Η ορφανή τιγρούλα

Γεια σας! Είμαι μια κοπελίτσα δίχως όνομα και με λένε… Α, τι βλακείες λέέέ-ω, αφού δεν έχω όνομα. Κι ούτε κοπελίτσα είμαι.

Η αλήθεια είναι ότι είμαι μια τιγρούλα, και είμαι ορφανή. Δεν ξέρω καν το όνομα της μαμάς μου, αφού πέθανε αμέσως μετά που με γέννησε, και τον μπαμπά μου δεν τον γνώρισα ποτέ. Κάπου θα πήγε για κυνήγι και δεν επέστρεψε.

Το ξέρω ότι δεν επέστρεψε, αφού δεν το κούνησα ούτε στιγμή από το πλευρό της μάνας μου όταν γεννήθηκα, μια και δεν ήξερα αν έπρεπε να το κουνήσω και πού να πάω.

Είναι πολύ δύσκολη δουλειά το να είναι κανείς παιδί, παιδάκι, νεογέννητο τιγράκι, ειδικά όταν είναι ορφανό. Καταρχήν, επειδή δεν έχει όνομα, οπότε αν το φωνάξει κάποιος απλά δεν θα απαντήσει. Και κατά τέλος γιατί δεν θα ξέρει τι να φάει.

Αχ, το φαγητό. Το αγαπώ τόσο πολύ. Ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι όταν γεννήθηκα δεν είχα καθόλου μα καθόλου να φάω. Και δεν ήξερα τι να κάνω. Ήμουνα μοναχή και τρομαγμένη.

Δεν ξέρω για πόσο καιρό έμεινα κρυμμένη στη φωλιά όπου γεννήθηκα, μέχρι να το πάρω απόφαση να βγω έξω. Η πείνα με έκανε να το κάνω. Αν δεν πεινούσα, εκεί μέσα θα κρυβόμουνα ακόμη. Και όλο θα κλαψούριζα.

Όχι πώς δεν κλαψουρίζω τώρα. Κλαψουρίζω. Αλλά όχι τόσο πολύ, μια και τώρα δεν είμαι και τόσο νηστική, αφού έμαθα να τρώω κάτι.

Ζω σ' ένα τεράστιο τόπο που μοιάζει να καλύπτει όλη τη γη και που εγώ αποκαλώ: το λευκό παγωμένο!

Το λευκό παγωμένο, όπως σίγουρα θα ξέρετε, είναι τα… όλα; Το λευκό παγωμένο είναι η χώρα μου. Είναι τα πάντα μου. Και είναι παντού. Ολόπαντου. Είναι πάνω στη γη, στα δέντρα, στα ποτάμια. Πολλές φορές νομίζω ότι κι ο ουρανός λευκό παγωμένο είναι.

Μου αρέσει αυτό, ίσως επειδή μου μοιάζει. Είναι λευκό σαν και μένα, αν κι εγώ έχω και κάτι λωρίδες μαύρες που διασχίζουν το κορμάκι μου. Πολλές φορές τις παρατηρώ κι αναρωτιέμαι γιατί είναι εκεί, μια και δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω.

Ευτυχώς, επειδή είμαι μικρή, δεν χρειάζεται να κάνω και πολλά πράγματα οπότε μπορώ και ξοδεύω τον περισσότερο χρόνο μου στα χόμπι μου: στον ύπνο και στο παιχνίδι δηλαδή. Κοιμάμαι πολύ, ου, κοιμάμαι σχεδόν όλη μέρα, και μετά παίζω και μετά τρώω…

Αλλά, πρέπει να είμαι πολύ προσεκτική, αν θέλω να τη βγάλω καθαρή, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, αφού ο κίνδυνος καραδοκεί παντού. Κάτι μεγάλα πουλιά που τα λένε πουλιά και κάτι άλλα μεγάλα πλάσματα που περπατούν με δύο πόδια και τα λένε δίποδα, θα μπορούσαν να μου κάνουν κακό, είμαι σίγουρη γι' αυτό. Έμαθα να κρύβομαι μόλις τα δω, αφού το ένστικτό μου, έτσι μου λέει. Καλύτερα δειλή παρά… Παρά τι;

Εδώ και λίγες μέρες, δεν ξέρω ακριβώς πόσες αφού εδώ ο ήλιος μοιάζει πάντα να λάμπει, ακολουθώ από μακριά στη διάρκεια της ημέρας, κι από κοντά, πολύ κοντά τη νύχτα, μια τίγρη που μου μοιάζει - που είναι λευκή δηλαδή. Έπρεπε να σας το πω αυτό, για να μη νομίζετε ότι είμαι τεμπέλα. Ότι την ακολουθώ, όχι το ότι είναι λευκή εννοώ.

Δεν ξέρω γιατί την ακολουθώ. Ίσως επειδή βαριέμαι να είμαι μόνη. Μπορεί γιατί ψάχνω να βρω μια νέα μαμά. Μήπως επειδή θέλω να φάω κάτι άλλο; Η αλήθεια είναι ότι ίσως χάρη σ' αυτή είμαι τώρα ζωντανή, αφού η παρουσία της και μόνο μου δίνει κουράγιο.

Τέλος πάντων, σαν ένα παιχνίδι είναι η ζωή μας. Στη διάρκεια της ημέρας παριστάνω ότι δεν είμαι εκεί, ενώ τη νύχτα υποκρίνομαι ότι δεν τη βλέπω ή μάλλον ότι δεν με βλέπει αυτή. Αλλά φυσικά και με βλέπει. Και με νιώθει. Με νιώθει καθώς την πλησιάζω όσο πιο αθόρυβα μπορώ και τρίβομαι απαλά πάνω της, και μετά… Μετά δειλά-δειλά αρχίζω να πίνω το γάλα της. Πού και πού παριστάνει τη θυμωμένη, αλλά δεν την πιστεύω, αφού αν ήταν δεν θα με άφηνε να πίνω. Θα με άφηνε;

Μαμά, θέλω να της πω. Μαμά! Αλλά δειλιάζω. Φοβάμαι ότι θα με διώξει. Και μετά τι θα κάνω; Πώς θα μάθω της ζωής τα μυστικά;

Σήμερα, καθώς σκεφτόμουνα, όλ' αυτά τα πράγματα που σας λέω τώρα, και περπατούσα απρόσεκτα στο λευκό παγωμένο, δεν είδα ένα κούτσουρο που ήταν μισοθαμμένο στο χιόνι, και σκουντούφλησα, κι έπεσα, κι άρχισα να γλιστρώ, να γλιστρώ, να γλιστρώ. Νόμισα ότι θα γλιστρούσα ως το τέλος της λευκοπαγωμένης γης, αφού δεν έβρισκα κάπου για να πιαστώ, μέχρι που σπλατς, κατέληξα μες στο ποτάμι. Και τότε άρχισα να… κυλώ; Δεν ξέρω. Ήμουνα τόσο τρομαγμένη, αχ, τόσο πολύ που… Αλλά ξαφνικά ένιωσα κάτι να με αρπάζει και…

Και η ιστορία μου τελειώνει εδώ!

Έι, μην αφήσετε το βιβλίο ακόμη, μη φύγετε, αστειεύομαι. Δεν σας τα είπα όλα ακόμη. Συνεχίζουμε…

Πριν μία μόλις στιγμή λοιπόν, κι αφού ξεπέρασα το σοκ του σχεδόν πνιγμού μου, αντιλήφθηκα ότι εκείνη με έχει σώσει. Και τώρα με κρατά σφικτά στην αγκαλιά της, λες κι είμαι η κορούλα της. Η κορούλα της! Λες;

"Τ' όνομά σου είναι Κάτια", μού ψιθυρίζει, "κι είσαι μια πανέμορφη τιγρούλα". Κάτια, η πανέμορφη! Αχ, πόσο πολύ μου αρέσει αυτό. Μου λέει κι άλλα πράγματα. Για τη ζωή. Για τις τίγρεις που δεν έχουν μείνει πολλές στον κόσμο. Για τα δίποδα που λένε ανθρώπους, τα οποία είναι τα μοναδικά που μπορούν να μας βοηθήσουν να επιβιώσουμε, αλλά για κάποιο λόγο δεν το κάνουν, μα προτιμούν να μας σκοτώνουν ή να μας αιχμαλωτίζουν.

Θυμώνω για λίγο, αλλά όχι για πολύ, αφού με μαλώνει τρυφερά εκείνη. Είμαι πολύ μικρή ακόμη. Έχω πολλά να μάθω. Έτσι λέει. Εξάλλου ο θυμός δεν βοήθησε ποτέ κανένα, ενώ η γνώση… Με κλείνει και πάλι στην αγκαλιά της.

Δεν θέλω ν' αρχίσω να τρώω χιόνι πάλι, σκέφτομαι. Δεν θέλω ν' αρχίσω πάλι να τρώω χιόνι. Όόόόι, ουπς, ξέχασα να σας το πω. Μόνο χιόνι έτρωγα τις πρώτες μέρες της ζωής μου, εδώ στο λευκό παγωμένο. Μπρρρ, σας λέω, μπρρρ, πάγωναν τα δοντάκια μου, έλα όμως που δεν ήξερα καλύτερα. Ή ίσως και να ήξερα… Ουφ, δεν ξέρω τι λέω.

Μα, τέλος πάντων. Πίσω στο τώρα. Αυτή τη στιγμή νιώθω τόσο, μα τόσο ευτυχισμένη, που το λευκό παγωμένο μοιάζει να έχει αποκτήσει κι άλλα χρώματα. Δεν υπάρχει άλλος κανείς εκτός από εμάς εδώ τριγύρω. Κανέναν ξένο δεν βλέπω. Κανέναν άλλο δεν ακούω. Παντού σιωπή, την οποία διακόπτει μονάχα η ηχώ απ' τις ανάσες μας. Γυρνώ το βλέμμα μου προς τα πάνω και κοιτώ βαθιά μες στα φωτεινά γαλάζια μάτια της.

"Μαμά, πεινάω", της λέω. Εκείνη δεν απαντά.

Τρώω. Τι μεγάλη ευλογία το φαΐ; Αχχχ…

Λάκης Φουρουκλάς

Τη ζωγραφιά τη βρήκα εδώ.
 
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.