To Πάρκο Φάντασμα



Χμ... έχω μία ώρα αναμονή... τι να κάνω; Να κάτσω να πιω ένα καπουτσίνο εδώ; Να πάρω κι ένα τοστ; Να χαζέψω κι εκείνα τα βιβλία στα ράφια μπας και υπάρχει κάτι καλό;... Να πεταχτώ μέχρι απέναντι στο κινέζικο μήπως είναι ανοιχτά και πάρω καμιά σουπίτσα; Πείνασα... 

Ας κάνω καμιά γύρα, δεν την ξέρω την περιοχή. Και μ'έχει φάει το καθισιό τελευταία. Ας περπατήσω λίγο. Κατεβαίνοντας προς την Πανόρμου περνάω κατά μήκος ενός ενδιαφέροντος κτηρίου που γρήγορα αντιλήφθηκα πως επρόκειτο για γηροκομείο. Πλησιάζοντάς το μου φανερώθηκε αναπάντεχα η είσοδος ενός μεγάλου πάρκου που έμοιαζε να αξίζει εξερεύνηση. Χάρηκα που μου επανήλθε η διάθεση της εξερεύνησης, μάλλον ήμουν πάλι ο εαυτός μου, εκείνος που θέλει να ανέβει σε όλα τα σκαλοπατάκια, να περάσει από όλα τα στενάκια, να μπει σε όλα τα ξωκλήσια και τα υποτιμημένα μικρομουσεία. Στο θάλαμο της εισόδου, ο θυρωρός: - Έλα, πες το, μην ντρέπεσαι! - Συγγνώμη, μπορώ να κάνω βόλτα στο πάρκο; - 10 με 7 είμαστε ανοιχτά. Κάνε όση βόλτα θέλεις. (- Κέφια έχει ο τύπος), λέω από μέσα μου. Περνάω μπροστά από το κτήριο του γηροκομείου. Μου έκανε εντύπωση, σκέφτηκα πως μάλλον σε προνομιούχους ηλικιωμένους περιοριζόταν. Ένα γηροκομείο μέσα σε έναν τόσο μεγάλο χώρο για βόλτες και περπάτημα κάτω από τα πεύκα. Στο τέρμα του κτηρίου μου φανερώθηκε κι άλλο κτήριο. Στο τέρμα εκείνου του κτηρίου κι άλλο, κι άλλο, σα σκηνικά θεάτρου που εναλλάσσονται. Όλα τα κτήρια παλιά και εκτός των δύο πρώτων όλα εγκαταλειμμένα, επιβλητικά, πέτρινα, αλλοτινά. Είχαν πάνω επιγραφές με τα ονόματα των δωρητών και ονόματα όπως Κονσόλειον κλπ. Αναρωτήθηκα αν η λέξη κονσόλα έχει καμία σχέση με το ρήμα consoler = παρηγορώ, απαλύνω στα γαλλικά. Αναρωτήθηκα διαδοχικά αν πρέπει να μάθω καμιά καινούρια ξένη γλώσσα κι αν ο νους μου έχει πιάσει σκουριά. 

Σύντομα όμως το επόμενο κτήριο θα τραβούσε κι αυτό την προσοχή μου όπως τα προηγούμενα. Ήταν σαν να είχα πηδήξει όπως η Μαίρη Πόππινς μέσα σε μια γκραβούρα από τα βιβλία της Νεότερης Ιστορίας στο σχολείο με όλα αυτά τα κτήρια τριγύρω και ονόματα όπως Ερρίικος Σλήμαν, Αντρέας Συγγρός, πλήθος εγκατελειμμένων πέτρινων κτηρίων στο χρώμα της ώχρας με σκουριασμένες μεταλλικές λεπτομέρειες, κλειστά παραθυρόφυλλα και ονόματα που κατέληγαν σε -ΕΙΟΝ. Περίμενα να φανεί ο αγαπημένος Καποδίστριας ή κάποια μεταγενέστερη προσωπικότητα από μια μεριά. Διάβαζα τα ονόματα των δωρητών, κάποια μου φαίνονταν οικεία, προσπάθησα να ταξιδέψω στο χρόνο. Προχωράμε...

Ένα στραβωμένο παγκάκι. Μια υποψία ενόχλησης διαπέρασε το μυαλό μου και την έδιωξα αμέσως. Όχι, δε θα γκρινιάξω για την αμέλεια και την αχαριστία των Ελλήνων που δε φρόντισαν αυτό το παγκάκι. Είναι όμορφο και υπέροχο ακριβώς όπως είναι, ξεχαρβαλωμένο. Τα κτήρια αυτά είναι μαγευτικά όπως είναι, στοιχειωμένα. Τα παραμελημένα δέντρα, κουτσουρεμένα από κάποιον που τα κλάδεψε βαριεστημένος και το γρασίδι ακούρευτο. Ήταν όλα όμορφα έτσι όπως ήταν, θα τα δεχόμουν έτσι. Δε θα προσπαθούσα όπως συνήθως να φανταστώ πώς θα ήταν με φυτεμένα λουλούδια, πανσέδες, τουλίπες και ίριδες και συντριβάνια αν βρισκόταν σε μια πόλη βορειοευρωπαϊκή, γεμάτο κυριούλες που έβγαλαν τα τσιουάουα τους βόλτα και παιδάκια να κυνηγιούνται. Ήταν όμορφο όπως ήταν αυτό το πάρκο φάντασμα. Και χάρηκα που ήμουν πια ικανή να το αντιληφθώ έτσι.

Κοιτάζω δεξιά μου πίσω από ένα κτήριο. Αααα, το'ξερα! Το'ξερα πως ένας τέτοιος θησαυρός κρυβόταν κάπου εδώ μέσα. Ήμουν βέβαιη, μάλλον αυτός με τράβηξε εδώ. Ναι, άξιζε τον κόπο η βόλτα. Μια αμυγδαλιά πελώρια με χορευτικά ανοίγματα στα κλαδιά της, ανθισμένη δέσποζε μπροστά σε ένα από τα κτήρια. Η πρώτη αμυγδαλιά της χρονιάς! Και αυτή εδώ ήταν γαλαζοαίματη, ήταν αρχοντικότατη. Κόμισσα, Δούκισσα, κάτι τέτοιο, στο βασιλικό κύκλο των αμυγδαλιών. Είχε βγει από ιμπρεσσιονιστικό πίνακα του Ρενουάρ ή του Μονέ, ή εξπρεσσιονιστικό, του Βαν Γκογκ... δεν ξέρω! Ξέρω πως για εκείνη πήγα, ναι, ήμουν σίγουρη! "Σας είχα ξεχάσει εσάς, νεράιδες μου, δε σας περίμενα τόσο νωρίς!" ήθελα να της πω. Τη χάζεψα για πολλή ώρα. Η υπόσχεση της άνοιξης. Το γαλάζιο του ελληνικού ουρανού πίσω από τα κλαδιά της και η αντηλιά που μαρτυρούσε πως το σύμπαν ήταν συγκεντρωμένο εκεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή και το εισέπνεα. Ταξίδεψα στο χώρο και στο χρόνο, κοντά στο σταθμό La-Tour-de-Peilz, δίπλα στο Vevey. Από τις πιο αγαπημένες συνοικίες, ειρηνική και ζωηρή ταυτόχρονα, καθόσον ήταν γεμάτη μαθητούδια που μετά το σχόλασμα κυκλοφορούσαν στους πεζόδρομους και στα γρασίδια με πατίνια, ποδήλατα κλπ. Θυμήθηκα την ξαδέρφη της αμυγδαλιάς, μια μεγαλειώδη μανόλια, πίσω από το ταχυδρομείο. Ας ευλογήσει ο Θεός την Ελβετία για εκείνη τη μανόλια. Δεν έμενε ανθισμένη παρά μερικές εβδομάδες, κάθε φορά που περνούσα αναρωτιόμουν αν θα ήταν ακόμα αυτά τα άνθη σα φτερά κύκνου πάνω της και κάθε φορά που την έβλεπα γυμνή προσπαθούσα να τη φανταστώ στολισμένη με εκείνα. Εισέπνευσα ξανά. Προχωράμε... 

Παρακάτω, σε ένα "ξέφωτο" του πάρκου μια πήλινη αρχαία κόρη κοιτούσε νωχελικά όπως συνηθίζουν να κοιτούν αυτές έτσι πάγκαλες και γαλήνιες, κρατώντας έναν αμφορέα. "Τι όμορφη που είσαι, γυναικάρα μου", ήθελα να της πω. Πίσω της μια εκκλησία, εμφανώς νεότερη από τα υπόλοιπα κτήρια, σχεδόν σαν εισβολέας. Και το πλάνο αυτό με την αρχαία κόρη και την ορθόδοξη εκκλησία με ταξίδεψε πάλι στο χώρο και στο χρόνο... στο Μοναστηράκι, στην πλατεία, εκεί που στο ίδιο πλάνο βλέπεις μια βυζαντινή εκκλησία, ένα τζαμί και πίσω την Ακρόπολη. Πλάνο αποτυπωμένο στη μνήμη μου πως όλες οι θρησκείες είναι ίδιες και όλοι οι θεοί το ίδιο και η ανάγκη για την ύπαρξή τους αιώνια. "Πότε θα καταλάβει ο άνθρωπος πως ο Θεός είναι αυτό εδώ το πλάνο, πως ο Θεός είναι τα μάτια μου που το βλέπουν, πως είμαι εγώ, είσαι εσύ, είναι τα πάντα, αυτό είναι όλο;", σκέφτηκα πάλι. Μια σκέψη τόσο προφανής όταν ήμουν πολύ μικρή. Προχώρησα... 

Κι άλλο πήλινο άγαλμα, αντρικό. Δεν ήταν πιτσιρίκι, ωραίος άντρας, καμιά 35αριά, μουσάτος. Ήρεμο πρόσωπο. "Εσύ φρόντισε να είσαι προστάτης, να τιμάς και να σέβεσαι, να έχεις ήθος, να είσαι δημιουργός, να είσαι χτίστης. Προστάτης, να σέβεσαι και να αγαπάς. Και να μη θεωρήσεις καμία και κανέναν κτήμα σου.", "Κι εσύ," είπα σε μιαν άλλη πήλινη γυναίκα πιο ώριμη από την πρώτη, που κρατούσε ένα μάτσο στάχυα "φρόντισε να αντιλαμβάνεσαι τη δημιουργική σου δύναμη και να την αφήνεις να ακτινοβολεί στο έπακρο. Ο άντρας θα είναι δίπλα σου προστάτης και συνδημιουργός, αλλιώς δεν αξίζει να είναι καθόλου. Στη μαμάκα του να παίζει video games. Εσύ φέρνεις ζωή στον κόσμο, είσαι παντοδύναμη. Κι εσύ θα προστατεύεις. Το να απαιτείς να σε προστατεύουν όμως είναι κι αυτό χρέος σου." Έτσι της είπα, ελπίζω να με άκουσε. 

Α, να'τη. Κι αυτή εδώ με κάλεσε. Αυτή η ολόγκριζη βελούδινη γάτα. Δεν είναι άραγε αυτές οι ολόγκριζες γάτες οι πιο όμορφες, οι πιο εντυπωσιακές, οι πιο κομψές; Ναι, σίγουρα είναι, είπα. Σιγά μη μ'αφήσει να την πλησιάσω. Οι ολόγκριζες γάτες αντιλαμβάνονται πόσο όμορφες τις βρίσκω και ποτέ δεν κάθονται. Άλλες ίσως κάτσουν, όχι αυτές όμως, βλέπουν το θαυμασμό στα μάτια μου και με εμπαίζουν. Πού πήγε; Θα την ξαναδώ παρακάτω. Ααα, να'τη. Κι εκεί που έχει σταθεί, πίσω της είναι η μεγαλειοτάτη Αμυγδαλιά. Κι άλλο πλάνο. Κι εδώ το σύμπαν όλο συγκεντρωμένο. Τελικά η γάτα με κατάλαβε και πήγε και στήθηκε εκεί να μου χαρίσει άλλη μιαν υπέροχη εικόνα. Σταμάτησα να την αναζητάω, την άφησα στην πολυτιμότατη ησυχία της. 

Ψάχνοντας την έξοδο είδα μια γάτα μαύρη, μια ασπρο-γκρι και μια ασπρόμαυρη. Είπα μέσα μου: κάπου εδώ θα είναι και μια ολόασπρη γάτα. Μόνο έτσι θα συμπληρωθεί η συντροφιά. Μόνο έτσι θα λυθεί η εξίσωση. Μετά από λίγο βγήκα από το πάρκο και επέστρεψα στην αφετηρία μου. 

Ακόμα δεν έχω δει την άσπρη γάτα. Πού θα πάει όμως, θα την πετύχω. Είναι το μόνο σίγουρο. 

Κείμενο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου 
Σκίτσο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.