Μεθυσμένοι από θεό και μπράντι, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, απόσπασμα


 
Δεν είχε σκοπό να ξανακατέβει στη γη τόσο σύντομα. 59 χρόνια ίσως να ήταν αρκετά για να έχουν πια πεθάνει  όλοι όσοι γνώριζε και τον γνώριζαν, αλλά δεν ήταν αρκετά για να τους έχει ξεχάσει αυτός.  Άσχετα με το τι πίστευαν οι άνθρωποι, ήξερε πολύ καλά πως δεν ήταν ούτε τέλειος ούτε άφθαρτος, και σε καμία περίπτωση δεν ήταν προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει τα πάντα. Όσο περνούσε ο καιρός έπρεπε να προστατεύει το πρόγραμμά του από όλο και περισσότερες θηλιές χρόνου, λάθη, απρόβλεπτους παράγοντες και παραδοξότητες. Αν ήθελε δηλαδή να φτάσει με σώας τας φρένας στην ολοκλήρωση της αποστολής του, δηλαδή την επανεγκατάσταση ολόκληρου του πληθυσμού της γης στην Επιφάνεια.  Είχε υπολογίσει με αρκετή ακρίβεια πως η στιγμή εκείνη θα ερχόταν σε περίπου 300 χρόνια και βαθιά μέσα του ήλπιζε να μην τον ξαναενοχλήσουν μέχρι τότε, ακόμα καλύτερα  μάλιστα θα ήταν αν τον ξέχναγαν παντελώς. 

Το μήνυμα του Ιερατείου ωστόσο ήταν ξεκάθαρο.

«Μεγαλοδύναμε, ο λαός Σου σε χρειάζεται.

Η Ισορροπία διαταράχτηκε.

Φοβόμαστε Έξοδο». 

Αυτό σήμαινε πως υπήρχε σε εξέλιξη κάποια αντίδραση, όσον αφορά την καθολική απαγόρευση να ασχολείται ο λαός με την επιφάνεια. Η Επιφάνεια ήταν και έπρεπε να παραμείνει απρόσιτη για τους επόμενους τρεις αιώνες, τουλάχιστο. Δεν τον ενδιέφερε τι κόλπα θα σκαρφιζόταν το Ιερατείο για να κρατήσει τους υπομάγιστρους κάτω από τη γη, αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να μην γίνει η Μεγάλη Έξοδος πριν το πέρας του καθορισμένου χρόνου. Αυτό θα ήταν καταστροφικό.  Σαν θεός τους και Μεγάλος Μάγιστρος έπρεπε να πάει να τους μαζέψει τα λουριά.

«Πάλι εγώ θα καθαρίσω τα σκατά σας», έβρισε τους ιερείς και το ιερατείο τους που ήταν ανίκανοι να αντιμετωπίσουν την παραμικρή κρίση.

«Μόνο γυναίκες και παιδιά ξέρετε να κυνηγάτε και να σκοτώνετε», συνέχισε το μονόλογό του, καθώς ανέσυρε από το βάθος της μνήμης του το αρχείο με τις πιο πρόσφατες πληροφορίες.

Εκεί υπήρχαν καταγεγραμμένες όλες οι αλλαγές στην κοινωνία, τη διάλεκτο, τη ρυμοτομία της Ιερής Πόλης, τα μεγαλύτερα γεγονότα που είχαν συμβεί τον τελευταίο μισό αιώνα. Οι αναμεταδότες του έστελναν τα πάντα χωρίς διακοπή, αλλά φυσικά τόσα χρόνια δεν είχε κάτσει να ασχοληθεί μαζί τους.
Όταν έφτασε στο καίριο σημείο, το επεξεργάστηκε διεξοδικά. Όλα είχαν ξεκινήσει πριν από 3 μήνες.
Ανακάλυψη κτισμάτων με αρχαία υπέργεια τεχνολογία κατά την ανασκαφή για την θεμελίωση του Νέου Μεγάρου Τεχνών. Αρχιτέκτονας Μύρρι- Ιέλ Ζερμπάλ, επίβλεψη συνεργείου Χάρα Ζερμπάλ κλπ κλπ…, τοποθεσία Νότια Μοίρα, επαρχεία Γιορντάν…
Ώστε λοιπόν αυτό ήταν που είχε προκαλέσει πανικό στην υπόγεια κοινωνία των Υπομάγιστρων. Η νεαρή αρχιτέκτονας που χτίζοντας είχε αποκαλύψει τα αλλόκοτα ευρήματα είχε γίνει αντικείμενο θαυμασμού αλλά και μίσους. Βλασφημία, δεν υπάρχει τίποτα στην επιφάνεια, ούρλιαζαν οι περισσότεροι. Μας λέτε ψέματα, μας κρατάτε φυλακισμένους, θα βρούμε δρόμο διαφυγής, φώναζαν οι νεότεροι και αντιδραστικότεροι.
Αρχηγός του κινήματος της Εξόδου ήταν ο επιμελητής της ανασκαφής Χάρα Ζερμπάλ και νεότερος αδερφός της Μύρρι- Ιέλ, γνωστής για το τελευταίο έργο της, την ανακαίνιση του Άβατου Ιερού. Η ίδια η αρχιτέκτων δεν είχε πάρει θέση για το εύρημα και αρνήθηκε  πως υποθάλπει και στηρίζει τον αδερφό της.

Ο Μεγάλος Μάγιστρος χαμογέλασε αχνά, αναλογιζόμενος τις σημασίες των ονομάτων τους. Ο Χάρα Ζερμπάλ, δηλαδή «ο πιο φιλόξενος λαός», η Μύρρι- Ιέλ δηλαδή «αυτή που στριφογυρίζει», μεταφορικά η γη, και η επαρχεία Γιορντάν, δηλαδή «αφιλόξενη». Έπρεπε να τους το αναγνωρίσει, παρόλο που υστερούσαν σε φαντασία, είχαν τουλάχιστο εμπνευσμένα ονόματα.


Η τηλεμεταφορά πάντα τον ενοχλούσε, αυτή τη φορά όμως τον ταρακούνησε τόσο πολύ που υπέθεσε πως το μηχάνημα είχε πλέον φθαρεί σε σημείο που ίσως δεν επισκευαζόταν. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να μείνει στη Γη τόσους αιώνες, ώστε η τεχνολογία να φτάσει πάλι στο σημείο να επανεφεύρει την τηλεμεταφορά. Ανατριχιαστική πιθανότητα. Ευτυχώς τουλάχιστον υλοποιήθηκε στην σωστή τοποθεσία και μπήκε στον Ανελκυστήρα για να κατέβει μέσα στα έγκατα της γης και μέσα στο κέντρο του Μοναστηριού, το Άβατο Ιερό.
Η Έλευση του θεού, όποτε τον καλούσε το Ιερατείο του, ήταν πάντα μια θαυμαστή τελετουργία, αφού οι Ιερείς μαζεύονταν όλοι στον εσωτερικό κήπο του Μοναστηριού και προσεύχονταν ή έψελναν επί ώρες, χωρίς να φάνε και χωρίς να πιούν τίποτα. Ο λαός φυσικά παρακολουθούσε από τις αψίδες της Ιερής Πόλης, τρώγοντας και πίνοντας το καλύτερο κρασί που θα έπεφτε στα χέρια τους. Φέτος το ποτό της Έλευσης το λέγανε «Χρυσό Μπράντι» κι ο Μεγάλος Μάγιστρος είχε στην άκρη του μυαλού του μια υποσημείωση να δοκιμάσει ένα μπουκάλι, ίσως μαζί με μια ερωμένη. Περίμενε μέχρι που κόντευε να σκοτεινιάσει, του άρεσε να σκέφτεται πως μπορούσε να βασανίζει τους ιερείς για λιγάκι ακόμα, να τους πεινάσει και να τους διψάσει λιγάκι ακόμα, να τους κάνει να κατουριούνται πάνω τους και να πέφτουν στο πλακόστρωτο της αυλής σαν τις μύγες. Τέλος, εις απάντηση των προσευχών τους και με ένα εκτυφλωτικό φως, ο θεός άνοιξε την πόρτα του Άβατου και παρουσιάστηκε στο λαό του που παραληρούσε μεθυσμένο από συγκίνηση- και μπράντι.

Δεν ήταν από αυτούς τους θεούς που σου χαμογελούσαν γλυκά, σου έδιναν τις ευλογίες τους και σου έταζαν τη Βασιλεία των Ουρανών. Ήταν βλοσυρός σαν στρατηγός πριν τη μάχη και αμίλητος σαν δικαστής πριν την ετυμηγορία. Προχώρησε χωρίς λέξη με τη συνοδεία των μοναχών στην Αγία Τράπεζα, όπου οι πεινασμένοι ιερείς θα έβγαζαν για το υπόλοιπο της νύχτας το άχτι τους, τρώγοντας και πίνοντας τους πιο εκλεκτούς μεζέδες. Ταυτόχρονα θα ενημέρωναν τον Μέγα Μάγιστρο για τις λεπτομέρειες του προβλήματος που είχε παρουσιαστεί και θα περίμεναν τη συμβουλή Του.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, υπό συγγραφή μυθιστόρημα, απόσπασμα

ο πίνακας του Andrea Montegna, ο Παρνασσός


Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.