ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΗΣ ΜΕ ΤΗ ΒΟΥΛΑ






Είναι δύο και εκείνος της λέει: θα πάμε στα αστέρια! Επιτέλους του λέει κι εκείνη. Πόσα χρόνια ψάχνω κάποιον να πάμε μαζί στα αστέρια! Είμαι τόσο ευτυχισμένη! 

Ξεκινάνε λοιπόν… Σκοτάδι μαύρο… - Είσαι σίγουρος πως από δω είναι ο δρόμος για τα αστέρια; - Μα ναι σου λέω! - Οκ, σε εμπιστεύομαι! .. 

Σκοτάδι κατάμαυρο… -Σίγουρα είμαστε στο δρόμο για τα αστέρια; - Μα ναι, δεν τα βλέπεις; - Πού είναι; - Μα να! Είναι δυνατόν να μην τα βλέπεις; - Τα βλέπω! Έχεις δίκιο, είναι τόσο όμορφα! … Πλησιάζουμε; - Μα τι ρωτάς; Δεν βλέπεις που έχουμε σχεδόν φτάσει; - Δε θα’λεγα ότι το βλέπω, ούτε και τα αστέρια είδα ποτέ εδώ που τα λέμε, νόμιζα ότι τα είδα, αλλά αφού είμαι μαζί σου, δεν πειράζει, ας αργήσουμε λίγο. Ε, κι ας χαθούμε, θα τον βρούμε μαζί το δρόμο. 

… Βρε αγάπη μου, μήπως έχουμε χαθεί; - Όχι σου λέω, είμαστε στο σωστό δρόμο; - Γιατί είναι τόσο σκοτεινά; Και γιατί έχει τόση υγρασία; Και γιατί είναι τόσο στενά; Και γιατί σκάβουμε τόσο καιρό; Βρε μήπως έχουμε χαθεί τελείως; - Όχι, σου λέω, μην είσαι πια τόσο δύσπιστη! Πώς περιμένεις να φτάσουμε στα αστέρια αν δεν έχεις λίγη πίστη; Αν σκεφτόμαστε έτσι δε θα πάμε ούτε μέχρι το περίπτερο της γειτονιάς… - Σα να έχεις δίκιο… Κούραση το σκάψιμο, αλλά χαλάλι… Γιατί κάνει τόση ζέστη; Και τι είναι αυτή η λάβα στο βάθος; - Αααα, για να πάμε στα αστέρια πρέπει να περάσουμε από εκεί μέσα! - Πώς θα το κάνουμε αυτό; - Μαζί! Τώρα έχουμε κι αυτόν το χρυσό σπόρο που εμείς δημιουργήσαμε και θα είναι μαζί μας πάντα και η αγάπη μας όλο και θα μεγαλώνει… Πλησιάζουν τη λάβα… - Δεν είμαστε στα αστέρια! Μου είπες ψέματα! Είμαστε στα έγκατα της γης! Τόσο καιρό σκάβω πίσω σου για το τίποτα! Μου είπες ψέματα! 

Η γη αρχίζει να τρέμει, ένα ρήγμα εμφανίζεται κάτω από τα πόδια τους. Εκείνος τρέχει προς το λαγούμι να σωθεί. 

Εκείνη απομονωμένη πάνω σ’ένα βράχο που βουλιάζει στη λάβα, βουτάει το χρυσό σπόρο στον αέρα και βουλιάζει μαζί του σιγά σιγά. Αποφασίζει να κολυμπήσει μέσα στη λάβα, κρατώντας με το χέρι της απ’έξω το σπόρο μην καεί κι αυτός. Ξέρει πως κρατάει στα χέρια της ό,τι πολυτιμότερο υπάρχει. Είναι το μόνο που αξίζει. Είναι το μόνο που έχει απομείνει. Κολυμπάει και καίγεται, τυφλώνεται. Για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, περνάει μέσα από την πυρά. Αποτεφρώνεται σιγά σιγά. Κρατάει ακόμα το σπόρο στο χέρι. Περνάει όλη τη λάβα, βρίσκεται ξανά στο βράχο. Πρέπει πάλι να σκάψει, πώς θα το κάνει έτσι σκελετός που έχει απομείνει; –Πρέπει να σκάψω, με τα ίδια μου τα κόκαλα αν χρειαστεί! Πρέπει να σώσω το σπόρο μου! Σκάβει, σκάβει λοιπόν. Μέσα στο βράχο, μέσα στα σκοτάδια, πού και πού βρίσκει ανοίγματα, σπηλιές, τις διασχίζει, και συνεχίζει ξανά στο σκάψιμο… - Ένας θεός ξέρει πού θα βρεθώ! Ίσως να είμαι κάτω από την Κίνα τώρα! Συνεχίζει το σκάψιμο, συνεχίζει… Νερά μπάζουν από παντού. Είναι καταμεσής στον Ειρηνικό Ωκεανό, ένας αποτεφρωμένος σκελετός που κρατάει ένα χρυσό σπόρο. Μέσα από την Τάφρο των Μαριανών ξετρύπωσε… τώρα πρέπει να κολυμπήσει 10.000μ προς την επιφάνεια. – Δε βαριέσαι, σκελετός είμαι… ούτε πνευμόνια έχω πια να χρειάζομαι οξυγόνο, ούτε σάρκες να με κατασπαράξουν οι καρχαρίες… Θα αφήσω την άνωση να με βγάλει επιτέλους στην επιφάνεια… Κι εκεί το βλέπει να έρχεται από μακριά, το Κράκεν! Το Κράκεν της κοινωνικής κατακραυγής! Έρχεται να τη διαλύσει ακόμα κι έτσι σκελετωμένη, να της φάει και το σπόρο! Δεν μπορεί να κολυμπήσει, δεν μπορεί να του ξεφύγει! Το αφήνει να την καταπιεί! Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς… Όμως εκεί μέσα στο στομάχι του Κράκεν, συνειδητοποιεί πως ο σκελετός της δεν έχει ακόμα διαλυθεί, και πως κρατάει ακόμα τα σπόρο της στα χέρια. Και σκέφτεται πως και το Κράκεν έχει πεπτικό σύστημα. Ναι, και το Κράκεν θα την αφοδεύσει κάποια στιγμή. Δεν τη νοιάζει πια από ποια δίοδο θα βγει ξανά στην ελευθερία. Ας είναι και το εντερικό σύστημα του Κράκεν. Σκασίλα της! Τσουπ λοιπόν, κάνει και το Κράκεν την ανάγκη του και να την πάλι έξω. Με το σπόρο της στο χέρι. 

Βγαίνει σιγά σιγά στην επιφάνεια. Χωρίς σάρκα, χωρίς πνευμόνια, μισότυφλη, μόνο με το σπόρο στο χέρι. Μόνη τόσο μόνη. Βρίσκει αντικείμενα να της έρχονται από μακριά για να πιαστεί. Αντικείμενα που τα γνωρίζει, τα έχει ξαναδεί. Ένα παιδικό σωσίβιο, τα μωρουδιακά της μπρατσάκια,, βρίσκει ακόμα και τον Γουίλσον, τη μπάλα που άφησε τον Τομ Χανκς να βολοδέρνει μόνος του στα κύματα. Βρήκε και τη σανίδα που ξάπλωσε πάνω της η Ρόουζ αφήνοντας τον κακομοίρη το Τζακ να γίνει παγάκι, η άκαρδη σκύλα. Όλα τα βρήκε εκεί πέρα. Όλα τα χαμένα αντικείμενα. Κάποια στιγμή κοιτάει επάνω. Ξαστεριά. 

-Τι να την κάνω πια, σκέφτεται, έτσι που κατάντησα; 

Και τότε συνειδητοποιεί θριαμβευτικά πως δεν πήγε ποτέ στα αστέρια. Μα πως ούτε όλο το προσωπικό της ΝΑΣΑ μαζί δεν έχει καταφέρει αυτό που έχει καταφέρει, δεν έχει περάσει μέσα από τη λάβα και από το πεπτικό σύστημα του Κράκεν. Είναι πια αστροναύτης με τα όλα της. Μπορεί να πάει όπου θέλει, σε όποιον πλανήτη θέλει, να πάει σε άλλο γαλαξία κι αν γουστάρει να γυρίσει. Μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει πια. Είναι αστροναύτης με τη βούλα.

Κείμενο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου
Σκίτσο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου (Kleiwthalia)
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.