Χαμένοι στη Μετάφραση



Μόνη λοιπόν δίπλα στη λίμνη, παρέα με το Ρισελιέ, τον Ανδαλουσιανό, τις πάπιες, τη γάτα, τους κύκνους που μας έκαναν πού και πού την τιμή και περνούσαν μπροστά από τα βραχάκια, και μια φορά εκείνη η Θαλαμάνδρα. 

Μόνη και τελείως ελεύθερη. Όλοι αναρωτιούνταν τι στην ευχή έκανα εκει; Τι μύγα με τσίμπησε, ποιος διάολος μου το έβαλε στο κεφάλι να πα να μείνω σ'ένα τροχόσπιτο για 4 μήνες. Μα δεν καταλαβαίνετε ότι αφού σε τέσσερις μήνες θα φύγω δεν έχει νόημα να ψάχνω για διαμέρισμα; Μα δεν καταλαβαίνετε ότι θέλω την ησυχία μου, ούτε γείτονες, ούτε σπιτονοικοκύρηδες, ούτε τιποτα; Μα δεν καταλαβαίνετε ότι είμαι σα βασίλισσα εδώ, μπροστά από όλα τα αμπέλια, πάνω ακριβώς στη λίμνη, στο επίπεδο που βρίσκεται η βίλα του Λε Κορμπουζιέ, το Κάστρο Σιγιόν κι όλα τ'άλλα αξιοθέατα; Δεν καταλαβαίνετε πόσο τυχερή είμαι να γυρνάω κομμάτια από τη δουλειά και να βλέπω τους κύκνους να κολυμπάνε στην "αυλή μου"; Ακόμα και το τραίνο που περνάει ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου και μου στέρησε τον ύπνο τις δυο τρεις πρώτες μέρες, ακούγεται πια σα νανούρισμα. 

Μοναξιά; Μπα, δε θα το έλεγα. Εξάλλου, δεν είμαι τελείως μόνη. Ο Ρισελιέ, αν και τον λένε οι φίλοι Ισπανοί στριμμένο, είναι πολύ καλούλης μαζί μου. Σίγουρα πολύ πιο καλούλης από τη γάτα του, που με έχει γραμμένη. Είναι τόσο καλούλης που μου πρότεινε να μου δανείσει ένα ποδήλατο για να πηγαινοέρχομαι στο σταθμό. Θα μιλήσω για το ποδηλατάκι αυτό άλλη φορά. 

Αυτή τη φορά θα μιλήσω για το φιλαράκι μου από την Ανδαλουσία. Την Ανδαλουθία, θυγγνώμη. Πώς σου φαίνεται ένας τυπάκος κοντούλης, με μακρύ μούσι, τατουάζ, μπλούζα χεβιμεταλά, κάπως μυστήριος, αλλά καλοσυνάτος να γίνεται φιλαράκι σου στη μέση του πουθενά; Ξέρεις, όταν νιώθεις μόνος, χαμένος κι ελεύθερος έρχεσαι κοντά και με άλλους που νιώθουν έτσι. Ήταν αναπόφευκτο να τα λέγαμε κάποια στιγμή, μετά τις πρωινές συναντήσεις στις τουαλέτες που παίζει ποπ ραδιόφωνο 24 το 24ωρο, όπου ο άλλος σε βλέπει να βουρτσίζεις τα δόντια σου και σε ακούει να τραβάς καζανάκι. Αποκτάς θέλοντας και μη μια οικειότητα. Όταν ανακαλύπτεις επίσης πως η λέξη σαλαμάνδρα είναι η ίδια και στα ισπανικά και στα ελληνικά όπως και πλήθος άλλες λέξεις, αποκτάς θέλοντας και μη μια οικειότητα. Όταν έχεις δύο μικρά παιδιά από δύο διαφορετικές γυναίκες στην Ανδαλουσία, έχεις χάσει δύο αδέρφια σε δύο διαφορετικά τροχαία και είσαι σε μια χώρα όπου δε μιλάς τη γλώθθα και προθπαθείθ με θπαθτά γαλλικά και θπαθτά αγγλικά και θπαθτα τα πάντα όλα να συννενοηθείς και παραδίπλα μένει μια πιτσιρίκα που κι εκείνη έχει μείνει μόνη της για διάφορους λόγους τέλος πάντων και φαίνεται να είναι επιλογή της και μιλάει φαρσί αγγλικά και φαρσί γαλλικά και φαίνεται να έχει διάθεση και υπομονή να αποκωδικοποιήσει τα ακαταλαβίθτικα ιθπανοανδαλουθιανογαλλικοαγγλικά θου, αποκτάς θέλοντας και μη μια οικειότητα. 

Μα πώς να μη θέλω να τα αποκωδικοποιήσω; Λες και συναντάς κοντούληδες καλοσυνάτους Ανδαλουσιανούς χαρλεάδες που μένουν σε τροχόσπιτο κάθε μέρα; Άσε που με έπιανε το δασκαλιλίκι μου: θα μάθω εγώ γαλλικά που ξέρω, ακόμα και στις πέτρες! Θκατούλεθ! Τι γαλλικά να του μάθω; Μέσα σε μια πρόταση 2 λέξεις ισπανικά, 3 γαλλικά και 5 αγγλικά, όλες μιθοφαγωμένεθ. Γιατί οι Ανδαλουσιανοί είναι κάτι σαν τους Μεσολογγίτες, δεν έχουν λέξεις με πάνω από δυο θυλλαβέθ, γιατί τις κόβουν όλες. Πιο πολύ ώρα τρώγαμε να μου εξηγεί ότι άλλη γλώσσα μιλάνε κάτω, άλλη πάνω, άλλη δεξιά, άλλη αριστερά, άλλη στο κέντρο. Όλοι μιλάνε τα λεγόμενα ισπανικά, αλλά για τα μάτια του κόσμου. Μια φορά μου είχε σχεδιάσει σε μια χαρτοπετσέτα το χάρτη της χερσονήσου. Ναι, δεν είχαμε και πάντα wifi να μου το δείξει στο google, άλλο δράμα αυτό... Μου έδειχνε ένα ένα τα διαμερίσματα, μου έλεγε: Καταλούνια, ότρο παί (= άλλη χώρα), μου έλεγε Πορτουγκάλ, ντεσετερί (=χωματερή). Τον ρώτησα τι θέμα είχε με τους Πορτογάλους. Μου είπε πως όταν ήταν στην Ισπανία δεν είχε κανένα θέμα, ήταν μια χαρά γειτονάκια. Στην Ελβετία όμως είχαν πάρει ψηλά τον αμανέ, υπήρχε ανταγωνισμός και πως οι Πορτογάλοι ήταν οι πιο καθυστερημένοι άνθρωποι με τους οποίους μπορούσε κανείς να συναναστραφεί, ειδικά όταν τους έδινες να κάνουν κάτι που απαιτούσε ενεργοποίηση των εγκεφαλικών κυττάρων. Κι εσύ από πού είσαι; τον ρώτησα. Και μου έφτιαξε μια κουκιδίτσα κάτω κάτω κάτω, στο Γιβραλτάρ. Κάντιθ, μου είπε. Κοίτα να δεις, δεν την είχα ακούσει ποτέ αυτήν την πόλη. Μου φάνηκε μαγικό να είναι από εκεί, να έχει την Αφρική απέναντι, να έχει έρθει κατά κάποιο τρόπο από την άκρη του κάποτε γνωστού κόσμου. Πολύ θα ήθελα να πάω εκεί μια μέρα, σκέφτηκα. H Ισπανία με έκανε πάντα να ονειρεύομαι. Ήθελα να παριστάνω τον Ελ Γκρέκο, να πάω στο Τολέδο και να δω αν μπορεί να θεωρηθεί δεύτερο σπίτι, δεύτερη πατρίδα. 
 
Ανδαλουσία... άρα θα ήξερε φλαμένκο, ή έστω πολλά πράγματα γι'αυτό! Πράγματι, ο ίδιος είχε τσιγγάνικες ρίζες. Είχε πάρει το όνομα του πατέρα του που είχε πάρει το όνομα του παππού του, κι ο ίδιος το είχε δώσει στο μικρό γιο του. Έμοιαζε πολύ περήφανος για όλη αυτή την ιστορία. Μου εξήγησε πως είχε 4 μικρά ονόματα και 2 επώνυμα, εκ των οποίων το πρώτο νομίζω ήταν της μητέρας του. Παίρνουν πρώτα της μητέρας τους το επώνυμο! Ουάου, σκέφτηκα! Κάτι τέτοιο δεν έκαναν και στη Μινωική Κρήτη; Ο ιδανικός τόπος και χρόνος για να ζει μια γυναίκα. Να φοράει αυτό το τόπλες φόρεμα της Αριάδνης και να χορεύει φλαμένκο. Αααααααχ, η πατριαρχία θα μας φάει όλους! Η μεγαλύτερη μάστιγα της ανθρωπότητας. 

Και όντως ήξερε για το φλαμένκο, αν και δε χόρευε, προς μεγάλη μου απογοήτευση γιατί ήταν μεταλάς. Μου εξήγησε όμως ότι υπάρχουν άπειροι ρυθμοί, μοτίβα, ρεύματα, σχολές κι ότι είναι όλο μια φιλοσοφία τόσο βαθιά ριζωμένη που δε διακρίνεται από την καθημερινότητα. Μου είπε πως το φλαμένκο μιλάει για όλα τα βάσανα του ανθρώπου: τον έρωτα, τη γυναίκα, τα ναρκωτικά, τη φυλακή, την πατρίδα, τη μάνα, ααααααχ... κυρίως τη μάνα. Α, Καζατζίδης δηλαδή! του κάνω με μια φυσικότητα. Με κοίταξε με εμφανή απορία! Καζατζίδης καλέ, κλαίει η μάνα μου στο μνήμα, κλαίει κι η Παναγιά, όι μανούλα μου, μα εγώ δε ζω γονατιστός, είμαι της Γερακίνας γιος κλπ κπ. Απορία... Άρχισα να του βάζω στο youtube ρεμπέτικα και να του εξηγώ το una faccia una razza και να του τραγουδάω παράφωνα: Πέντε χρόνια διχασμέένος μέσα στο Γεντί Κουλέέέ! Ε, εσκάσε στα γέλια ο άνθρωπος, αυτός ήταν κι ο σκοπός άλλωστε. Ρεμπέτικο = ελληνικό φλαμένκο, του κάνω. Του έβαλα μερικά, πιο βαριά, πιο ελαφριά. Ήξερε το Ζορμπά εννοείται. Την άλλη μέρα του χτύπησα την πόρτα και άκουγε playlist Στράτο Διονυσίου. Νίκη! σκέφτηκα από μέσα μου! 

Μου έδειξε φωτογραφίες τα δύο πιτσιρίκια. ο πρώτος ξανθούλης κεφτεδάκος, ο δεύτερος ένα μαμούνι σκέτο. Έδωσε στον πρώτο το όνομα Ερνέστο, από τον αείμνηστο. Άρχισα να του τραγουδάω τότε παράφωνα: Κομαντάάάάντεεε Τσε Γκεβάάάρααα. Του είπα ψωροπερήφανα πως υπάρχει και ελληνική βερσιόν του εν λόγω άσματος, το οποίο του έβαλα στο youtube και εννοείται πως ξίνισε τα μούτρα του απροκάλυπτα. Δε μου αρέσει, μου είπε. Είναι σαν ψεύτικο. Ε λογικό, γλυκέ μου, εσύ είσαι ισπανόφωνος (ο Θεός να σε κάνει δηλαδή, γιατί ανδαλουσιανόφωνος είσαι), πώς να μη σου φαίνεται νερόβραστη η ελληνική βερσιόν και όποια άλλη δηλαδή; 

Καμιά φορά μου έκανε το τραπέζι. Όλα ήταν τακτοποιημένα με αλφάδι μέσα στο δικό του τροχόσπιτο και πεντακάθαρα. Σε εκ διαμέτρου αντίθεση με το δικό μου. Να πω την αμαρτία μου, ντρεπόμουν λίγο να δει το δικό μου άνθρωπος, αλλά τι θες; Αφού ξυπνούσα χάραμα και γυριζα 9 το βράδυ το εργαζόμενο κορίτσι, σιγά μην κάνω και φασίνα! Άντε! Ωστόσο, ένιωθα ντροπή όταν έμπαινα στο σπίτι του. Ναι σπίτι του. Έτσι τα λέγαμε. Σπίτι μου, σπίτι σου, σπίτι του. Κι έτσι τα νιώθαμε κιόλας. Είχε πολλή πλάκα. Μου έβαλε ένας σαραντα φεύγα Ανδαλουσιανός εργένης τα γυαλιά όσον αφορά την καθαριότητα και τη νοικοκυροσύνη. Και τη μαγειρική... αυτό κι αν ήταν πλήγμα... Μια φορά μου φτιάξει ένα παραδοσιακό επιδόρπιο με φράουλες μέσα σε κρασί, ξύδι, κάτι τέτοιο. Μου φύλαξε και για την άλλη μέρα. Κάθε μέρα με ρώταγε αν έφαγα και μου έλεγε ότι είχε περισσέψει λίγο από το μεσημεριανό. Άλλες φορές το έπαιζα υπεράνω κι έφτιαχνα μόνη μου κάτι που δεν τρωγόταν, κι άλλες εκμεταλλευόμουν την υπέρμετρη καλοσύνη στη μέση του πουθενά. 

Μια μέρα, από εκείνες που νομίζεις πως όλες οι κατάρες, οι εφτά πληγές του Φαραώ και το μάτι του Σάουρον έχουν πέσει πάνω σου, ήμουν με το ποδήλατο στην οδό General Guisan (που όλοι έλεγαν Senegal Guisan, λόγω της εμφανούς πλειοψηφίας αφρικανικού πληθυσμού στην περιοχή), νομίζω έβρεχε και κουβαλούσα άτσαλα και κόντρα στους νόμους της μηχανικής δύο τεράστιες σακούλες από το Migros με προμήθειες, συν τη σάκα μου στην πλάτη και απλά δεν πήγαινε άλλο. Καταράστηκα το Δία και τον Τουτατίς για τη δυστυχία μου που ήμουν μόνη, ξένη, δύσμοιρη, παρατημένη, κάτι ανάμεσα στο Κοριτσάκι με τα Σπίρτα και μια ωρολογιακή βόμβα, ώσπου έσκασα! Έπεσα με το ποδήλατο στο δρόμο, οι τσάντες σκόρπισαν και εκείνη την ώρα τσουπ, ο Ανδαλουσιανός με το αυτοκίνητο: Βιβιάνα! Ήρθε, με μάζεψε από την άσφαλτο, έβαλε τα πράγματα στο αυτοκίνητο και με πήγε "σπίτι". 

Ξέρεις, είναι ωραίο να ακούς το λατινογενές όνομά σου να το προφέρει ένας Ιταλός, Ισπανός, Λατινοαμερικάνος. Είναι σαν να το ακούς πρώτη φορά σωστά, ακούς και μια χορωδία στο κεφάλι σου να τραγουδάει το Αλληλούια! Ειδικά αν σε λέει και Βιβιανίτα, εκεί σου κάνει την καρδιά κομμάτια. Όχι, δεν έγινε κάτι με τον Ανδαλουσιανό, όσο κι εκείνος σαν άντρας να το ήθελε τέλος πάντων. ´Ημαστε Χαμένοι στη Μετάφραση, όπως στην ταινία. Ήταν όμως το παρεάκι μου, ο προστάτης μου, το γειτονάκι μου και του είχα μεγάλη αδυναμία. Τον είχα έγνοια και με είχε έγνοια. Κι αυτό ήταν πολύ όμορφο. Με έμαθε κάτι σημαντικό. Πως ο σεβασμός και η φιλία είναι τα σημαντικότερα δώρα που έχει ένας άντρας να σου προσφέρει. Κι αυτό ίσως το αντιληφθείς εκ των υστέρων. 

Μετά από μερικές βδομάδες, ο Ανδαλουσιανός είχε ξυρίσει το μούσι. Είχε βγάλει τα μαύρα t-shirt. Είχε αφήσει το μαλλί να φυτρώσει ξανά. Γλύκανε, έγινε αγνώριστος. Νομίζω κάποιο ρόλο έπαιξα σ'αυτό. Μετά χαθήκαμε για ένα χρόνο. Όταν βρεθήκαμε ξανά είχε βρει καλύτερη δουλειά, έκανε μαθήματα γαλλικών να πάρει κάποια πιστοποίηση. Την τελευταία φορά που τον είδα, μαγείρευε για την Πιλάρ. Η Πιλάρ ήταν όμορφη σαν το όνομά της. Καταλανή, είχε τεράστια γκριζοπράσινα μάτια, γλυκό χαμόγελο και εξέπεμπε γαλήνη. Πονηρούληηη, τι κορίτσι χτύπησες! Μα καλά βρε γλυκέ μου, γυναίκα από την Καταλονία πήγες και βρήκες; του λέω περιπαιχτικά. Μου έσκασε ένα χαμόγελο γεμάτο νόημα και από τότε εύχομαι να ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα! :) 

Κείμενο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου
Σκίτσο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου, Το Φεστιβάλ των Λουλουδιών της Κόρδοβας
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.