Το προσφυγάκι

 
 Αχχχ, έχασα το δρόμο μου και χάθηκα. Χάθηκα! Μα γιατί να είμαι τόσο κουτό; Μού είπε πολλές φορές η μαμά: Να προσέχεις. Να μας ακολουθείς από κοντά, όσο πιο κοντά μπορείς. Να μη μένεις πίσω και να μη χαζεύεις από δω κι από κει.

Αυτό ακριβώς έκανα. Έμεινα πίσω επειδή χάζευα από δω κι από κει κι έχασα… Τους έχασα όλους.

Δεν φταίω όμως μόνο εγώ. Με ακούτε; Δεν φταίω μόνο εγώ. Φταίνε κι εκείνοι. Αφού ξέρουν πόσο αφηρημένο είμαι. Αν μπορούσαν να με κουβαλήσουν; Αλλά όχι, δεν μπορούν.

Τι να κάνω τώρα; Πώς να τους βρω; Πού να τους βρω; Μαμά, πού είσαι;

Ο πόλεμος. Ο παλιοπόλεμος. Αυτός μας έφερε ως εδώ. Ή μάλλον αυτός με έφερε ως εδώ, αφού οι υπόλοιποι είναι αλλού. Και κάνει τόση ζέστη, που θέλω να ψάξω αμέσως ένα μέρος σκιερό για να κρυφτώ. Αλλά πού τέτοια τύχη!

Κοιτώ από δω και μόνο θάλασσα βλέπω. Κοιτώ πίσω μου και σα να βλέπω την άμμο της ερήμου, αλλά δεν είμαι σίγουρο. Στα δεξιά μου, μακριά, πολύ μακριά, είναι κάτι βουνά, όμως… Όμως δεν πρέπει να πάω προς τα εκεί. Ούτε και προς τα αριστερά μάλλον, αφού άλλο είπε να κάνω η μαμά, και μάλλον αυτή ξέρει καλύτερα. Στον ουρανό σκόρπια συννεφάκια. Πρέπει να συνεχίσω ευθεία, προς τη δύση, όπου κι αν είναι αυτή, αφού εκεί είπε ότι θα πηγαίναμε η μαμά. Μαμά, πού είσαι;

Θέλω να βάλω τα κλάματα τώρα, αλλά δεν μπορώ. Είμαι δυνατός. Είσαι δυνατός, λέω συνέχεια στον εαυτό μου, θα τα καταφέρεις.

Παλιά δεν ήμουν έτσι. Ήμουνα αδύναμος, αλλά τουλάχιστον ήμουν ευτυχισμένος, αφού τότε δεν είχα σκοτούρα καμιά. Τα μόνα πράγματα που είχα να κάνω ήταν να τρώω, να παίζω και να μαθαίνω.

Αχχχ, πόσο μου λείπουν οι παλιές εποχές. Τότε η κάθε μέρα για μένα ήταν γιορτή. Είχα τους φίλους μου, τ' αδέλφια μου, τους γονείς μου. Όλοι ζούσαμε μαζί, κάτω απ' τον ίδιο ουρανό, με το τραγούδι πάντοτε στα χείλη.

Μα μετά… Μετά ήρθε ο πόλεμος. Από πού ήρθε ακριβώς δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι άρχισε ο ένας να σκοτώνει τον άλλο. Οι μισοί σκότωναν τους άλλους μισούς, και κάποιοι άλλοι μισοί σκότωναν κι άλλους μισούς και πάει λέγοντας. Οι μισοί με το μίσος.

Τα μεγάλα κεφάλια φταίνε, έλεγε η μαμά. Κι εγώ όλο έψαχνα γύρω μου να βρω, ποια ακριβώς ήταν αυτά τα μεγάλα κεφάλια που έφταιγαν, αφού ο κόσμος όλος έμοιαζε πλημμυρισμένος απ' αυτά, κι ο μπαμπάς, που πάντα με παρακολουθούσε, γελούσε.

Να 'σαι καλά, έλεγε τότε, μ' έκανες να γελάσω πάλι.

Η μαμά δεν γελούσε ποτέ. Όχι πια. Μαμά, πού είσαι;

Νιώθω σαν να περάσαν χρόνια από τότε που άρχισα αυτό το ταξίδι, αλλά το ξέρω ότι αυτό δεν ισχύει. Μια μέρα πέρασε μόνο και μια νύχτα (Μπρρ, και μόνο που σκέφτομαι τη νύχτα κρυώνω. Λίγο έλειψε να ξεπαγιάσω). Ταξιδεύω από χθες, αλλά νιώθω τέτοια κούραση, μα τέτοια κούραση, που άρχισα λίγο να φοβάμαι ότι θα πέσω ξερό.

Αλλά όχι, δεν θα πέσω. Πρέπει να συνεχίσω μέχρι να βρω τους άλλους…

Οι κόκκινοι φταίνε. Οι μαύροι φταίνε. Οι άσπροι φταίνε. Οι καφέ φταίνε… Ο καθένας έλεγε ότι έφταιγε κάποιος άλλος για την έναρξη του πολέμου. Ο μπαμπάς έλεγε ότι έφταιγαν τα γεράκια. Γιατί τα γεράκια, και όχι τα κοράκια; ρωτούσα εγώ κι εκείνος γελούσε πάλι.

Φοβόμασταν. Φοβόμασταν τόσο πολύ όσο βρισκόμασταν στη χώρα μας, τον τελευταίο καιρό. Τα νέα, αυτά πάνω απ' όλα μας τρομοκρατούσαν. Ακούγαμε για το ένα και το άλλο, για φασαρίες παντού, για σκοτωμούς παντού και…

Καίει τόσο πολύ ο ήλιος τώρα. Ουφ. Διψάω. Φέρτε μου το φεγγάρι και τα άστρα και τα πουλιά, τα αμέτρητα πουλιά που κοιτούσα ψες. Και νερό, μπόλικο νερό. Θέλω να δω πράσινο, δέντρα, ρυάκια.

Το γεγονός ότι δεν υπάρχει αρκετή αγάπη στον κόσμο, αυτή είναι η αιτία του πολέμου, άρχισε να λέει μετά από καιρό η μαμά. Και μάλλον είχε δίκιο, αφού κάθε φορά που το έλεγε όλοι κουνούσαν λυπημένα τα κεφάλια τους. Μαμά, πού είσαι;

Δεν ήθελα να φύγω από τον τόπο μου. Όχι δεν ήθελα. Γιατί να φύγω; Αφού μόνο αυτό τον τόπο γνώριζα. Αλλά μετά… Μετά που συνέβηκε κάτι κακό, σε μας, δεν είχα επιλογή. Δεν έχουμε άλλη επιλογή, είπε η μαμά όταν πέθανε ο μπαμπάς, κι έτσι πήραμε το δρόμο της ξενιτιάς.

Τώρα που δεν έχουμε πια τη χώρα μας, τι είμαστε; ρώτησα τη μαμά.
Πρόσφυγες, απάντησε.

Γιατί; Γιατί; Γιατί; Γιατί ο πόλεμος; Γιατί η προσφυγιά; Γιατί;

Ρωτώ δυνατά κι ας μην με ακούει κανείς. Μού δίνει κουράγιο ο ήχος της φωνής μου. Με κάνει να νιώθω λιγότερο μόνος.

Και προχωρώ. Προχωρώ. Για πόσο θα αντέξω ακόμη; Ευτυχώς ο ήλιος δεν είναι τόσο δυνατός πια, λίγο έχει δροσίσει, αλλά όσο κι αν αλλάξει ο καιρός, ακόμη κι αν πέσει παγωνιά, που σίγουρα θα πέσει, δεν πρέπει να τα παρατήσω. Η μαμά θα με ψάχνει τώρα, είμαι σίγουρο. Και θα είναι λυπημένη. Συγγνώμη, μαμά. Δεν θα το ξανακάνω. Θα είμαι προσεκτικό από δω και μπρος. Ελπίζω ο αέρας που φυσάει τώρα από την ανατολή να της μεταφέρει τα λόγια μου. Συγγνώμη.

Πώς θα είναι άραγε η νέα γη, η καινούρια μας χώρα; Δεν θα μας ανήκει, λέγαν οι μεγάλοι. Όλοι οι καλοί χωράνε, λέγαν οι μεγάλες. Συμβαίνει πάντα αυτό; αναρωτιέμαι. Έχουν δηλαδή πάντα τα αρσενικά διαφορετική άποψη από τα θηλυκά; Σε όλα;

Για σας θα είναι όλα διαφορετικά μα πιο εύκολα, υποστήριζε η μαμά, αφού κατά τη δική της άποψη τα παιδιά προσαρμόζονται πιο εύκολα στις καταστάσεις. Το κάνουν; Αν ναι, μπράβο τους.

Όμως, για να είμαι ειλικρινής, εγώ έχω τις αμφιβολίες μου, αφού από τότε… Από τότε που οι άλλοι προχώρησαν και μ' άφησαν πίσω νιώθω ότι… Φοβάμαι ότι… Φοβάμαι πολύ. Κι όσο περνά η ώρα και δεν τους βλέπω, φοβάμαι ακόμη περισσότερο. Τρέμω, μέσα μου.

Είμαι τόσο κουρασμένο. Θέλω να κλείσω τα μάτια και να κοιμηθώ, αλλά δεν πρέπει να το κάνω. Δεν πρέπει αφού… αφού…

Αχ, αποκοιμήθηκα για μια στιγμή και λίγο έλειψε… Μα τότε ακριβώς άκουσα τη φωνή της μαμάς μέσα στο κεφάλι μου. Κράτα λίγο ακόμα, ψιθύρισε. Κράτα λίγο ακόμα. Κι άνοιξα τα μάτια.

Μα πεινώ, διψώ, νυστάζω, δεν μπορώ. Δεν μπορώ…

Μαμά, πού είσαι; Φωνάζω με όση δύναμη μου έχει απομείνει. Μαμά, πού είσαι; Κραυγάζω για στερνή φορά στον ουρανό.

Κλείνω τα μάτια. Και πέφτω. Πέφτω…

Μα ξαφνικά ακούω τη φωνή της καθαρά, νιώθω το όχι και τόσο τρυφερό άγγιγμά της, κι ανοίγω τα μάτια. Και χαίρομαι. Και τρομάζω. Χαίρομαι επειδή είναι εκεί. Τρομάζω γιατί λίγο έλειψε να πεθάνω.

Όταν έκλεισα τα μάτια ήμουν ψηλά εκεί στον ουρανό. Όταν τα άνοιξα βρέθηκα πολύ κοντά στη γη. Λίγο ακόμη και θα συντριβόμουν σαν πουλί με σπασμένα τα φτερά.

Τα κατάφερες, έφτασες, ψιθυρίζει με ραγισμένη φωνή η μαμά, καθώς παρατηρεί τα φτερά μου για να δει αν έχουν πάθει κάποια ζημιά. Τα κατάφερες. Αν και μοναχό, τα κατάφερες, λέει με μια ολόζεστη φωνή και με κλείνει κάτω από μία απ' τις φτερούγες της.

Με έψαχνε, για ώρες πολλές, έψαχνε απεγνωσμένα για να με βρει. Και με βρήκε λίγο πριν…

Συγγνώμη μαμά, της λέω. Συγγνώμη.

Δεν με μαλώνει. Λέει ότι πρέπει να ηρεμήσω. Και ότι πρέπει να φάω κάτι και να ξεκουραστώ, αφού το ταξίδι τέλειωσε. Μα το ταξίδι τώρα αρχίζει, θέλω να της πω, αλλά δεν το κάνω. Κρύβομαι ξανά μέσα στην αγκαλιά της. Μαμά, είσαι εδώ. Εδώ είσαι…



Λάκης Φουρουκλάς

Εικόνα εξωφύλλου: © | Dreamstime.com
Δεύτερη ζωγραφιά: © | Dreamstime.com

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.