Ιπποκράτης, ο σωτήρας του θεού, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, απόσπασμα


Όπου και να γυρνούσε το βλέμμα του η γη ήταν καλυμμένη με κορμιά που την πότιζαν αίμα. Χιλιάδες οι νεκροί και ανάμεσά τους κάποιοι που σφάδαζαν, πιο κοντά στο θάνατο παρά στη ζωή. Όσοι στέκονταν ακόμα όρθιοι έψαχναν ανάμεσα στα πτώματα για τραυματίες που είχαν έστω λίγες  ελπίδες να επιβιώσουν. Τους κουβαλούσαν  στα ριζά του λόφου, όπου οι γιατροί τα τελευταία εικοσιτετράωρα αγωνίζονταν ξάγρυπνοι να σώσουν  όποιον και ό,τι σωζόταν. Τους υπόλοιπους, τους πιο φευγάτους, τους χάριζαν οι ίδιοι τους οι συμπολεμιστές ένα γρήγορο τέλος για να τους γλιτώσουν από αργό, βασανιστικό θάνατο. Ο Μεγάλος Μάγιστρος στεκόταν στη μέση του πεδίου της μάχης αγέρωχος, με τον σχισμένο και ματωμένο μανδύα του να ανεμίζει σαν τιμημένο λάβαρο. Ήττα ή νίκη, στο μυαλό του είχε μικρή σημασία. Οι απώλειες ήταν οι ίδιες. Η ισορροπία είχε επιτευχθεί. Δεν θα υπήρχε άλλος πόλεμος πια για να διεκδικηθεί η γη. Η επιφάνεια θα έμενε στην ησυχία της, να αναπλαστεί και να γίνει γόνιμη ξανά. Οι περισσότεροι Ονειροβάτες ήταν νεκροί, φτωχοί πολεμιστές σε σύγκριση με τους Υπομάγιστρους κι ας είχαν δυνάμεις πνευματικές να τους συνδράμουν στη μάχη.  Μια ολόκληρη φυλή είχε αποδεκατιστεί. Ο λόφος  ήταν γεμάτος με Μαύρο Άργυρο, ένα φυσικό διαβιβαστή που απορροφούσε τις υπερεξελιγμένες νοητικές ικανότητες των ταξιδευτών, στερώντας τους το μόνο ουσιαστικό όπλο που είχαν για να πολεμήσουν.  Ο ηγέτης των Υπομάγιστρων τους είχε παρασύρει φυσικά εκεί από πρόθεση, δεν είχε τυχαία διαλέξει την τοποθεσία για την τελευταία καθοριστική μάχη. Όλα είχαν τελειώσει τώρα. Ένα μόνο έμενε να κάνει, για να κηρύξει τη λήξη  του Τελευταίου Επίγειου Πολέμου. Ύψωσε το σπαθί του προς τον συννεφιασμένο ουρανό και κραύγασε με άγρια, υπεράνθρωπη φωνή.
«Άξιοι!»
Οι στρατιώτες Του έστρεψαν όλοι το βλέμμα τους στην ματωμένη κόψη του σπαθιού του και μιμήθηκαν την ιαχή του Στρατηγού τους με όση δύναμη είχε απομείνει στου καθενός τα πνευμόνια.
«Άξιος», σηκώθηκε σαν αχός πάνω από το στρατόπεδο η κραυγή τους και τον συνόδευσε μέχρι την πρόχειρη σκηνή του.
Ένας μικρόσωμος πολεμιστής, έφηβος ακόμα, τον ακολούθησε από μικρή απόσταση. Τρύπωσε στη σκηνή χωρίς να ζητήσει την άδεια του ενοίκου της. Ο Μεγάλος Μάγιστρος δεν μπήκε στον κόπο να τον διώξει, είχε αντιληφθεί πως τον παρατηρούσε από ώρα και καλοδεχόταν τις προθέσεις του.
Κάθισε φανερά καταβεβλημένος τώρα στο σανιδένιο κρεβάτι και έκανε νόημα στο αγόρι να πλησιάσει. Ήξερε πως κανείς δεν θα τους ενοχλούσε.
«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε, ενώ έβγαζε με κόπο το πουκάμισό του.
«Ιπποκράτη, Ιπποκράτη Σέμυεν», τραύλισε τρομοκρατημένος ο νεαρός και γούρλωσε τα μάτια ξεροκαταπίνοντας , στη θέα της τεράστιας σπαθιάς που είχε σπάσει τα πλευρά του θεού και σχεδόν είχε χωρίσει τον ένα του πνεύμονα στα δύο.
Η πληγή είχε ήδη αρχίσει να επουλώνεται, ωστόσο κάποια κομμάτια από σπασμένα οστά εμπόδιζαν την τομή να κλείσει και έκαναν τον Μεγάλο Μάγιστρο να αιμορραγεί μέχρι θανάτου. Κάτω από τον χαμηλό φωτισμό του συννεφιασμένου απογεύματος το αίμα του λαμπύριζε σαν να ήταν φτιαγμένο από χρυσόσκονη.
«Θα τα έβαζα μόνος μου στη θέση τους, αλλά δεν μπορώ», παραδέχτηκε με μεγαλειώδη ταπεινότητα, ανοίγοντας τη δεύτερη γροθιά του, που τόση ώρα κρατούσε σφιγμένη γερά.
Μέσα στην ματωμένη του παλάμη κρατούσε τα δύο αποκομμένα του δάχτυλα.
«Πώς σου ήρθε η ιδέα να με πάρεις υπό την προστασία σου σήμερα, Ιπποκράτη;», χαμογέλασε με εκείνο το στραβό, σαρκαστικό του χαμόγελο κι έκανε τον νεαρό γιατρό να συνέλθει από το σοκ που είχε υποστεί.
«Έτυχε και ήμουν ακριβώς δίπλα Σου τη στιγμή που εκείνος ο ονειροβάτης σε χτύπησε πισώπλατα.
«Ο άτιμος, δεν έλεγε να πεθάνει, παρόλο που τον χτύπησα πρώτος», παραδέχτηκε για άλλη μια φορά την ανεπάρκειά του ο Μεγάλος Μάγιστρος. 
Κι ύστερα, λες και το ήθελε κάποια συμπαντική συνομωσία του εκμυστηρεύτηκε το πιο πικρό και ανθρώπινο παράπονό του.
«Δε χτυπάω τον ίδιο εχθρό δεύτερη φορά. Ούτε γαμάω την ίδια γυναίκα δεύτερη φορά. Τον εχθρό γιατί δε χρειάζεται, είναι ήδη νεκρός. Και τη γυναίκα γιατί δεν μπορώ, θα έχει ήδη θανατωθεί από το ιερατείο».
Ήταν τόσο απόκρυφο αυτό που μόλις είχε ακούσει ο Ιπποκράτης, τόσο απαράδεκτα γνωστό κι όμως απαγορευμένο ακόμα και να το σκεφτεί, που προς στιγμήν σάστισε με την ειλικρίνειά του. Ύστερα, ενώ τελείωνε το δέσιμο των δαχτύλων του, τόλμησε να  απαντήσει.
«Να που οι κανόνες μπορούν να σπάνε. Μερικές φορές σε συμφέρει να ηττηθείς, Βασιλιά μου».
Ο Μεγάλος Μάγιστρος σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον νεαρό επιστήμονα με βλέμμα που, αν ο Ιπποκράτης δεν ήταν τόσο απορροφημένος από τη δουλειά του, θα έβλεπε πως έδειχνε θαυμασμό.
«Το όνομά μου είναι Γαλαξίας, Ιπποκράτη Σέμυεν», πάτησε ακόμα έναν κανόνα ο πληγωμένος Μάγιστρος, κι ύστερα, ξαπλώνοντας πίσω αναστέναξε μέσα από τα δόντια του »είναι κρίμα που θα σε σκοτώσουν« και έπεσε σε κατάσταση αναμονής.
Ο νεαρός τα χρειάστηκε. Όχι για το ότι θα τον κυνηγούσε να τον σκοτώσει το ιερατείο, αυτό το ήξερε εξ αρχής. Αλλά φοβήθηκε πως ο υπερφυσικός ασθενής του θα κατέρριπτε άλλον έναν κανόνα απόψε, αυτόν που τον ήθελε αθάνατο. Κι αυτό δε θα ήταν καθόλου, μα καθόλου καλό για την εξέλιξη της ιστορίας. Παρά  ταύτα, συνέχισε απτόητος να συναρμολογεί τα σπασμένα του πλευρά, έραψε ωραία και γερά την πληγή και στερέωσε πάνω της έναν επίδεσμο.
Ο Γαλαξίας του έδωσε άφθονο χρόνο για να τελειώσει και να φύγει, αλλά όταν ξαναενεργοποιήθηκε ο μικρός γιατρός ήταν ακόμα εκεί. Τον τρόμαξε πάλι, με μια κραυγή αγωνίας και πόνου, κάνοντάς τον να νομίσει πως κάτι δεν είχε κάνει σωστά. Μετά από λίγα ωστόσο δευτερόλεπτα ηρέμισε ξανά και του εξήγησε πως είχε κλείσει το κέντρο επεξεργασίας του πόνου όταν τον έκοψε το σπαθί του ονειροβάτη, ήταν ανυπόφορο ακόμα και για εκείνον. Τώρα όμως έπρεπε να βεβαιωθεί πως ήταν ακόμα ζωντανός και τι καλύτερη απόδειξη μπορούσε να ζητήσει από το κορμί του, από εκείνον τον ίδιο του τον πόνο;
«Απλά πράγματα»,  γέλασε τελικά γαλήνιος. Γελούσε πολύ σπάνια, όταν όμως γελούσε γινόταν σχεδόν όμορφος. 
«Ναι, απλά…», το σκέφτηκε για λίγο ο πιτσιρικάς.
«Πάντα έτσι είναι τα πράγματα, απλά. Εμείς οι άνθρωποι τα κάνουμε δύσκολα».
Ο Μεγάλος Μάγιστρος σηκώθηκε από το κρεβάτι με τη στήριξή του και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.
«Μείνε ζωντανός», του έκλεισε το μάτι συνωμοτικά. 
«Μείνε ζωντανός, Ιπποκράτη, μπορεί να σε χρειαστώ ξανά».
Ο Ιπποκράτης φυσικά, παρόλη την αντίθετη άποψη του Ιερατείου, είχε σκοπό να ακολουθήσει τη συμβουλή Του. 
Έφυγε από τη σκηνή νύχτα και δεν τον ξαναείδε κανείς πάνω στη Μύρρι- Ιέλ (Γη).

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, μυθιστόρημα υπό συγγραφή, απόσπασμα
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.