Η τύχη



     Ό άνθρωπος δεν είχε καθόλου τύχη. Ήταν δεν ήταν- η μάλλον ήταν- δύο χρόνων, όταν πάτησε μια πρόκα μήκους 6 ή 7 εκατοστών. Όταν η μάνα είδε το βρέφος μέσα στα αίματα, τράβηξε τα μαλλιά της. Μάλιστα ξερίζωσε και έντεκα τρίχες… Βέβαια όλες τις πληγές τις επουλώνει ο χρόνος. Έτσι το παιδί μεγάλωσε. Όσο για τις τρίχες που χάθηκαν, αυτό είναι κάτι το τελείως αδιάφορο, αν το κρίνουμε ορθολογικά. Ύστερα ασχολήθηκε με τον αθλητισμό. Φυσικά μιλάμε για τον άνθρωπό μας. Θα μπορούσαμε να μιλάμε και για την μάνα του. Όμως αυτή είχε πεθάνει. Όχι από φυσιολογικά αίτια. Είχε πέσει θύμα εγκληματικής ενέργειας. Ένα πρωί την βρήκαν πνιγμένη με ένα μαξιλάρι χωμένο στο στόμα της. ( Από εκείνη την ημέρα ο πατέρας του ανθρώπου μας ήταν κλεισμένος μέσα, και τώρα τελευταία μαθεύτηκε πως βάλθηκε να μάθει την γλυπτική τέχνη).

     Αλλά ας γυρίσουμε στον άνθρωπό μας. Τον άτυχο άνθρωπό μας. Ήταν λοιπόν αθλητής. Κάποτε γίνονταν κάποιοι μεγάλοι αγώνες. Η ειδικότητα του ήταν το τρέξιμο. Κι έκανε όνειρα ότι αυτός θα έβγαινε πρώτος, ότι θα τον γράφανε οι εφημερίδες, ότι θα γινόταν γνωστός η έστω και δημοφιλής σ’ ένα μεγάλο κύκλο. «Σε ένα κύκλο χαζών» είχε πει κάποιος κακεντρεχής, που δεν έκανε τίποτε άλλο στη ζωή του παρα να καταπίνει λογιώ- λογιώ χάπια, από ασπιρίνες μέχρι… Τέλος πάντων… Εκείνη την ημέρα στο Στάδιο είχε συρρεύσει πλήθος κόσμου. Ο άνθρωπός μας είχε την αγωνία έντονα χαραγμένη στο πρόσωπό του. Από βραδύς είχε μείνει νηστικός για να μη βαραίνει, και να τρέξει πιο άψογα. Όλα ήσαν ευνοϊκά. Ο ουρανός ήταν γαλανός, τα δέντρα πράσινα, τα μάρμαρα μαύρα από την βρόμα των οπισθίων που τόσα και τόσα χρόνια τρίβονταν πάνω τους. Όλα προμηνούσαν την νίκη για τον άτυχο άνθρωπό μας. Αυτός ωστόσο είχε φανερό, -όχι φανερό- ολοφάνερο τρακ. Μάλιστα, για καταφέρει να το ξεπεράσει, αγόρασε ένα παγωτό χωνάκι και άρχισε γλύφει, έτσι για να έχει κάτι να κάνει. Όταν επι τέλους έφτασε η ώρα να τρέξει, στάθηκε στην αφετηρία σίγουρος για την νίκη του. Το σήμα δόθηκε, και αυτός πετάχτηκε με αλογίσια ορμή προς τα εμπρός. Ήταν να τρέξει 400 μέτρα. Από τα πρώτα μέτρα φάνηκε η διαφορά κλάσης του αθλητή μας. Μέχρι τα 200 μέτρα πήγαινε μπροστά με σημαντική διαφορά από τους άλλους. Και εκεί, πάνω στην τελική ευθεία, άρχισε να παραπαίει. Ύστερα, και για μια απόσταση είκοσι μέτρων, έτρεχε κρατώντας με το δεξί του χέρι την κοιλιά του, και τέλος, λίγα μέτρα πριν τον τερματισμό σταμάτησε απότομα, βγήκε από την γραμμή του, κατέβασε το παντελονάκι του και επιδόθηκε στην ακατάσχετη φυσική του ανάγκη, ήγουν στο χέσιμο. Ιαχές του πλήθους ακούστηκαν αμέσως. Ποιος να μαντέψει τις διαθέσεις του όχλου κείνη την ώρα; Άλλοι είπαν ότι οι ιαχές ήσαν για τον αθλητή που έκοβε το νήμα του τερματισμού, και άλλοι είπαν ότι το πλήθος αλάλαζε για τον άτυχο άνθρωπο… (Πάντως, την ίδια στιγμή ο παγωτατζής έφευγε από μια κρυφή πόρτα του Σταδίου)… 

     Πέρασαν τα χρόνια, και η ατυχία κυνηγούσε συνεχώς τον άνθρωπό μας. Έχασε στα χαρτιά την περιουσία του, και την αξιοπρέπειά του. Και ένας άνθρωπος χωρίς τύχη και αξιοπρέπεια όπως κι αυτός, επόμενο ήταν να μην επιτύχει στη ζωή του. Έτσι, κάπου στα εξήντα του, κατεχόμενος από πλήρη απογοήτευση, αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Πήγε λοιπόν σε μια κρημνώδη ακτή, έδεσε ένα σκοινί στο λαιμό του, μια μεγάλη πέτρα στην άκρη του σκοινιού, βούτηξε στο κενό, έπεσε στη θάλασσα, και βυθίστηκε, ενώ… «Εις την γαληνιαίαν επιφάνειαν της θαλάσσης έσκαγαν πομφόλυγες παντοειδούς μεγέθους», όπως έγραψε ο βιογράφος του ανθρώπου που δεν είχε τύχη. Ο ίδιος -ο βιογράφος- μας πληροφορεί ακόμη κι αυτά τα τελευταία: «Το σώμα του πνιγμένου, ήλθεν και ακούμβησεν ηρέμως εις τον αιωνίως έχοντα σκότος πηχτό και αδιαπέραστον από τας ηλιακάς ακτίνας βυθόν της θαλασσίας εκείνης περιοχής. Εδώ έχει σημασίαν μεγάλην να ενθυμίσωμεν το πόσον άτυχος εστάθη ο αυτόχειρ καθ’ όλην την διάρκειαν της ζωή του. Διότι ακούσατε τώρα τι συνέβη: Δεξιά του ανθρώπου, όστις πρό ολίγων μόλις λεπτών ήτο είς ζών οργανισμός και ήδη έκειτο αμετακλήτως τεταμένος και με τους οφθαλμούς του απλανείς και ομοιάζοντας με εκείνους των πέριξ διερχομένων οψαρίων, ευρίσκετο η θεά Τύχη, (η τσαχπίνα και παιχνιδιάρα), και τω εχαμογέλα… Ότι δεξιά του αυτόχειρος ευρίσκετο ναυάγιον ενετικού πλοίου. Ο χρυσός και οι αμυθήτου αξίας θησαυροί, εξηπλούντο νωχελικώς μέχρι τους πόδας του, και παραπλεύρως η θεά Τύχη, ( η τσαχπίνα και παιχνιδιάρα), τω εχαμογέλα. Αι τελευταίαι πομφόλυγες εθραύοντο μετά μανίας 6 χιλιοστά άνω της επιφανείας του έχοντος κυανήν την χρώσιν ύδατος»… 

 Δημήτρης Μπούκουρας

(Από τα "Σκόρπια κι άταχτα")
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.