Η άσχημη μάσκα του Κακάσχημου


   Την εποχή που στη γη ζούσαν ακόμα ξωτικά, τρομοκρατώντας  τους απλούς ανθρώπους και βάζοντάς τους να κάνουν διαολιές, ζούσε  ένα νεαρό ξωτικό που ήταν τόσο μα τόσο απαίσιο στην όψη που όλα τα άλλα το απέφευγαν και το κορόιδευαν άγρια.
   «Πωπώ! Κοιτάτε πόσο άσχημος είναι, τον βλέπουν τα πουλιά και πετάνε μακριά»
   «Τι κακάσχημος που είναι, τον βλέπουν τα σαλιγκάρια και κρύβονται στο καβούκι τους!»
   Όλο τέτοιες εξυπνάδες του πέταγαν οι σύντροφοί του, κι ο μικρός Κακάσχημος ήταν λυπημένος και φοβισμένος και  δεν είχε καμία όρεξη για ξωτικοδουλειές.
   Μια μέρα καθώς περπάταγε μόνος στο δάσος, είδε ένα μικρό κορίτσι που έκλαιγε κρατώντας στα χέρια της μια τρομακτική κακάσχημη μάσκα.
   «Γιατί κλαις, κοριτσάκι;» τη ρώτησε δειλά.
   Η κοπέλα ταράχτηκε αλλά με σιγανή φωνή του απάντησε.
   «Να, κοίτα! Οι μεγαλύτερες αδερφές μου λένε πως είμαι υπερβολικά όμορφη και πρέπει να φοράω συνέχεια μια άσχημη μάσκα για να μην προκαλώ προβλήματα στο σπίτι μας. Ο πατέρας και η μητέρα μας έχουν πεθάνει και φοβούνται πως κάποιος κακός άνθρωπος θα τραβηχτεί από την ομορφιά μου και θα έρθει να μας κλέψει».
   Ο Κακάσχημος μπερδεύτηκε με αυτά που άκουσε. Δηλαδή μπορούσε και η ομορφιά να φέρει τα ίδια βάσανα όπως η ασχήμια; Γιατί δεν ήταν ευχαριστημένοι ποτέ οι άλλοι από την εμφάνισή τους; Την συμπάθησε πολύ ο Κακάσχημος και της πρότεινε να βρεθούνε πάλι στο ίδιο μέρος την άλλη μέρα για να συζητήσουν το πρόβλημά τους.
    Έτσι ο Κακάσχημος και η Πανώρια – έτσι λέγαν το κοριτσάκι- άρχισαν να συναντιούνται κρυφά στο δάσος και έγιναν αχώριστοι φίλοι. Ποτέ δεν κορόιδεψε η Πανώρια την εμφάνιση του Κακάσχημου, ούτε κι εκείνος όμως ανάφερε ποτέ τίποτα για την ομορφιά της. Έτσι κυλούσαν οι μέρες και οι μήνες και πέρασαν σχεδόν πέντε χρόνια. Η Πανώρια είχε πια γίνει μια πανέμορφη γυναίκα κι ο Κακάσχημος είχε ψηλώσει ίσα με ένα δέντρο. Όποτε βρισκόντουσαν εκείνη έβγαζε την άσχημη μάσκα της κι ένοιωθε ελεύθερη. Μα κι ο Κακάσχημος ένοιωθε πάντα άνετα με την εμφάνισή του όταν ήταν μόνος του μαζί της.
   Κι όπως συμβαίνει στα παραμύθια, αγαπηθήκανε πολύ και θα ζούσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, αλλά… 
      Μέσα στην παλιά σκονισμένη βιβλιοθήκη του σχολείου, με τις αράχνες και τα κιτρινισμένα βιβλία, ο Άκης καθόταν στο ξύλινο κάθισμα και ξεφύλλιζε τα παμπάλαια βιβλία με μανία.
   «Τι τέλεια πράγματα που γράφουν μέσα!» μουρμούρισε κι άρχισε να βήχει από την πολλή σκόνη.
   «Πρέπει να τα πω και στους συμμαθητές μου όλα αυτά!»
   Το κλειδί που είχαν βρει πριν λίγες μέρες θαμμένο στο προαύλιο του σχολείου,  οδηγούσε στο υπόγειο, στην αίθουσα της παλιάς εγκαταλελειμμένης βιβλιοθήκης. Ο Μάριος και ο Αντρέας δεν είχαν τολμήσει να κατέβουν κάτω μαζί του. Ο Άκης ήξερε πως αν τον ανακάλυπταν θα έβρισκε τον μπελά του αλλά η περιέργειά του νίκησε το φόβο.
   Το παλιό σκοροφαγωμένο και σκισμένο  παραμύθι έγραφε πως ο Κακάσχημος και η Πανώρια είχαν κυνηγηθεί από όλους, ξωτικά και ανθρώπους και τελικά  τους είχαν σκοτώσει βάζοντας φωτιά στο δάσος.  Ο Άκης δεν μπορούσε να πιστέψει πως αυτό ήταν το τέλος τους, δεν το δεχόταν!
   «Πρέπει να ψάξω στο ίντερνετ για περισσότερες πληροφορίες», ξεφύσηξε και έτρεξε πάνω κλειδώνοντας πάλι πίσω του την σκουριασμένη πόρτα.
   «Αμάν, μούχλα μυρίζεις Άκη, μπάνιο δεν έχεις στο σπίτι σου;», χασκογέλασε η Καλυψώ και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.
   «Κάνω οικονομία στο ρεύμα», της απάντησε στραβώνοντας τα χείλη και πήγε κι έκατσε στη θέση του για να παρακολουθήσει το μάθημα.
    Τα έφερε έτσι ο καιρός που ποτέ ο Άκης δεν ξαναπήγε στην κρυφή βιβλιοθήκη. Ούτε και έψαξε ξανά για την τύχη των δυο τόσο αντίθετων ηρώων. Κι η μόνη πια μαρτυρία γι αυτούς, είναι αυτό το κείμενο που εκμυστηρεύτηκε σε μένα και το κατέγραψα. Δεν θέλω να πω άλλα πολλά. Όσα έγραψα είναι αρκετά. Κι όσοι έχουν μάσκες, άσχημες ή όμορφες ή κακάσχημες ή πανέμορφες, ας μας συγχωρέσουν που ποτέ δεν το ψάξαμε αρκετά, ώστε να δούμε το πραγματικό τους πρόσωπο.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου σε συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Απόλλων Ηλιόπουλο  
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.