Το Πλεκτό, (KNIT). Νουβέλα, της Τ.Η. (κεφάλαιο 2)

 
  κεφάλαιο 2

  ΆΡΚΤΟΣ

  «Δώσε μου δύναμη Θεέ 
  που βλέπεις από πάνω 
  να περπατώ πάντα στο φως 
  και το σωστό να κάνω. 
  Πάρε μες απ τη σκέψη μου 
  κάθε κακό και πόνο 
  κι απ το Πλεκτό βοήθα με 
  πάντοτε να γλιτώνω».

   Η γέρικη βαριά μηχανή βροντοχτυπούσε και λαχάνιαζε τρώγοντας τα χιλιόμετρα ασταμάτητα. Ο Άρκτος σκαρφαλωμένος πάνω της έμοιαζε περισσότερο με παιδί φασκιωμένο στην πλάτη της μάνας του παρά με ξέγνοιαστο καβαλάρη. Το μέγεθός του πάντα άλλαζε -μίκραινε- μόλις ανέβαινε στους σπασμένους και χιλιοεπισκευασμένους αναβατήρες της «γριάς» του. Έτσι αποκαλούσε το θηρίο με ρόδες τζιπ που τα τελευταία δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια ήταν το σπίτι του, το μεταφορικό του μέσο, η συντροφιά, το παιχνίδι και η δεύτερη μεγαλύτερη έγνοια του.
   Από παραγκούπολη σε παραγκούπολη κι από καταυλισμό σε καταυλισμό γυρνούσαν οι δυο τους αναζητώντας απαντήσεις σε ξεχασμένα και ανούσια πια ερωτήματα. «Είμαι από την κυβέρνηση», ξεφούρνιζε λες και αυτό σήμαινε κάτι. «Υπηρεσία καταγραφής πληροφοριών», συμπλήρωνε για να δώσει κύρος στις ασυναρτησίες του κι ύστερα άρχιζε τις ερωτήσεις. Τα πρώτα χρόνια ρωτούσε ότι του ερχόταν στο μυαλό, μπερδεμένα, χωρίς να ξέρει καλά- καλά ούτε ο ίδιος για τι έψαχνε. Κάποια στιγμή άρχισε να παρατηρεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, ένα περίτεχνα πλεγμένο σχέδιο πάνω στο πέπλο του εφήμερου κι αφηρημένου παρόντος. Τελικά, συνθέτοντας παράξενες αστικές εκφράσεις και παραδοσιακές προσευχές που δεν είχαν λόγο ύπαρξης, φοβισμένες κουβέντες μισότρελων γέρων και αμφιταλαντευόμενα μισόλογα ριψοκίνδυνων ερευνητών, ανακάλυψε μια κοινή αναφορά που μπερδευόταν μέσα σε όλα. Ήταν κάτι που μερικοί το αποκαλούσαν «φωτεινό ποτάμι», άλλοι «θεριστή» ή «αλωνάρη» και κάποιος κάποτε το είχε πει «παγκόσμιο σύστημα ασφαλείας και ελέγχου της ψυχικής υγείας». Αλλά η πιο διαδεδομένη λαϊκή του ονομασία ήταν «Το Πλεκτό».
   Τι ήταν άραγε εκείνο το ζοφερό φόβητρο που οι παππούδες μάθαιναν στα εγγόνια τους να το τρέμουν; Ο Άρκτος είχε συναντήσει αμέτρητες εκφράσεις για αντίστοιχα αμέτρητες καταστάσεις. «Φυλάξου γιέ μου απ το Πλεκτό να ζήσεις χίλια χρόνια», ξεπροβόδιζαν οι μανάδες τα παλικάρια τους σταυρώνοντας τα στήθια τους. «Καλούς και κακούς το Πλεκτό δε νοιώθει», χαμογελούσαν ανατριχιαστικά με φαφούτικα στόματα και αγριεμένα μάτια οι γριές στα ασπρισμένα πεζούλια. «Κράτα το κάτω κεφάλι μέσα στο παντελόνι σου και το πάνω κεφάλι μακριά από το Πλεκτό», μουρμούραγαν χαμένοι στο μεθύσι τους οι ναρκομανείς στα καταγώγια,  στοιχειά που είχαν από καιρό φιλιώσει με το θάνατο. Ο Άρκτος ήξερε πια ακριβώς τι να ρωτάει, όπως ήξερε καλά και πότε να το βουλώνει.
   Εκείνο το απόβραδο στο μπαρ έπρεπε κανονικά να το είχε βουλώσει. Το ήξερε, βέβαια, αλλά δεν το έκανε. Η παρέα των περιπλανώμενων που είχε βάλει σαν στόχο της τη νεαρή σερβιτόρα φαινόταν πως δεν είχε φραγμούς και δε σήκωνε επικρίσεις. Έβριζαν χυδαία την κοπέλα προσβάλλοντάς την για το σκούρο δέρμα και τα μεικτά χαρακτηριστικά της, την τραβολογούσαν από την ποδιά και της έβαζαν τρικλοποδιές για να την αναγκάσουν να πέσει στο πάτωμα μπροστά τους. Εκείνη ανεχόταν τα πάντα αμίλητη, με μια στωική απάθεια, προσπαθώντας χωρίς σθένος απλά να τους αποφύγει. Για μια στιγμή μόνο έριξε το βλέμμα της πάνω στον Άρκτο στην άκρη του μπαρ κι άστραψαν τα μάτια της σαν να τον παρακαλούσαν. Ο Άρκτος κατάλαβε πως θα είχε μπλεξίματα για τα οποία θα μετάνιωνε αργότερα, αλλά έκανε αυτό που τον διέταξε η συνείδησή του. Κατέβασε το ποτό του μονορούφι και πλησίασε την παρέα που παίδευε ακόμα τη νεαρή μιγάδα.
   «Καλύτερα για όλους μας να την αφήσετε να συνεχίσει τη δουλειά της», απευθύνθηκε στη συντροφιά χωρίς την παραμικρή ένταση στη φωνή του.
   «Η δουλειά της είναι να μου γλείψει τα αρχίδια», χασκογέλασε ο πιο μικρός, που δεν ήταν πάνω από δεκαοχτώ χρονών.
   Ο μεγαλύτερος της παρέας και πιθανότατα πατέρας του πρώτου ύψωσε το χέρι του κάνοντάς του νόημα να σταματήσει και σηκώθηκε από την καρέκλα του επιδεικτικά αργά. Παρόλο που ήταν ψηλός και μεγαλόσωμος, μπροστά στον Άρκτο έμοιαζε με έφηβο.
   «Εσύ ποιός είσαι, δηλαδή, ο πατέρας της;», έκανε μια θεατρική κίνηση γυρνώντας προς τους υπόλοιπους της παρέας, που ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια.
   Η αντίθεση στην εμφάνισή τους φυσικά ήταν τόσο κραυγαλέα που δικαιολογούσε τα γέλια. Η κοπέλα ήταν μικροκαμωμένη και μελαμψή, με μαύρα κοντά σγουρά μαλλιά και στρογγυλά κατάμαυρα μάτια. Ο Άρκτος από την άλλη ήταν πανύψηλος, ξανθός και ροδοκόκκινος σαν μεθυσμένος γερμανός, με μακριά χρυσαφί μαλλιά και γένια και κάπως σχιστά ξεθωριασμένα γαλάζια μάτια. Ήταν επιεικώς αδύνατον να έχουν κάποια συγγένεια.
   «Εγώ είμαι αυτός που θα σου ανατινάξει το φορτηγό και θα φύγεις από δω με τα πόδια», απάντησε ατάραχος και σοβαρός ο Άρκτος.
   Τα γέλια κόπηκαν μαχαίρι και η κοπέλα αφέθηκε αμέσως ελεύθερη.
   Δεν υπήρχε πιο ιερό ή πιο πολύτιμο πράγμα για έναν περιπλανώμενο από το όχημά του. Το να βρεις καινούριο αυτοκίνητο ανήκε πια στη σφαίρα της φαντασίας, οπότε όποιος είχε την σπάνια τύχη να κατέχει ένα –όσο παλιό κι αν ήταν- το προστάτευε ακόμα και με την ίδια του τη ζωή. Οι αδερφοί Λούβακ και Υιός είχαν μετατρέψει το παλιό λεωφορείο τους σε κινητό κατάστημα γενικού εμπορίου. Σε αυτό μέσα ζούσαν και με αυτό έβγαζαν τα προς το ζην. Στη σκέψη και μόνο να το χάσουν τους έλουζε κρύος ιδρώτας. Έφυγαν από το μπαρ βιαστικά σαν βρεγμένες γάτες, μα οι γεμάτες μίσος ματιές τους πάνω στον Άρκτο έδειχναν καθαρά πως το συμβάν δεν μπορούσε να θεωρηθεί λήξαν. Δεν τον ένοιαξε τόσο το μίσος τους, όσο το ότι είχε χάσει μια καλή ευκαιρία να ψαρέψει μερικές απαντήσεις για τις ερωτήσεις του. Οι περιπλανώμενοι έμποροι γυρνούσαν από πόλη σε πόλη χρόνια ολόκληρα, άκουγαν πολλά και δεν είχαν λόγους να μην τα πουν και παραπέρα. Ίσως οι αδερφοί Λούβακ να είχαν κάτι σημαντικό να μοιραστούν μαζί του.
   Αναστέναξε και επέστρεψε στην καρέκλα του στην άκρη του μπαρ για να παραγγείλει ένα moonshine ακόμα. Όταν ένα λεπτό μαυριδερό χέρι πετάχτηκε πίσω από τον πάγκο και του άφησε ένα πατσαβουριασμένο μπογαλάκι δίπλα στο ποτήρι, ήταν τόσο απορροφημένος στις σκέψεις του που προς στιγμήν τα έχασε. Το χέρι είχε αμέσως εξαφανιστεί , μαζί με τη νεαρή σερβιτόρα που είχε γίνει το επίκεντρο της προσοχής πριν από λίγο. Έπιασε με δυο δάχτυλα το μπογαλάκι και το κοίταξε σαστισμένα. Για το μέγεθός του ήταν ιδιαίτερα βαρύ. Το έχωσε στην τσέπη του γιλέκου του χωρίς να το ανοίξει και βγήκε από το μαγαζί προτού σκοτεινιάσει εντελώς.
   Θα μπορούσε να είχε φύγει χωρίς να δώσει συνέχεια. Θα μπορούσε, αλλά για τον ένα ή τον άλλο λόγο έμεινε έξω από το μαγαζί, μισοξαπλωμένος πάνω στη γριά του και την περίμενε να σχολάσει. Το δεμένο κομμάτι ύφασμα που του είχε δώσει περιείχε μέσα, σαν μακάβρια κουφέτα μέσα σε μια γκροτέσκα μπομπονιέρα, πέντε χρυσά δόντια. Ο Άρκτος προτίμησε να μη σκεφτεί καν από πού προέρχονταν. Σκέφτηκε όμως πως ήταν μια υπερβολικά πλούσια αμοιβή για ότι κι αν είχε κάνει. Ναι, μια παράλογα πλούσια αμοιβή από μια μικρή φτωχή μιγάδα.
   Το μαγαζί έκλεισε νωρίς. Έμενε ανοιχτό μόνο για τους περιπλανώμενους που ταξίδευαν στο δρόμο και κανείς δεν ήταν τόσο τρελός ώστε να ταξιδεύει νύχτα. Στις μεγάλες προαστιακές λεωφόρους λεγόταν πως υπήρχαν μηχανήματα που δούλευαν ακόμα. Απομεινάρια του παλιού κόσμου που καμιά φορά τις νύχτες έμπαιναν σε λειτουργία από μόνα τους, σαν νεκραναστημένοι ηλεκτροβόροι βρικόλακες. Αυτόματοι διακόπτες ηλεκτροδότησης έδιναν ζωή σε δρόμους και κτήρια, σολίστες πραγματικοί σε ρεσιτάλ φωτορυθμικών. Και μαζί με τον ηλεκτρισμό έρχονταν και οι Οδοφύλακες, αλλόκοτα πλάσματα που δεν ήταν ακριβώς άνθρωποι, αν και μπορούσαν να ματώσουν και να πεθάνουν. Ούτε και μηχανές ήταν όμως, παρόλο που δρούσαν σε απόλυτη συνάρτηση και συνέργεια με αυτές. Μπορεί να περνούσαν μήνες ή και χρόνια χωρίς να φανούν. Κι άξαφνα θα άκουγες πως στον τάδε αυτοκινητόδρομο, έξω από την τάδε πόλη, ένας Οδοφύλακας έκανε την εμφάνισή του σπέρνοντας τον πανικό και το θάνατο. Ο Άρκτος θυμόταν σαν σε όνειρο τον μοναδικό οδοφύλακα που είχε δει ποτέ στη ζωή του. Ήταν παιδί τότε ακόμα, αν και η σωματική του διάπλαση του επέτρεπε να περνάει για πολύ μεγαλύτερος. Είχε πηδήξει κρυφά από το παράθυρο, όπως συνήθιζε τα βράδια, και είχε βρεθεί σε μια συντροφιά νεαρών μηχανόβιων που ήθελαν να κάνουν λίγη φασαρία, να πιούν λίγο αλκοόλ και να ζήσουν λίγο επικίνδυνα. Κόντρα στην κόντρα και στοίχημα στο στοίχημα είχαν φτάσει καμιά δεκαριά χιλιόμετρα έξω από τον οικισμό τους και είχαν μπει για τα καλά στην απαγορευμένη βιομηχανική ζώνη της διπλανής εγκαταλελειμμένης πολιτείας. Ήταν ούτως ή άλλως επικίνδυνο το να ζουν τόσο κοντά στην πόλη –φάντασμα. Ήταν μια συνεχής και ακατανίκητη πρόκληση για όλους τους νεαρούς που ήθελαν να διασκεδάσουν πέρα από τα όρια, για όλους τους φυγόδικους, κλέφτες και λαθρέμπορους που αναζητούσαν καινούριο εμπόρευμα και για όλους τους ναρκομανείς, τους «ναρκαλιευτές» που έψαχναν τα ερειπωμένα φαρμακεία για παλιά καλά ναρκωτικά. Είχαν ακούσει τις φωνές, τις ριπές και τη φασαρία, σαν να περνούσε στρατός και ισοπέδωνε τα διπλανά τετράγωνα. Είχανε δει ανθρώπους να τρέχουν και να πέφτουν γαζωμένοι από σφαίρες μπροστά στα πόδια τους. Ένα ξεριζωμένο χέρι έδωσε στον Άρκτο την πρώτη και μοναδική σφαλιάρα που είχε φάει ποτέ. Ακόμα αναρωτιόταν ποιο σάστισμα και ποια ηλίθια ανωριμότητα τον είχαν γλιτώσει από δια βίου εφιάλτες και ψυχικά τραύματα. Ήταν παιδί όμως και τα παιδιά ξεχνάνε και γιατρεύονται εύκολα. Είχε ξεχάσει τις κραυγές, τον πανικό, το αίμα, τα τεμαχισμένα πτώματα. Τον οδοφύλακα όμως δεν τον είχε ξεχάσει ποτέ. Είχε εμφανιστεί κατάμαυρος σαν μαύρη τρύπα στο φως του δρόμου με ένα θεόρατο όπλο στα χέρια, είχε στρίψει μηχανικά προς το απέναντι κτήριο και είχε προχωρήσει ώσπου κόλλησε στον τοίχο. Επί πέντε ώρες που έμειναν κρυμμένοι τρέμοντας στην απέναντι αποθήκη, ο οδοφύλακας συνέχιζε να περπατάει χωρίς να κάνει βήμα, κόντρα στον τοίχο, σαν χαλασμένο ρομπότ. Τόλμησαν να βγουν από την κρυψώνα τους και να φύγουν μόνο όταν η αυγή χάραξε κι έσβησαν όλα τα φώτα της πόλης. Μαζί με τα φώτα είχε σβήσει και κάθε κίνηση του οδοφύλακα. Ο Άρκτος πολλές φορές φανταζόταν πως γυρνούσε πάλι στην πόλη και ο οδοφύλακας στεκόταν ακόμα ακίνητος πάνω στον τοίχο. Φανταζόταν πως είχε πεθάνει και στεκόταν για πάντα εκεί, σκελετωμένος και σάπιος μέσα στην απόρθητη φορεσιά του, στο ίδιο ακριβώς σημείο που τον είχαν αφήσει. Αυτό σκεφτόταν και τώρα, όταν η μικρή εξωτική φιγούρα της σερβιτόρας βγήκε από το μαγαζί και ξεγλίστρησε προς το πίσω μέρος του κτηρίου. Στάθηκε μπροστά σε ένα μικρό ξύλινο δωμάτιο –το κατάλυμά της- και έψαξε στα τυφλά μέσα στην ποδιά της για το κλειδί. Ο Άρκτος την πλησίασε αθόρυβα με δυο- τρεις δρασκελιές και τη στιγμή που ξεκλείδωνε την πόρτα, της έκλεισε το στόμα και την έσπρωξε μαλακά μέσα, στο απόλυτο σκοτάδι του μικρού δωματίου. Δεν ήθελε να την τρομάξει.
   «Είμαι ο Άρκτος, που σε βοήθησε πριν στο μαγαζί», της ψιθύρισε στο αυτί.
   Η κοπέλα δεν αντέδρασε καθόλου, σαν να είχε λιποθυμήσει όρθια ή σαν να τα περίμενε όλα.
   «Δεν θέλω να σου κάνω κακό, μόνο να σε ρωτήσω κάτι, εντάξει;», συνέχισε σιγανά  και ακούμπησε παρορμητικά την ελεύθερη παλάμη του στην πλάτη της για να νοιώσει τον χτύπο της καρδιάς της.
   Για μερικά δευτερόλεπτα, έτσι όπως στεκόταν απαθής και ακίνητη, του θύμισε τον οδοφύλακα. Ο Άρκτος ανατρίχιασε. Κατέβασε και το άλλο χέρι του από το πρόσωπό της και τη γύρισε προς το μέρος του. Καθώς τα μάτια του συνήθιζαν σιγά σιγά στο σκοτάδι, την κοίταξε επίμονα για να διακρίνει κάποια αντίδραση. Ούτε το είχε προγραμματίσει ούτε και το συνειδητοποίησε εντελώς, όταν έσκυψε και κόλλησε το πρόσωπό του στο δικό της, ψάχνοντας το στόμα της. Πρόλαβε να την αγγίξει μόνο για μια γλυκιά στιγμή κι ύστερα ένα απότομο «παφ» τον ξανάφερε στην πραγματικότητα. Είχε μόλις φάει τη δεύτερη σφαλιάρα της ζωής του. Έλαμψαν κάτασπρα μέσα στο σκοτάδι τα δόντια της μικρής, σε ένα πλατύ άηχο χαμόγελο. Ο Άρκτος έτριψε το μάγουλο και τα γένια του με μια στιγμιαία απορία κι ύστερα γέλασε κι αυτός.
   «Ήσυχα, θα μας ακούσουν», έφερε συνωμοτικά το δάχτυλο στο πρόσωπό της η Ιεριχώ και μετά σήκωσε με τρυφερότητα το χέρι της να του χαϊδέψει το μάγουλο που προηγουμένως είχε χτυπήσει.
   Η νύχτα που ακολούθησε ήταν μια αποκάλυψη. Ήτανε λες και ήξεραν ο ένας τον άλλο από κάποια προηγούμενη ζωή που είχαν ξεχάσει. Λες και κρατούσανε ο καθένας τους κομμάτια από ένα πάζλ, ψηφίδες που συνέθεταν μια αλήθεια. Ότι ήξερε ο ένας έβρισκε το ταίρι του στον άλλο. Έφτασε να γίνει τόσο περίπλοκη και παράδοξη η κουβέντα τους που δεν ήταν σίγουροι τελικά αν ήταν ξύπνιοι και μιλούσανε ακόμη ή αν είχαν αποκοιμηθεί και ονειρεύονταν.
   «Και τι είναι αυτό που κάνει την πραγματικότητα πραγματικότητα και το όνειρο όνειρο;», τον είχε ρωτήσει κάποια στιγμή γερμένη μες στην αγκαλιά του η Ιεριχώ. 
   Λίγο πριν το χάραμα ο Άρκτος βγήκε νυχοπατώντας  από το δωμάτιο, ανέβηκε στη μηχανή του κι έφυγε. Αυτά που είχε ακούσει από το στόμα της κοπέλας τον έκαναν να νοιώθει περίεργα, σαν να τον άλλαζαν βαθιά μέσα του. Σαν να του ξυπνούσαν αχνές αναμνήσεις που είχαν από καιρό χαθεί. Ίσως να είχε επιτέλους βρει αυτό που αναζητούσε τόσα χρόνια. Ίσως το ταξίδι του να τελείωνε. Ή μήπως τώρα άρχιζε; Παρόλο που είχε νοιώσει έναν ακατανίκητο δεσμό με τη νεαρή μιγάδα, ή μάλλον ακριβώς επειδή είχε νοιώσει έτσι, προτίμησε να την αφήσει πίσω χωρίς αντίο και να φύγει. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε κι όσο πιο μακριά της γινόταν. Μαζί του θα κινδύνευε πολύ περισσότερο από όσο θα κινδύνευε  ποτέ μόνη της. Στην τελική εκεί που βρισκόταν δεν μπορούσε να χάσει κάτι περισσότερο από τη ζωή της. Μαζί του θα μπορούσε να χάσει την ψυχή της. Τη στιγμή που χανόταν μέσα στην σκοτεινή ακόμα λεωφόρο, μια σκέψη της κοιμισμένης Ιεριχώς έφτασε ως την άκρη του μυαλού του.
   «Τι ρόλο παίζει αν είμαι τρελή, αφού έχω τις λογικές απαντήσεις;»
   Ο Άρκτος ανατρίχιασε για μια ακόμα φορά μέσα σε εκείνη τη νύχτα. Ο τόπος γύρω του ανατρίχιαζε για μια ακόμα φορά κι αυτός, καθώς αργά και αναπόφευκτα ο πλανήτης έστρεφε προς τον φωτοδότη ήλιο του. Στάθηκε να τη δει εκείνη την ανατολή, σαν να λογάριαζε πως θα ταν από τις τελευταίες του. Ακόμα δεν είχε ολοκληρωθεί στη σκέψη του το τι θα έκανε στη συνέχεια. Πίστευε πως υπήρχε ένα σύστημα, ένα δίκτυο, απομεινάρι του παλιού κόσμου, που όχι μόνο έλεγχε τους οδοφύλακες και άλλα επικίνδυνα όπλα, αλλά επηρέαζε σταδιακά τα εγκεφαλικά κύτταρα, τη μνήμη, τα συναισθήματα και τελικά τη νοημοσύνη των ανθρώπων. Αυτό το δίκτυο λέγαν πως είχε καταστρέψει τον παλιό κόσμο. Είχε σιγά σιγά διαφθείρει όσους εκτίθονταν στη δράση του. Όλες οι πόλεις το είχαν. Ήταν μια αρρώστια, μια μάστιγα, που αντί να προστατεύει τους ανθρώπους από τη βία και το έγκλημα όπως περίμεναν, τους είχε στερήσει κάθε πρωτοβουλία και ικανότητα για αποφάσεις, ακόμα και το βασικότερό τους ένστικτο, το ένστικτο της επιβίωσης.  Ο Άρκτος φανταζόταν εκατομμύρια ανθρώπους να πεθαίνουν από την πείνα δίπλα σε αποθήκες και καταστήματα γεμάτα με τρόφιμα. Άλλοι ίσως να πέθαιναν από τη δίψα δίπλα σε βρύσες με τρεχούμενο νερό. Κι όσοι θα απέμεναν πια μέσα στις πόλεις, το ίδιο εκείνο σύστημα θα τους συντηρούσε, όπως η τροφός τα ανήμπορα βρέφη της. Όντα αμνήμονα, άβουλα και απάνθρωπα σεργιάνιζαν τις πολιτείες. Δούλευαν σε εργοστάσια που δεν είχαν πρώτες ύλες για να παράγουνε πια τίποτα. Πηγαινοέρχονταν σαν νεκροζώντανοι, όρθια λείψανα ενός κόσμου που είχε αυτοκτονήσει με το πάτημα ενός κουμπιού. Ναι, είχε εξαφανιστεί κάθε εγκληματικότητα στα αστικά κέντρα. Ναι, είχαν μηδενιστεί οι βιασμοί, οι κλοπές, οι εθισμοί μέσα στις πόλεις. Ναι. Μα ήταν γιατί δεν υπήρχαν πλέον άνθρωποι. Η γη κατοικούταν από λίγα εκατομμύρια επιζώντες, ανθρώπους απόμακρους, ερημίτες, πλανόδιους, περιθωριακούς. Ανθρώπους που έφτιαχναν μικρούς οικισμούς στις ερημιές ίσα ως να μαζέψουν μια σοδιά, κι ύστερα μέσα σε μια νύχτα τους ξήλωναν και έφευγαν για αλλού. Κυνηγημένοι από το Πλεκτό, από την ανάμνησή του, από το θρύλο του.
   Ο Άρκτος το ήξερε από παιδί πως ήταν διαφορετικός. Το ένοιωθε στο πετσί του όταν κοιτούσε εκείνους που τον μεγάλωναν, πως δεν ήταν ένας από αυτούς. Κάποιες φορές το έβλεπε στον ύπνο του, το σπίτι που είχε γεννηθεί, σε κάποια πόλη. Κάποιο πλούσιο μοντέρνο σπίτι με όλες τις ανέσεις του ηλεκτρικού πολιτισμού. Πώς είχε επιζήσει κι είχε βρεθεί στο δρόμο των νομάδων;  Γιατί του ήταν τόσο δύσκολο να βρει μερικές απλές απαντήσεις που τις ζητούσε δεκαπέντε χρόνια τώρα; Πώς ξεγλιστρούσε έτσι μέσα από τα χέρια του η αλήθεια; Ίσως εκείνος ο Οδοφύλακας που είχε συναντήσει να ήταν κάποτε ο πατέρας του, ή ο αδερφός του. Ποιος ήξερε για να του πει;
   Το μεταλλικό θερμός με τον καφέ κόντευε να αδειάσει κι ο Άρκτος άρχιζε να συμμαζεύει το μυαλό του για να ξεκινήσει πάλι το δρόμο του, όταν το λεωφορείο των αδερφών Λούβακ φάνηκε να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Η αίσθηση της απειλής τον χτύπησε στα μηνίγγια αστραπιαία.  Ευχήθηκε να μην γυρνούσαν για την Ιεριχώ, αλλά για τον ίδιο. Το σίγουρο ήταν πως δεν γύριζαν τυχαία, δεν του επέτρεπε το ένστικτο αυτοσυντήρησής του να πιστέψει κάτι τέτοιο. Το λεωφορείο τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει σημασία και ο Άρκτος τρομοκρατήθηκε. Καθώς έστριβε νευρικά το κλειδί στη μηχανή κι έκανε στροφή επιτόπου για να κυνηγήσει τους κυνηγούς, θυμήθηκε μια από τις παράξενες κουβέντες που είχαν εχθές με την Ιεριχώ. Την είχε ρωτήσει για τα χρυσά δόντια, για ποιο λόγο του τα είχε δώσει.
   «Είναι σημαντικό να τα κρατάς πάνω σου, συνέχεια. Θα σε βοηθήσουν να μείνεις ζωντανός και να μη χάσεις τα λογικά σου».
   «Δε βλέπω να βοήθησαν και πολύ τον προηγούμενο κάτοχό τους», την είχε κοιτάξει με ένα αστείο στραβό χαμόγελο.
   «Δεν είναι αστείο. Κρατήσου από πάνω τους. Κρατήσου, Άρκτο, όπως εγώ κρατιέμαι από αυτό».
   Είχε βγάλει ένα μεγάλο χρυσό νόμισμα από τον κόρφο της και του το είχε δείξει.
   «Ένα υπέρπυρο», είπε η γλώσσα του από μόνη της χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει τι έλεγε.
   «Ναι, ένα αληθινό υπέρπυρο. Είδες που το θυμήθηκες; Αυτά τα κομμάτια χρυσού θα είναι το δικό σου υπέρπυρο, μην το ξεχάσεις», του είχε κλείσει την τεράστια χούφτα με τα δυο μικρά της χέρια, κλείνοντας μέσα σφιχτά τα πέντε χρυσά δόντια.
   Τώρα  ακούμπησε την παλάμη του στο στήθος του, πάνω στην τσέπη του στρατιωτικού γιλέκου του, για να βεβαιωθεί πως τα δόντια ήταν ακόμα εκεί. Όλα ήταν τόσο μπερδεμένα. Μήπως η Ιεριχώ ήταν –κι αυτή, μαζί με αυτόν- τρελή; Του είχε απαντήσει ήδη και σ αυτό. Τι σημασία είχε αν ήταν τρελή, αφού είχε τις λογικές απαντήσεις; Προσπέρασε το μεγάλο όχημα με ταχύτητα και γύρισε το κεφάλι του να κοιτάξει πίσω από την πλάτη του. Επιτέλους, φάνηκε πως είχε καταφέρει να τραβήξει την προσοχή τους, γιατί σε μια αναπάντεχη στροφή σε κάποιον απαγορευμένο αυτοκινητόδρομο το λεωφορείο έστριψε και τον ακολούθησε. Διάφορα εμπόδια είχαν στοιβαχτεί με τα χρόνια πάνω στο δρόμο, κι ο Άρκτος έτρεχε κάνοντας ζικ ζακ για να τα αποφύγει. Το λεωφορείο πίσω του χτυπούσε πάνω στα εμπόδια τινάζοντάς τα μακριά ή παρασέρνοντάς τα. Μια παλιά λαμαρινένια επιγραφή. Μια σάπια ξύλινη πόρτα. Μια ακινητοποιημένη κατασκουριασμένη μηχανή της αστυνομίας. Έφτασε σε αδιέξοδο. Η άσφαλτος διακοπτόταν από μια τιτάνια τσιμεντένια πύλη με ατσάλινα πορτόφυλλα. Τέρμα του δρόμου. Όλοι κάτω. Κάτι τον χτύπησε στην πλάτη με ανεξέλεγκτη δύναμη και τον εκτόξευσε πάνω στην ατσάλινη πόρτα. Του φάνηκε πως άκουσε τα κόκαλά του να σπάνε και τη σάρκα του να συνθλίβεται και το μόνο που πρόλαβε να σκεφτεί ήταν η θλιβερή αποτυχία του. Είχε ηττηθεί πριν καν προλάβει να προσπαθήσει. Ποια παραμυθία θα τον γλίτωνε πια; Σαν τελευταία αναλαμπή άστραψε στη σκέψη του το δεματάκι με το χρυσάφι που του είχε δώσει η Ιεριχώ. Ύστερα έχασε τις αισθήσεις του.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, "Το Πλεκτό", κεφάλαιο β
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.