ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ



ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Το δωμάτιο φύλαγε τις ψυχές μας απομονώνοντας κάθε τι από τον έξω κόσμο, καθόσουνα στο τραπέζι κι ετοίμαζες να πιούμε εκείνο το μουντό απόβραδο, όπως κάθε βράδυ (μα ήταν πάντα βράδυ εκεί μέσα).
Στεκόμουνα όρθιος ακουμπώντας τον αγκώνα στο τζάκι και σε κοίταζα.
Είμαστε νέοι, όμορφοι μέσα στα ακριβά μας ρούχα.
Πριν πολλά πολλά χρόνια και πολλά πολλά σιωπηλά βράδια που τα ανείπωτα στραγγάλιζαν τις φωνές μας θαρρώ, μέχρι που χάθηκε κάθε επιθυμία ν αρθρώσουμε έστω και μιά λέξη. 
Γίναμε δύο νεκροζώντανα πτώματα να κοιτάζονται ατελείωτες ώρες σιωπής και το μόνο που μας έδινε χρώμα ήταν το υγρό σμαράγδι του αψεντιού. 
Μέχρι που έραψες τα χείλη σου αρνούμενη τον εγκλεισμό αυτόν που τόσο προσεκτικά σχεδιάσαμε για να κρατήσουμε έξω τη φθορά.
Κατάλαβα τότε πως είχες πια λυτρωθεί. 
Ήταν νύχτα,  σαν τώρα. 
Άνοιξα τη πόρτα και σε παρακολούθησα με το βλέμμα (πάντα σιωπηλός) να βγαίνεις με αργά βήματα, ανάλαφρα, έξω.
Έριχνε μια απαλή, ανοιξιάτικη έλεγες, βροχή.
Έγινες διάφανη αγάπη μου, κινούμενη σκιά στο νοτισμένο σκοτάδι, μέχρι η βροχή να σε διαλύσει σε χιλιάδες απειροελάχιστες σμαραγδένιες καρδιόσχημες σταγόνες που σκόρπισαν στον έρημο δρόμο. 
Ήταν πάντα νύχτα τότε. 
Από εκείνες τις μακριές νύχτες του 1901.


Μανόλης Κωνσταντάκης ©
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.