτύρητα στο μάθημα. Μάλιστα έμοιαζε κάποιες φορές να είναι πιο συγκεντρωμένος και να κατανοεί καλύτερα από τους περισσότερους. Ήταν έξυπνος, είχε κοφτερό μυαλό, έμοιαζε να ξέρει πολλά. ´Ηταν οξυδερκής. Μιλούσε καλά αγγλικά, κάτι που σπάνια έβλεπα. Αντιλαμβανόταν σχετικά εύκολα τη δομή της γαλλικής γλώσσας. Κι ωστόσο, βρισκόταν πιο μακριά από τον οποιονδήποτε. Δεν έμοιαζε να δυσανασχετεί με τους άλλους, ούτε να θέλει να μείνει μόνος. Ούτε όμως και να συμμετέχει πραγματικά. Σαν η επικοινωνία να του ήταν κάτι άγνωστο. Δεν έμοιαζε να φοβάται. Σίγουρα όμως ούτε να νιώθει ασφαλής. Μα πραγματικά, τι πλάσμα ήταν αυτό; 

Κάθε είκοσι λεπτά μου ζητούσε να πάει στην τουαλέτα. Παρότι είχα σαφείς οδηγίες να μην τους πολυαφήνω να βγαίνουν από την τάξη, στο συγκεκριμένο δε θα μπορούσα να το αρνηθώ. Επέστρεφε με ένα μικρό πλαστικό ποτήρι νερό. Τον ρώτησα γιατί μου ζητούσε τόσο συχνά να πηγαίνει τουαλέτα. Μου απάντησε πως έπρεπε κάθε 20 λεπτά να παίρνει κάποιο φάρμακο. Αν κατάλαβα καλά μου είχε πει μορφίνη. Ήξερα πως οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες παρακολουθούνταν κι από γιατρούς, παθολόγους, ψυχιάτρους, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς κλπ, ήταν μέρος του όλου προγράμματος. Κάποιοι έπαιρναν φαρμακευτική αγωγή, άλλοι έλειπαν συχνά για εξετάσεις, άλλοι είχαν διατροφικές διαταραχές. Αλλά μορφίνη κάθε 20 λεπτά; Τον ρώτησα γιατί; Αν χρειαζόταν κάτι, τι του συνέβαινε. Μου είπε περισσότερα από ότι περίμενα να μου πει, σε αρκετά καθαρά αγγλικά. Δεν ήξερα αν ήταν αλήθεια ή αν έπασχε από κάτι που τον οδηγούσε στο να δημιουργεί ιστορίες. Αυτό που μου είπε είναι πως ήταν στον πόλεμο, πως είχε σκοτώσει κόσμο, πως στο στρατό του έκαναν πλύσεις εγκεφάλου, πως δε θυμόταν καν το όνομά του, ούτε πότε γεννήθηκε. Είναι άραγε δυνατόν κάτι τέτοιο; 

Ήταν τόσο παράδοξο μέσα σε ένα ωραίο και περιποιημένο ελβετικό κτήριο, κοντά στη λίμνη, μέσα στο πράσινο, μέσα σε έναν πολυπληθή και πολυπολιτισμικό διάδρομο με ανοιχτή μπλε μοκέτα, εγώ με μια μακριά φούστα, 8 μηνών έγκυος, ελληνίδα που με περνούσες για 20 ενώ ήμουν 30 και ήρθα να κάνω γαλλικά στο κέντρο μεταναστών ως αναπληρώτρια, να ακούω τέτοια κουλά πράγματα. Πώς να τον αντιμετωπίσω; Ήταν κάτι πέραν του να νιώσω συμπόνια, λύπη ή κάτι αντίστοιχο, όπως για άλλους που μου είχαν πει πως μπήκαν φυλακή ή αρρώστησαν ή έχασαν παιδιά, γονείς, αδέρφια κλπ. Πολλοί άλλωστε, παρά την πολιτική τους κατάσταση και την ταλαιπωρία τους, είχαν άριστη διάθεση μέσα στην τάξη κι έμοιαζαν να νιώθουν ασφαλείς και ικανοποιημένοι, ορεξάτοι! Μα έναν άνθρωπο, νέο, που σου λέει πως δε θυμάται το όνομά του, λόγω πλύσης εγκεφάλου, ύπνωτισμού και που σίγουρα βρίσκεται πολύ μακριά από εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε, σε ένα περιποιημένο κτήριο με μπλε μοκέτα δίπλα σε μια ελβετική λίμνη, πήγε στον πόλεμο, σκότωσε ανθρώπους και μοιάζει ακόμα με μαθητή λυκείου, μιλάει καλά αγγλικά και μαθαίνει γαλλικά, πώς; Τι να νιώσω ακριβώς; 

Ένιωσα κι εγώ ένα κενό. Ένα κενό στην ιδέα πως αυτός ο νεαρός Αφγανός μπορεί να περνούσε την υπόλοιπη ζωή του σε αυτήν τη σκιώδη κατάσταση. Χωρίς σκιά, χωρίς άρωμα, χωρίς υπόσταση. Κι άλλοι μπορεί να είχαν σκοτεινά σημεία στο παρελθόν τους, κάποιοι είχαν αλλάξει θρησκεία και όνομα και είχαν μια σύγχυση. Άλλο πάλι που μου είχε κάνει εντύπωση ήταν που όλοι οι μετανάστες από'την Ερυθραία 30 και άνω είχαν όλοι την ίδια ημερομηνία γέννησης. 1η Ιανουαρίου! Μα είναι δυνατόν να γεννηθήκατε όλοι πρωτοχρονιά; τους είπα. Μου εξήγησαν πως αυτή η ημερομηνία γέννησης τους δόθηκε στην Ελβετία για γραφειοκρατικούς λόγους. Πέραν του έτους γέννησης, η ημερομηνία τους ήταν άγνωστη, διότι πολλοί από αυτούς είχαν γεννηθεί σε ένα χωράφι στη μέση του πουθενά. Εκείνος όμως με το ακαταλαβίστικο όνομα ήταν πράγματι ο άνθρωπος φάντασμα. Όλα του τα στοιχεία έμοιαζαν να είναι σκοτεινά. 

Κάποια στιγμή τους είχα δώσει να παίξουν ενα επιτραπέζιο με πιόνια και ζάρια. Τον είδα να συμμετέχει, με αργές κινήσεις, με το βλέμμα στο κενό και συγκεντρωμένο ταυτόχρονα. Αυτό ήταν που μου έκανε εντύπωση. Δεν ήταν σαν να πηγαίνει και να έρχεται. Ήταν σαν να ήταν εκεί κι αλλού ταυτόχρονα. Πώς το έκανε; 

Είχα πού και πού τη συνήθεια να τους βάζω μουσική την ώρα που έκαναν ασκήσεις. Είπα ότι θα τους έβαζα γαλλική μουσική και είχα βρει το soundtrack της Αμελί σε μουσική του Yann Tiersen. Ήξερα γενικά πως θα τους άρεσε, πως θα τους γλύκαινε κάπως. Ήξερα πως θα άρεσε στα κορίτσια. Και τότε συνέβη το αναπάντεχο. Σήκωσε το χέρι του και με ρώτησε: ποιος έχει γράψει τη μουσική αυτή; Έγραψα στον πίνακα Yann Tiersen. Και το σημείωσε. Είχα μείνει άναυδη. Ήταν ο μόνος που έμοιαζε να ενδιαφέρεται τόσο πολύ γι'αυτό που άκουγε, κάτι έλαμψε, και στο βλέμμα του και στον τόνο της φωνής του. 

Ήταν δυνατόν; Και τότε θυμήθηκα τη Μουσικοφιλία του Όλιβερ Σακς κι όλα τα αξιοπερίεργα που ανέφερε μέσα. Ήταν άραγε δυνατόν η Αμελί να επαναφέρει στη ζωή ένα νεαρό Αφγανό που δε θυμάται το όνομά του; 

Γιατί να μην είναι; 

Καλημέρα! 

Κείμενο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου
Εικόνα: Βιβιάνα Αλεξοπούλου (Kleiwthalia)
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.