Το Πλεκτό, ( Knit). Νουβέλα, της Τριανταφυλλιάς Ηλιοπούλου



Το Πλεκτό (KNIT)

   κεφάλαιο 1
  
   Ιεριχώ
  
Την πρώτη φορά που ξύπνησε και βρήκε τον κόσμο διαφορετικό ήταν περίπου δέκα χρονών. Δεν ήταν σίγουρη στην αρχή τι ακριβώς είχε αλλάξει. Δεν ήταν οι τοίχοι του δωματίου της, ούτε το κρεβάτι της, ούτε η άσπρη κάποτε –τώρα κίτρινη από τα χρόνια και σπασμένη- πόρτα που έμενε πάντα ανοιχτή, κρεμασμένη από τους σκουριασμένους μεντεσέδες της. Ήταν μάλλον σαν να χε αλλάξει ο χρόνος, ο αέρας, το στίγμα της πόλης πάνω στους γεωγραφικούς παραλλήλους. Βγήκε από το χαμηλό σπίτι για να κατουρήσει στην τουαλέτα από πέτρες και τούβλα που παραμόνευε σα στόμα δίχως δόντια πέρα στην άκρη της αυλής. Παρακολούθησε με απόλαυση το σιντριβάνι από ζεστές σταγόνες που τινάχτηκαν αχνίζοντας αλλάζοντας το χρώμα στις κρύες πέτρες. Ύστερα σήκωσε το μοναδικό ρουχαλάκι που φορούσε και προχώρησε μισοκοιμισμένη στον κήπο. Όλα ήταν ίδια όπως πάντα κι όλα ήταν αλλιώτικα. Μα δεν ήταν η λύση των ματιών δουλειά για να τη βρουν. Ξεχάστηκε για λίγο στο μονοπάτι, ένα μικρό στοιχειό της γης ανάμεσα στα αυλάκια με τα ζαρζαβατικά και τα παρτέρια με τα λουλούδια. Και τότε, σαν αναλαμπή, εντόπισε τη διαφορά. Όλα τα αστέρια ήταν σε λάθος θέση απόψε, λες κι είχαν μαζευτεί κοντά κοντά για να γιορτάσουνε κρυφά από τους ανθρώπους. Τα λουλούδια δεν μύριζαν σωστά, είχαν παράξενα επιτηδευμένα αρώματα, μεθυστικά σαν τα σερμπέτια και τα φίλτρα του γέρο αρωματοπώλη που ερχόταν στο χωριό σε κάθε πανηγύρι. Και οι ήχοι… Δεν υπήρχαν ήχοι. Μόνο τρομακτική και κοροϊδευτική σιωπή. Σκοτάδι και ακινησία.
   «Πού είναι οι κωλοφωτιές;», σκέφτηκε, κι αμέσως ένα τέλεια παρατεταγμένο σμήνος πέρασε μπροστά από το πρόσωπό της χορεύοντας αργά μέσα σε ένα φωτεινό κύμα.
   Περπάτησε ως την άκρη του μονοπατιού, ανάμεσα στο σωρό με την άμμο από τη μια μεριά και τη σκεπασμένη γεώτρηση από την άλλη. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και πιάστηκε από δυο κεραμιδένιες προεξοχές για να φτάσει στο ύψος του παλιού πετρόχτιστου φράχτη.
   Πέρα από το φράχτη το χωριό λίμναζε ακίνητο και σιωπηλό σαν αμφιλεγόμενος θαμπός πίνακας της πραγματικότητας. Ούτε ένα φως, ούτε ένας ξενύχτης σκύλος να τριγυρνά μυρίζοντας τα κατώφλια, ούτε ένας νυχτοπεριπατητής να βιάζει τα βήματά του για να φτάσει πιο γρήγορα στο κρεβάτι του. Σαν να ταν όλα ένας αντικατοπτρισμός, ένα σκηνικό για να μην τρομάξει η Ιεριχώ από την κατολίσθηση του πραγματικού κόσμου. Σε αντίθεση με την κοιμισμένη γη, ο ουρανός έμοιαζε ιδιαίτερα ζωντανός. Η μικρή νόμισε για μια στιγμή πως είδε με την άκρη του ματιού τους αστερισμούς να ακονίζουν τα σπαθιά τους, να σφίγγουν τις ζώνες και να τεντώνουν τα τόξα τους. Αυτό που την μάγεψε όμως κι έστρεψε το βλέμμα της κατευθείαν επάνω, τεντώνοντας ολοκληρωτικά το λεπτό σοκολατί λαιμό της, ήταν το φωτεινό ποτάμι που κυλούσε ανάμεσα στα αστέρια. Ο Αλωνάρης του ουρανού είχε κινήσει πάλι απόψε με το μουλάρι του φορτωμένο χρυσό άχυρο.
   «Και γιατί μετράει κάθε νύχτα τον ουρανό, γιαγιάκα;», είχε ρωτήσει κάποιο πρωινό η Ιεριχώ.
   «Ψάχνει να βρει παιδιά που δεν κοιμούνται τα βράδια, να, σαν εσένα», την αγρίεψε η καμπουριασμένη γιαγιά, σαρώνοντας την αυλή με μια κατάξερη χόρτινη σκούπα.
   Η Ιεριχώ την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια γεμάτα ένταση, μα δεν κλονίστηκε.
   «Και τι τα θέλει τα παιδιά ο σιταράς;», συνέχισε  χοροπηδώντας μέσα στο συννεφάκι από χώμα που ακολουθούσε την γιαγιά κατά πόδας.
   «Τα θέλει να τα έχει υπνωτισμένα για να του δουλεύουνε, να του μαζεύουν τα χρυσά άχυρα που πέφτουν από το μουλάρι του. Όλη νύχτα μαζεύουν άχυρο στον ουρανό και το πρωί που σηκώνονται από το κρεβάτι τους είναι κουρασμένα κι άρρωστα και με το κεφάλι τους κλούβιο», χτύπησε με το δάχτυλο το αναμαλλιάρικο κεφάλι της η γιαγιά κι έσκυψε ακόμα περισσότερο πάνω στη σκούπα της κοιτώντας την Ιεριχώ στα μάτια.
   «Και δεν μπορούν να του ξεφύγουν και να ζήσουν ήσυχα πια;»
   «Μόνο άμα έχουνε χρυσάφι να τον πληρώσουνε τα αφήνει ελεύθερα. Πώς νομίζεις ότι φτιάχνει όλο αυτό το χρυσό άχερο;», έβαλε για λίγο τα χέρια στη μέση η γιαγιά προσπαθώντας μάταια να ισιώσει το σκεβρωμένο κορμί της.
   Έσφιξε πεισματάρικα τα χείλια η μικρή μιγάδα και κοίταξε τη γιαγιά της με το πιο άγριο ύφος της.
   «Εγώ αν ήμουν θα του έκλεβα το χρυσάφι του και θα τον σκότωνα».
   Η γριά σταυροκοπήθηκε πολλές φορές κι ύστερα την έδειρε με τη σκούπα.
   «Τι βλαστημάει ετούτο το παιδί, κακό που μας  βρήκε», μουρμούραγε για ώρα λαχανιασμένη από το κυνηγητό, ώσπου τα ξέχασε όλα κι έβαλε μπρος το τσουκάλι να μαγειρέψει για έναν λόχο.
   Αυτό ήτανε πριν από καιρό. Ήτανε φθινόπωρο τότε και τώρα τελείωνε η άνοιξη. Η Ιεριχώ δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της εκείνη την ιστορία. Και ήταν και κάτι άλλο που είχε έρθει να προσθέσει μυστήριο και αγωνία στη μικρή μπερδεμένη ζωή της. Εκείνο τον χειμώνα, κάπου κοντά στη μεγάλη γιορτή της Παναγίας, παίζοντας κρυφτό με τα άλλα παιδιά, η Ιεριχώ είχε άθελά της βρεθεί στη φτωχογειτονιά των παλαιών πιστών. Είχε πέσει πάνω σε μια χοντρή μισότυφλη μαύρη γυναίκα, με τεράστια χρυσά σκουλαρίκια και  τυλιγμένη ολόκληρη σε ένα θεόρατο πολύχρωμο πλεχτό σάλι.
   «Στάσου σιταρήθρα, πού πας;», της είχε χαμογελάσει με το χαώδες φαφούτικο στόμα της.
   Ύστερα την πασπάτεψε λίγο στο πρόσωπο και στους κοκκαλιάρικους ώμους και σοβάρεψε απότομα.
   «Εσύ παιδί μου έχεις δρόμο», επανέλαβε δυο ή τρεις φορές, πλησιάζοντάς την πολύ κοντά.
   Η ανάσα της βρωμούσε φτηνό κρασί και φάρμακα κι απ τα θολά της μάτια έτρεχαν γαλακτερά δάκρυα.
   «Έχεις δρόμο!», της φώναξε μια τελευταία φορά, όταν η Ιεριχώ ξέφυγε από τα χέρια της κι άρχισε να τρέχει τσιρίζοντας. 
   Κοιτάζοντας τώρα τη χρυσή αχυρόστρατα στον ουρανό η Ιεριχώ αναρωτήθηκε για πολλοστή φορά μήπως ο δρόμος που είχε να πάρει ήταν τελικά εκείνος. Αμέσως όμως σκέφτηκε τη σκυφτή γιαγιά με τη σκούπα στο χέρι, τον αυστηρό πατέρα με τη στολή του και το πηλίκιο στα μαλλιά, την χαμογελαστή μητέρα μέσα στα λουλουδάτα της φορέματα. Πού θα τους άφηνε όλους; Και πώς θα γύριζε πίσω χωρίς χρυσάφι στην τσέπη της για να πληρώσει τον Αλωνάρη; Μα από την άλλη το ένοιωθε, ήταν ο δρόμος εκείνος και της έπρεπε να τον διαβεί.
   «Όχι ακόμα», ψιθύρισε στον εαυτό της με σιγουριά και κατέβασε τα μάτια της με κόπο στην αλλόκοτη ψεύτικη γη.
   Το πρωί θα θυμόταν αμυδρά σαν όνειρο τη βραδινή της αναζήτηση. Λίγες μέρες αργότερα το όνειρο όπως πάντα επαναλήφθηκε. Την μεθεπόμενη πάλι. Και πάλι. Η Ιεριχώ είχε από καιρό αρχίσει να υποπτεύεται πως δεν ήταν όνειρο και σκαρφιζόταν ένα σωρό κόλπα και σημάδια για να ανακαλύψει τι έκανε πραγματικά τα βράδια. Αντί να παίζει με τα άλλα παιδιά όπως παλιά, κλεινόταν στο δωμάτιό της για ώρες και διάβαζε, ή εξαφανιζόταν όλη μέρα και ρωτούσε τους γέρους του χωριού για παλιές ιστορίες. Έπλεκε πολύχρωμες κλωστούλες στον αστράγαλό της και δενόταν στο σιδερένιο πόδι του κρεβατιού. Μετά όμως κατουριόταν, ή διψούσε, ή στριφογύριζε στο κρεβάτι της και η κλωστή λυνόταν και δεν ήξερε αν είχε φύγει από την πραγματικότητα ή όχι. Η παράξενη συμπεριφορά της είχε θορυβήσει τη γιαγιά στην αρχή, μετά τους γείτονες, τέλος τον πατέρα της. Η μάνα της δεν ανησυχούσε ποτέ, σχεδόν για τίποτε. Πάντα χαμογελούσε κι έλεγε τραγουδιστά «τίποτα δεν είναι, θα περάσει». Όταν η Ιεριχώ έκλεισε τα δώδεκα, άκουσε κάποιο απόγευμα τη γιαγιά να συμβουλεύει τον γιό της.
   «Πάντρεψέ την, αν θες άκουσέ με. Πάντρεψέ την γρήγορα μπας και προσγειωθεί, αλλιώς σε βλέπω να την μαζεύεις από την αγορά μια από αυτές τις μέρες».
   Η Ιεριχώ τρομοκρατήθηκε. Τι σήμαινε «θα τη μαζεύεις απ την αγορά»; Γιατί ξαφνικά είχε γίνει κακό το να πηγαίνει στην αγορά; Και γιατί να την παντρέψουν; Μικρή ήταν ακόμα. Η μεγαλύτερη ξαδέρφη της η Τούλε ήταν δεκάξι και δεν είχε παντρευτεί ακόμα. Και η θεία Ιζαμπέλα είχε παντρευτεί μόλις πριν από δυο χρόνια, στα είκοσι εφτά της. Γιατί αυτή έπρεπε να  πάρει άντρα από τώρα, δηλαδή;
   Από εκείνο το ίδιο βράδυ το νεαρό κορίτσι άρχισε να σχεδιάζει το φευγιό του. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να θυμηθεί στον ύπνο της να αλλάξει απόφαση, να μη γυρίσει πίσω, να ξεφύγει… 
   Το επόμενο πρωί, δυστυχώς γι αυτήν, ξύπνησε στο κρεβάτι της. Το ίδιο και το επόμενο και το μεθεπόμενο και κατόπιν και άλλα πολλά. Η ζωή της γινόταν όλο και πιο πιεστική. Το ήξερε πως τα περιθώριά της τελείωναν. Ασφυκτιούσε. Άρχισε να αποφεύγει τη γιαγιά και να μισεί κρυφά τον πατέρα της. Απαξίωνε τη μητέρα της κι απέρριπτε τους φίλους και τους συγγενείς. Μια αργή διαδικασία απανθρωποίησης την μεταμόρφωνε από πεταλούδα σε μεταξωτό κουκούλι. Έκρυψε τα φτερά της, μάζεψε όλες τις κινήσεις της –κάθε δραστηριότητά της- μέσα της, περιόρισε στο ελάχιστο την ομιλία και τη σκέψη της. Σταμάτησε να δείχνει συναισθήματα. Η απάθειά της έκανε την ανησυχία της οικογένειάς της να κλιμακωθεί. Όταν σταμάτησε ακόμα και να τρώει, ο πατέρας της αποφάσισε πως ήταν πραγματικά άρρωστη και πως έπρεπε να την πάει στην πόλη να δει κάποιον εξειδικευμένο γιατρό. Το ταξίδι εκείνο κράτησε έξι μήνες περίπου κι όταν γύρισε, η Ιεριχώ έμοιαζε πολύ καλύτερα. Μιλούσε πάλι, χαμογελούσε, έκανε τις δουλειές που της ανέθεταν, διάβαζε τα μαθήματά της, έτρωγε κι έβγαινε στον κήπο να παίξει. Μάλιστα για πρώτη φορά στη ζωή της κοιμόταν ολόκληρο το βράδυ χωρίς να σηκώνεται ή να στριφογυρνά. Ο πατέρας της και η γιαγιά ηρέμησαν ικανοποιημένοι. Μα τώρα ήταν η μητέρα της που άξαφνα άρχισε να ανησυχεί.
   «Φέρε μου πίσω την κόρη μου», την άκουσε η μικρή ένα βράδυ να κλαίει χτυπώντας τις παλάμες της στο στήθος του άντρα της.
   «Δεν είναι το παιδί μου αυτό, δεν είναι κανενός παιδί. Δεν είναι η Ιεριχώ μου».
   Η Ιεριχώ, σιωπηλή μες στο δωμάτιό της, έσφιξε στην αγκαλιά της τον χρυσαφή λούτρινο αρκούδο που της είχε χαρίσει ο γιατρός στην κλινική και γέλασε σιγανά. Ναι, η Ιεριχώ δεν ήταν πια εκεί. Είχε φύγει. Και σύντομα θα την ακολουθούσε και το τελευταίο της κομμάτι που είχε ξεμείνει πίσω.
   Πάλι είχε ξυπνήσει εκείνο το βράδυ και ο κόσμος γύρω της ήταν διαφορετικός. Οι μεθυστικές μυρωδιές του κήπου της ήταν πια γνώριμες. Οι αστερισμοί, φαντάροι ερωτιάρηδες σκοποί στον ουρανό, της έκλεισαν το μάτι και της χαμογέλασαν. Όλο το χωριό ήταν κοιμισμένο κι ακίνητο, σαν παγωμένο στο χρόνο. Δε χρειαζόταν να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών για να κοιτάξει πάνω από το φράχτη πια. Είχε ψηλώσει τόσο που μπορούσε να σηκώσει το πόδι και να καβαλήσει το φράχτη να φύγει. Γύρισε πίσω στο δωμάτιό της και έσφιξε στην αγκαλιά της τον τεράστιο χνουδωτό αρκούδο.
   «Αντίο», του ψιθύρισε, κι ύστερα έβγαλε με προσοχή ένα ξυράφι από το μπαούλο με τους θησαυρούς της και του έκοψε το λαιμό πέρα ως πέρα.
   Ψαχούλεψε με τα δάχτυλά της μέσα στο μπαμπακένιο του κορμί και ψάρεψε ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο. Το είχε κλέψει από το γραφείο του δόκτορα Τζέκινς στην πόλη. Το είχε βάλει στο μάτι από την πρώτη της επίσκεψη.
   «Τι είναι αυτό;», τον είχε ρωτήσει με δέος, δείχνοντας την παλιά γυάλινη προθήκη με τα ραγισμένα πήλινα αγγεία, τα πέτρινα αγαλματάκια και τα ταλαιπωρημένα σκεβρωμένα νομίσματα.
   «Είναι ένα υπέρπυρο», είχε τονίσει την ξενόφερτη λέξη με υπερηφάνεια ο γιατρός.
   «Είναι ένας πραγματικός θησαυρός για μένα, όπως είσαι κι εσύ για την οικογένειά σου, μικρή μου δεσποινίδα».
   Της είχε χαμογελάσει καλοσυνάτα κάτω από το λαμπερό ξανθό μουστάκι του και δεν είχε δείξει ούτε για μια στιγμή να υποπτεύεται τις κακές της προθέσεις. Τώρα η Ιεριχώ έσφιξε το αρχαίο χρυσό νόμισμα στη χούφτα της με ευγνωμοσύνη και δυο δάκρια χαράς κύλησαν από τα μάτια της.
   «Φύγαμε», μουρμούρισε συνωμοτικά πάνω στη μικρή σφραγισμένη της παλάμη και τα άφησε όλα πίσω της για πάντα.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, "Το Πλεκτό", κεφάλαιο α΄   

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.