Το Τροχόσπιτο



Στο αεροδρόμιο γύρισα λοιπόν την πλάτη και είπα: τώρα είσαι μόνη σου. Πήγα στο Payot (κάτι σαν τον Ελευθερουδάκη) των duty free και χάζεψα τα βιβλία. Είχε ένα βιβλίο του Καμύ που δεν ήξερα, με δύο φράγκα. Le Premier Homme, με ένα προβληματισμένο αγοράκι στο εξώφυλλο. Το πήρα. Αποφάσισα να διαβάσω βασανιστικό τρισμέγιστο Καμύ μετά από καιρό. Ήταν όμως η ώρα του πάλι. O Αλμπέρ πάει παρέα με τη μοναξιά. Δεν μπορείς να διαβάσεις Καμύ όταν έχεις παρέα. Δε γίνεται. 

Βρέθηκα λοιπόν μόνη. Τελείως. Στην αρχή μου φάνηκε τρομαχτικό. Πολύ σύντομα όμως άρχισε να μου φαίνεται τόσο λυτρωτική αυτή η απομόνωση. Εκείνο το τροχόσπιτο που είχα επιλέξει να μείνω, αποδείχτηκε να είναι ο πρώτος μου προσωπικός χώρος. Εκεί, σε τούτο το παράδοξο μέρος που διάλεξα για σπίτι ένιωσα για πρώτη φορά την απόλυτη ελευθερία. Ένα συναίσθημα που είχε πάρα πολύ αργήσει. Λίγα τετραγωνικά, μικρούλικο ήταν και εξέπεμπε '80ίλα. Είχε δύο μάτια με γκάζι κι ένα ημίδιπλο κρεβάτι με ξεχαρβαλωμένο στρώμα, το οποίο κρεβάτι έκλεινε με μια συρόμενη πορτίτσα και ήταν σαν να κοιμάσαι μέσα σε ντουλάπα, η οποία όμως είχε παράθυρο και μπορούσες να ακούς τη βροχή. Η θαλπωρή που ένιωθα όταν τραβούσα την πορτίτσα ήταν κάτι τόσο πρωτόγνωρο και τόσο γνώριμο ταυτόχρονα και φούσκωνα με οξυγόνο. 

Ναι, τον είχα τοσο ανάγκη αυτόν τον τοσοδούλικο προσωπικό χώρο. Καλά που τον διάλεξα, κι ας ήταν παράδοξος. Κι ας ήμουν σαν την καλαμιά στον κάμπο με μόνη παρέα τον υπεύθυνο του κάμπινγκ (που κάποιοι Ισπανοί φίλοι του είχαν βγάλει το παρατσούκλι Ρισελιέ, γιατί μπορούσε άνετα να μετατραπεί σε χίλιους καρδινάλιους αν το ήθελε και η κατανομή της τριχοφυίας στα μαλλιά και στο πρόσωπο δικαιολογούσαν απόλυτα έναν τέτοιο τίτλο), έναν κοντούλη καραφλό χαρλεά χεβιμεταλά με μακρύ μούσι και καλοσυνάτο βλέμμα από την Ανδαλουσία σ'ένα παρακάτω τροχόσπιτο (αν και το βλέμμα ήταν κάπως επίμονο, σα να λέει: τι κάνει η πιτσιρίκα εδώ; Μυστήριο πράμα...), μερικές πάπιες, μονίμως το χαβά τους, που βολτάρουν μπροστά από τις τουαλέτες, μια ναζιάρα γάτα τύπου: δε θα με χαϊδέψεις ποτέ γιατί απλά δεν το αξίζεις, αυτά. Ααα, μια φορά είδα και μια σαλαμάνδρα, εκεί που έπλενες τα πιάτα, δίπλα ακριβώς από το κλειστό λόγω σεζόν καφεμπαρεστιατοριομινιμάρκετ. Ο Ανδαλουσιανός με είδε να τρέχω σαν την παλαβή και τρόμαξε. Τι είδε αυτή και πετάχτηκε στον αέρα; Δεν είχα όμως πεταχτεί από το φόβο μου. Είχα πεταχτεί να προλάβω να φέρω τη φωτογραφική πριν εξαφανιστεί. Τσίριξα στον Ανδαλουσιανό πως ένα περίεργο ζωύφιο ήταν στους νεροχύτες. Ήρθε να το δει, μάλλον με τάση να με προστατεύσει και φάνηκε να ξέρει περί τίνος επρόκειτο. Ααα, salamandra! λέει με μια φυσικότητα. Η μάλλον... Ααα Θαλαμάνδρα! Α, σαλαμάνδρα, κάνω κι εγώ!! Και κάπως έτσι μ'αυτή τη συνεννόηση έγινε το παρεάκι μου για τους επόμενους τρεις μήνες. Εκείνος, ο Ρισελιέ, οι πάπιες, η γάτα, οι κύκνοι της λίμνης, τα απέναντι βουνά και το φεγγάρι. Τη Θαλαμάνδρα δεν την ξαναείδα. 

Έβρεχε χωρίς σταματημό εκείνους τους μήνες. Το να είμαι μουσκίδι ήταν η φυσική μου κατάσταση πια. Το τικ τικ τικ στην οροφή με νανούριζε. Το πιο δύσκολο ήταν το νυχτερινό τσιρλιπιπί. Πού να τρέχω μες στη βρόχα ως τις τουαλέτες; Παπούτσια, ομπρέλες, μπουφάν στις τρεις η ώρα... ένα δράμα! Στην αρχή είχα ακόμα το κουράγιο της πρωτάρας. Στην πορεία κατέφυγα σε πατέντες που δε θα αναλύσω, αλλά που αποδείχτηκαν λυτρωτικές. Τις νύχτες που δεν έβρεχε πήγαινα στους βράχους στην άκρη της λίμνης και χάάάάζευα, αριστερά προς το Βεβέ, δεξιά προς τη Γενεύη. Αριστερά κι απέναντι ζωγραφικοί ορεινοί όγκοι βγαλμένοι από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Δεξιά καθαρός ορίζοντας. Έτσι έλεγα πως στη δεξιά της πλευρά η λίμνη ήταν θάλασσα γιατί δε φαινόταν το τέλος της. Θάλασσα. Θάλασσα. Πόσο μακριά. Πως είναι δυνατόν να είναι τόσο μακριά; Πόσο ονειρική είναι αυτή η λίμνη, πόσο μυστήρια, πόσο γαλήνια, σίγουρα ξεπήδησε από παραμύθια! Ωχ, η Οντέτ!! Η Οντέτ από τη Λίμνη των Κύκνων! Πού είναι το στέμμα της; Πρέπει να προλάβω να βγάλω την Οντέτ φωτογραφία πριν γυρίσει πίσω στον κακό Ρόφμπαρτ! Περνάει από μπροστά μου, σα γέννημα της φαντασίας μου, ατάραχη, μακάρια, αθόρυβη. Έστρεψε για λίγο το λαιμο της προς το μέρος μου. Ήταν κάτι σαν ευλογία. 

Τάααα τάραραραράαα τατάαα τατάαα τα τάραραράαααα... Ε βέβαια, πώς να μην παίζει Τσαϊκόφσκι στο κεφάλι μου... Ώρα να μπω μέσα, κάνει ψοφόκρυο. Χρουτςςς χρουτςςς...Τα παπούτσια μου κάνουν φασαρία πάνω στα χαλίκια. Ευτυχώς δε θα ξυπνήσω κανέναν γιατί κανένας δεν είναι εδώ. Ο Πρώτος Άνθρωπος του Καμύ είναι πάνω στο τραπέζι. Πέφτω στο κρεβατάκι μου, κλείνω και το πορτάκι. Ναι, είμαι μόνη μου. Σαν σε ντουλαπάκι. Και για πρώτη φορά αισθάνομαι απόλυτα ελεύθερη. 

Καλημέρα 

Κείμενο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου
Σκίτσο:  Βιβιάνα Αλεξοπούλου (Kleiwthalia)
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.