Εντυπώσεις της Μύρτιδας από μια βόλτα στην Αγορά της Αθήνας



Ήμουν πια αρκετά μεγάλη για να καταλαβαίνω τα πράγματα, όταν ο πατέρας μου με πήρε μαζί του στην Αγορά. Εκείνος πήγε κατ’ ευθείαν στο εργαστήρι του. Είχε αργήσει και φοβόταν ότι ο σπουδαίος πελάτης του θα τον περίμενε. Ο πελάτης του ήταν ο ανιψιός του Περικλή, ο Αλκιβιάδης. Θα ήταν τότε 19 χρόνων. Ένα όμορφο αγόρι με το οποίο όλα τα κοριτσόπουλα ήσαν κρυφά ερωτευμένα. Με άφησε λοιπόν ο πατέρας μου στην είσοδο και άρχισα την περιπλάνηση στον πρωτόγνωρο για μένα χώρο. Ήταν ο μήνας Θαργηλίων, ο δικός σας Ιούνιος. Η ζέστη ήταν υποφερτή, καθώς ένα δροσερό αεράκι κατέβαινε από το όρος Πεντελικό φέρνοντας μαζί του τις μεθυστικές ευωδιές από τις εξοχές της Αθήνας. 

 Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση ήταν τα λαμπρά Δημόσια κτήρια. Η Αγορά δεν ήταν μόνο ένας χώρος όπου γίνονταν αγοραπωλησίες και γενικά εμπορικές δραστηριότητες. Η Αγορά των Αθηνών ήταν το επίκεντρο της δημόσιας ζωής. Φανταστείτε ένα τεράστιο τετράγωνο που περιβάλλεται στις τέσσερις πλευρές του από κτίρια. Ήταν από κάθε άποψη το κέντρο της πόλης. Εδώ διαδραματίζονταν όλες οι πτυχές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Εδώ ήταν το Βουλευτήριο, η Βασιλική στοά, η Μακρά στοά, τα Δικαστήρια, το Μητρώο οπου φυλάγονταν τα Αρχεία της πόλης. Εδώ ήταν ακόμη το Ωδείο, ναοί προς τιμήν του Ηφαίστου, του Άρη, η Θόλος, και παντού αγάλματα και αναμνηστικά Μνημεία που υπενθύμιζαν στους πολίτες τους παλαιούς θριάμβους, τις νικηφόρες μάχες κατά των Περσών, στο Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα. Εδώ, στην Αγορά, γίνονταν οι εκλογές για τους βουλευτές, εδώ και η διαδικασία του εξοστρακισμού, όπου ελεύθερα οι πολίτες έκριναν ποιος είναι επιζήμιος για την Δημοκρατία και τον εξόριζαν μακριά από την πόλη.  Εδώ ήταν που οι ρήτορες ανέβαιναν στο Βήμα και μιλούσαν στους πολίτες αναπτύσσοντας όλες τις νέες ιδέες για μια καλύτερη ζωή.

 Βέβαια, αγορά χωρίς χρήματα δεν λειτουργεί. Αυτό το διαπίστωσα περνώντας από το σημείο που κάθονταν οι αργυραμοιβοί. Όλα τα νομίσματα του κόσμου : Χελώνες από την Αίγινα, κορινθιακοί στατήρες με τον πήγασο, θηβαϊκοί με την ασπίδα, ιωνικά νομίσματα, αλλά και αυτά τα υπέροχα από τις αποικίες της Σικελίας, άλλαζαν χέρια, αφού πρώτα ελεγχόταν η γνησιότητά τους. Πλησίασα δειλά - δειλά και ρώτησα ποιος είναι ο αργυραμοιβός Δήμων. Ο πατέρας μου είχε συνεννοηθεί μαζί του, προκειμένου να μου πει μερικά πράγματα γύρω από τα νομίσματα. Αφού κάποιος μου τον έδειξε, τον πλησίασα, και μετά τις απαραίτητες συστάσεις εκείνος άρχισε: « Εδώ βλέπεις, Αμφιτρίτη μου, τα νομίσματα που είναι απαραίτητα για τις συναλλαγές. Είναι ένας τρόπος συναλλαγής που εφευρέθηκε πριν από δύο περίπου αιώνες»… Την κουβέντα την διέκοψε ένας χοντρός πολίτης, έμπορος της αγοράς όπως διαπίστωσα, που ήρθε θορυβημένος και δείχνοντας στον Δήμωνα έναν στατήρα από την Σάμο του είπε: «Νομίζω ότι με γέλασαν… Σαν πολύ ελαφρύς μου φαίνεται αυτός ο στατήρας. Σε παρακαλώ έλεγξέ τον». Ο αργυραμοιβός πήρε το νόμισμα στο χέρι του, κούνησε το κεφάλι του, και κάνοντας ένα μορφασμό αμφιβολίας, χάραξε τον ασημένιο στατήρα με ένα ειδικό εργαλείο… « Μμμμ… Βλέπεις; είπε στον άνθρωπο, ο χαλκός φαίνεται εύκολα κάτω από την επίστρωση … Δυστυχώς ο στατήρας είναι ψεύτικος… Σε γέλασαν»… Αφού ο έμπορος έφυγε φανερά στεναχωρημένος, ο Δήμων συνέχισε: «Λοιπόν, κόρη μου, θα σου εξιστορήσω πώς φτάσαμε στη χρησιμοποίηση του νομίσματος… Για πάρα πολλά χρόνια, οι άνθρωποι ζούσαν αποκλειστικά κυνηγώντας… Πολλές ήσαν οι ανακαλύψεις-σταθμοί στην ιστορία του ανθρώπου που άλλαξαν δραματικά και τον τρόπο της ζωής του. Η φωτιά και τα μέταλλα ήσαν από τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις. Αλλά, όπως σου είπα, πριν από αυτές τις ανακαλύψεις οι άνθρωποι ζούσαν από το κυνήγι. Κάποτε, παράλληλα με το κυνήγι, αρχίζουν να ασχολούνται και με την γεωργία. Εγκαταλείπουν έτσι κατ’ ανάγκη την νομαδική ζωή και συγκροτούν τους πρώτους οικισμούς… Κατάλαβες; Αυτός λοιπόν ο νέος τρόπος ζωής, φέρνει σιγά-σιγά την εξειδίκευση.. Άλλος γίνεται γεωργός, άλλος κτηνοτρόφος, άλλος ψαράς. Ορισμένοι που έχουν κάποια επιτηδειότητα φτιάχνουν όπλα, άλλοι επεξεργάζονται δέρματα και ράβουν ρούχα, άλλοι πάλι ανακαλύπτουν την ιδιότητα του πηλού να σκληραίνει με το ψήσιμο, και γίνονται αγγειοπλάστες… Όπως καταλαβαίνεις, Αμφιτρίτη* μου, όλοι έχουν ανάγκη από πράγματα που κατέχει ή κατασκευάζει κάποιος άλλος. Ο γεωργός δίνει μια ποσότητα από το σιτάρι που του περισσεύει, για να πάρει κάποιο θήραμα που έχει ο κυνηγός. Ο αγγειοπλάστης πάλι, δίνει μερικά πήλινα σκεύη για να πάρει ένα πρόβατο από τον κτηνοτρόφο… Έτσι, με τον καιρό δημιουργήθηκε το εμπόριο, όπου κάποιος μεσάζων συγκέντρωνε αγαθά από κάποιον τόπο που περίσσευαν, και τα μετέφερε εκεί όπου κάποιοι άλλοι τα χρειάζονταν. Αυτοί, πάλι, τα αποχτούσαν δίνοντας στον έμπορο ό,τι περίσσευμα σε αγαθά είχαν. Αυτή λοιπόν η ανταλλαγή έμεινε γνωστή σαν αντιπραγματισμός… Ήρθε τώρα η ώρα να σου πω πώς φτάσαμε στο νόμισμα… Όταν ανακαλύφθηκαν τα μέταλλα, που είχαν μεγάλη αξία λόγο της χρησιμότητάς τους, δεν ήταν πια αναγκαίο να δίνει κάποιος ένα αγαθό προκειμένου να αποκτήσει κάποιο άλλο. Μπορούσε να δώσει έναν προσυμφωνημένο σβώλο αργύρου… Κάποιος σκέφτηκε να χτυπήσει κάποια παράσταση πάνω στον σβώλο. Μια παράσταση ενός ζώου ας πούμε, ή ενός Θεού, και έτσι δημιουργήθηκε το νόμισμα… Κατάλαβες κόρη μου»; Είχα καταλάβει, και αφού ευχαρίστησα τον καλόν άνθρωπο για τις γνώσεις που μου μετέφερε, συνέχισα την περιήγησή μου στην αγορά. 

Προχωρώντας πέρασα από τον χώρο που βρίσκονταν τα διάφορα εργαστήρια, οπου αγγειοπλάστες, σανδαλοποιοί, χαλκοχόοι, γλύπτες, έφτιαχναν και πουλούσαν τα έργα τους. Σιγά-σιγά έφτασα και στον πυρήνα της Αγοράς. Εκεί που ήσαν συγκεντρωμένοι οι πωλητές διάφορων προϊόντων.  Άλλοι πουλούσαν φρούτα: Ωραία σύκα, βερίκοκα, αχλάδια. Άλλοι πουλούσαν αμύγδαλα, καρύδια, μέλι. Τα περισσότερα προέρχονταν από τους γύρω Δήμους. Αμφορείς με κρασί από τους Δήμους Κρωπίας, Παιανίας και Παλλήνης. Λαχανικά από τον Μαραθώνα και τη Βραυρώνα. Κάρβουνα από το Δήμο Αχαρνών. Πιο πέρα κάποιοι πουλούσαν οικιακά σκεύη από πηλό και χαλκό. Καλλιτέχνες ζωγράφιζαν αγγεία με εικόνες από την καθημερινή ζωή. Όσοι από αυτούς έρχονταν από αλλού, πριν μπουν στην πόλη σταματούσαν είτε στο Δίπυλο, όπου έρρεε ο Ηριδανός ποταμός, είτε σε άλλες εισόδους της πόλης οπου υπήρχαν βρύσες και πλενόντουσαν. Υπήρχε αυστηρός κανόνας να μπαίνουν στην πόλη καθαροί. Βλέπετε, το ταξίδι τους διαρκούσε αρκετές ώρες και στο δρόμο σκονίζονταν και βρωμίζονταν.

 Καθώς προχωρούσα, μου ήρθε έντονη μυρωδιά από ψάρια. Είχα φτάσει στον πιο θορυβώδη χώρο της Αγοράς, στα ιχθυοπωλεία. Τα ψάρια και τα θαλασσινά ήταν η μεγάλη αδυναμία των Αθηναίων. Οι έμποροι τα έφερναν είτε από τα ελληνικά νησιά, είτε από τον Εύξεινο Πόντο ή ακόμη και από την κοντινή Αίγινα. « Οι ιχθυοπώλες ήσαν οι πιο δύσκολοι έμποροι της αγοράς, μιας και το εμπόρευμά τους ήταν τις πιο πολλές φορές λιγοστό. Αυτό νομίζω συμβαίνει και σήμερα. Ζητούσαν όσα χρήματα ήθελαν. Και αν κάποιος έκανε την παρατήρηση ότι η τιμή είναι υπερβολική, « αυτή είναι η τιμή που εγώ πουλάω ψάρια, και αν σου αρέσει. Αλλιώς πήγαινε αλλού», έπαιρνε την αποστομωτική απάντηση. Εκεί κοντά τριγύριζαν και οι αγορανόμοι, «επόπτες» όπως ονομάζονταν, και παρακολουθούσαν αν τηρούνται οι διατάξεις του νόμου. Αυτοί, ανάμεσα στα άλλα, φρόντιζαν να μη καταβρέχουν οι έμποροι τα ψάρια με νερό, ώστε να φαίνονται πιο φρέσκα! Ξαφνικά ακούω μια φασαρία, βλέπω κόσμο μαζεμένο να χειρονομεί και ο καθένας να λέει τα δικά του. Τι είχε συμβεί; Ένας ηλικιωμένος Αθηναίος είχε ζαλιστεί και λιποθύμησε. Κάποιος ιχθυοπώλης θέλοντας να τον βοηθήσει του έριξε ένα δοχείο με νερό για να συνέλθει. Ο γέροντας συνήλθε, αλλά πολλοί παρευρισκόμενοι έγιναν μούσκεμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αρκετό νερό έπεσε και στα απλωμένα ψάρια. Πάνω στην ώρα έρχονται και οι επόπτες και ο ψαράς είδε και έπαθε να τους εξηγήσει πώς έχουν τα πράγματα. Βέβαια, οι περαστικοί έδειξαν προθυμία να επιβεβαιώσουν το περιστατικό και ο άνθρωπος τη γλύτωσε. Τα ψάρια όμως έτσι κι’ αλλιώς φρεσκαρίστηκαν και o ψαράς ανταμείφθηκε, αφού μπόρεσε να ανεβάσει την τιμή σε τρεις οβολούς το κομμάτι. 

 Κάποτε έφτασα στο εργαστήριο του πατέρα μου και εκεί άκουσα τους τελευταίους πελάτες του καθώς φωνασκούσαν επιλύοντας όλα τα προβλήματα του κόσμου. Μιλούσαν για τα έργα της Ακρόπολης, για τους εξοστρακισμούς, για τους δημαγωγούς, για τα τελευταία κατορθώματα του κακομαθημένου Αλκιβιάδη και της παρέας του, για τα προβλήματα με τους συμμάχους. Αλλά το κυρίαρχο θέμα των ημερών ήταν οι κατηγορίες εναντίον του Φειδία. Αυτό το τελευταίο το γνώριζα πολύ καλά από πρώτο χέρι. To είχε ακούσει ο πατέρας μου λίγες μέρες πριν, όταν είχε πάει μια παραγγελία στο σπίτι του Περικλή. Έλεγε λοιπόν ο στρατηγός, ότι: «…οι πολίτες είναι αχάριστοι και αντί να χαίρονται με τα λαμπρά μνημεία του ιερού βράχου που στους μελλοντικούς αιώνες θα είναι εκεί να διαλαλούν τη δόξα της Αθήνας, από ζηλοφθονία κατηγόρησαν τον Φειδία για κλοπή δημόσιας περιουσίας». Έλεγαν δηλαδή, ότι κράτησε για τον εαυτό του ποσότητα χρυσού από αυτόν που του παρέδωσε η πολιτεία για να φτιάξει το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς. Αλλά ο πονηρός γλύπτης περίμενε αυτήν την εξέλιξη και είχε φροντί-σει να είναι αποσυναρμολογούμενα τα μέρη του χρυσού. Έτσι τα κατέβασε και τα ζύγισε ντροπιάζοντας τους συκοφάντες του, αφού αποδείχτηκε ότι δεν έλειπε δράμι από το πολύτιμο μέταλλο πού είχε παραλάβει από το Δημόσιο Θησαυροφυλάκιο. 

Με αυτά κι αυτά, έκλεισε ο πατέρας μου το εργαστήριο και ξεκινήσαμε για το σπίτι. Το σπίτι μας ήταν κοντά στον Ιλισσό ποταμό και είχαμε να κάνουμε το γύρο της Ακρόπολης. Πάντα μού άρεσε να κάνω αυτή τη διαδρομή. Ακόμη και τώρα - άμα το σκάω από το Μουσείο- κάνω το ίδιο και διαπιστώνω ότι η περιοχή δεν έχει αλλάξει και πολύ. Περνώντας τη συνοικία της Μελίτης έχουμε στα αριστερά μας τον λόφο της Πνύκας και στα δεξιά μας το λόφο του Άρειου Πάγου που ήταν και τότε κατάφυτοι από αυτή την ήπια αθηναϊκή βλάστηση: Πευκάκια, κυπαρισσάκια, δάφνες και πικροδάφνες, μυρτιές, ελιές και ευωδιαστούς θάμνους. Η μέντα, το θυμάρι και το δεντρολίβανο, σκόρπιζαν ένα γύρο μεθυστικά ανοιξιάτικα αρώματα. 

Η περιπλάνησή μου στην Αγορά μού είχε ανοίξει την όρεξη, και πλησιάζοντας στο σπίτι, αναρωτιόμουν τι φαγητό θα είχε άραγε μαγειρέψει η μητέρα μου. Τώρα βέβαια θα θέλατε να μάθετε από πρώτο χέρι τι τρώγαμε τότε στην Αθήνα. Λοιπόν δεν πρόκειται εδώ να ακούσετε για κάποια παράξενα φαγητά. Την κυρίαρχη θέση στη διατροφή μας κατείχαν τα δημητριακά με πρώτο απ’ όλα το ψωμί. Τρώγαμε κρεμμύδια, σκόρδα, ρίζες, γουλιά, καρώτα. Οι βολβοί ήσαν περιζήτητοι. Ακόμη, μαγειρεύαμε φακές και κουκιά. Σημαντικά βέβαια ήταν οι ελιές και το λάδι . Δίπλα μας είχαμε τον ελαιώνα που μας εφοδίαζε απλόχερα. Δυστυχώς ο ελαιώνας δεν υπάρχει σήμερα, και μόνο μερικές ελιές, χαμένες ανάμεσα στα εργοστάσια και τις αποθήκες, θυμίζουν τον όμορφο αυτό χώρο. Τα χορταρικά μας ήταν σέλινο, κάρδαμο, ρόκα και τσουκνίδα (τα δύο τελευταία άφθονα στο αττικό τοπίο). Από τις ζωικές τροφές, στην πρώτη θέση ήταν τα ψάρια και τα θαλασσινά. Ακόμη και σήμερα σαν περπατήσετε στις πλαγιές των λόφων των Νυμφών και των Μουσών, ανάμεσα σε θραύσματα σπασμένων αγγείων που βγαίνουν στην επιφάνεια μετά την βροχή, θα βρείτε όστρακα από θαλασσινά, υπολείμματα από τα υπαίθρια φαγοπότια των Αθηναίων. Αγαπούσαμε πολύ να βγαίνουμε από τα σπίτια μας τις καλές μέρες και να τρώμε στους γύρω λόφους… Άλλες ζωικές τροφές ήταν οι κότες, τα αρνιά, τα κατσίκια και τα λουκάνικα. Επίσης μας άρεσε πολύ το γάλα και το τυρί. Ακολουθούσαν όλων των ειδών τα φρούτα. Άφθονα σύκα, αχλάδια, ρόδια, κυδώνια, αλλά και ξηροί καρποί που μαζί με το μέλι έκλειναν το γεύμα. Το φαγητό μας συνοδευόταν απαραίτητα από κρασί που το πίναμε πάντα ανακατεμένο με νερό. Κάποτε φτάσαμε στο σπίτι μας και από τη μυρωδιά που ερχόταν από το μαγειρείο κατάλαβα ότι σήμερα θα έτρωγα βραστό …γαϊδούρι. Αυτό είναι και το μόνο παράξενο για εσάς φαγητό. Όμως, στην εποχή μας, όταν τα γαϊδουράκια γερνούσαν κατέληγαν στο πιάτο μας. 

Την ώρα του φαγητού θυμήθηκα τον Αλκιβιάδη. «Τι έγινε; Ήρθε;» ρώτησα τον πατέρα μου, και εκείνος: «Ναι αλλά ήταν τόσο βιαστικός που ίσα-ίσα του πήρα τα μέτρα. Ήθελε- λέει- να συναντήσει το ζωγράφο Αγάθαρχο, να του ζωγραφίσει τους τοίχους του σπιτιού του. Αν τα καταφέρει να τον πείσει, θα είναι ο πρώτος Αθηναίος που θα έχει ζωγραφιές στους τοίχους». 

 Δημήτρης Μπούκουρας

* Το όνομα <<Μύρτιδα>> το έδωσαν αυτοί που έκαναν την ανάπλαση του κρανίου  που βρέθηκε στον Κεραμεικό.. Εγω ζωντανεύοντας την μικρή και βάζοντάς την να διηγείται στα παιδιά την ιστορία των χρόνων της την έβαλα να λέει το πραγματικό της όνομα που ήταν -κατά την ίδια- Αμφιτρίτη
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.