Ενηλικίωση, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα


Ξύπνησε  από το σιγανό εξαντλημένο του κλαψούρισμα, νοιώθοντας το στόμα του να ψαχουλεύει ενστικτωδώς το στήθος της, παλεύοντας να πάρει τροφή από εκεί που νόμιζε πως μπορούσε.  Οι επόμενες μέρες τους δίδαξαν πολλά. Τους έκαναν κάτι παραπάνω από ό,τι είχαν γίνει ως τώρα μεταξύ τους, αλλά και κάτι παραπάνω από ό,τι είχαν γίνει ως τώρα για τον εαυτό τους. Από τους λίγους Υπομάγιστρους που είχαν μείνει στη Υπογαία, η Μύρρι έβρισκε κάθε μέρα αφημένη έξω από το μοναστήρι λίγη τροφή, φρούτα, ψωμί, αυγά, γάλα και πιο σπάνια ελάχιστο  κρέας. Δεν ήταν σίγουρη γιατί το έκαναν, αλλά δεν μπορούσε παρά να τα αποδεχτεί, αν όχι για εκείνη για τον Μεγάλο Μάγιστρο, που ήταν τώρα τόσο μικρός. Ο Γαλαξίας είχε επανενεργοποιηθεί με τα βασικά ανθρώπινα ένστικτα, με ελάχιστες απαραίτητες γνώσεις και περιορισμένες δεξιότητες. Χρειάστηκε τη Μύρρι να τον ταΐσει στο στόμα, να τον πλύνει, να τον ντύσει, να τον στηρίξει στα πρώτα του αβέβαια βήματα, ακόμα και να του διδάξει τις απλές σωματικές λειτουργίες του. Τουλάχιστο δεν χρειαζόταν δεύτερη φορά για να μάθει κάτι και οι γλωσσικές του ικανότητες αυξάνονταν γεωμετρικά. Μέσα σε δύο εβδομάδες  είχε τη νοητική ανάπτυξη ενός παιδιού σχεδόν  10 ετών. Η Μύρρι προσπαθούσε από την πρώτη στιγμή  να του εξηγήσει πως δεν χρειαζόταν να υποφέρει, υπήρχε κάποιο κέντρο διαχείρισης του πόνου στον εγκέφαλό του και μπορούσε να το «κλείσει» προσωρινά. Χρειάστηκε μία επιπλέον εβδομάδα για να το καταλάβει και να βρει τον τρόπο να το κάνει, και εκείνη τη μέρα η Μύρρι τον είδε να μοιάζει ξανά με τον παλιό εαυτό του. Το πρόσωπό του αμέσως σκλήρυνε μόλις έσβησαν οι ρυτίδες της υπομονής. Τα μάτια του άστραψαν πάλι άγρια μόλις στέγνωσε η υγρασία του παράπονου. Και χωρίς το βάρος του πόνου η εμβληματική του φιγούρα ψήλωσε αμέσως και απέκτησε ξανά, χωρίς την πρόθεσή του, μια δόση θράσους και ύβρης απέναντι στα ανθρώπινα μέτρα.
«Δεν είσαι η μητέρα μου», της είπε αργότερα εκείνο το απόγευμα κι η Μύρρι δεν ήταν σίγουρη αν ένοιωσε χαρά ή θλίψη για αυτή του την ανακάλυψη.
«Όχι, δεν είμαι, μωρό μου, αλλά σε αγαπώ όσο κι  εκείνη», του είπε ψέματα, αφού, από όσο γνώριζε, ο Γαλαξίας δεν είχε ποτέ του μητέρα. 
«Γιατί είμαι έτσι;», τη ρώτησε μετά, κάπως φοβισμένα και διστακτικά.
«Πώς έτσι;», προσπάθησε να τον κατανοήσει.
«Είμαι μεγάλος κι εσύ είσαι πιο μικρή. Έπρεπε να είναι το αντίθετο. Έπρεπε να χωράω μέσα στην αγκαλιά σου ολόκληρος».
Δεν ήξερε τι να του πει κι από την άλλη φοβήθηκε να τον αγκαλιάσει, έτσι όπως φαινόταν πια ο παλιός γνώριμός της Γαλαξίας. Φοβήθηκε πως θα του έδειχνε πράγματα που δεν μπορούσε να επεξεργαστεί ακόμα. 
Το βράδυ προς απογοήτευσή του, δεν κοιμήθηκε μαζί του στο μεγάλο κρεβάτι τους, αλλά έσυρε ένα μικρό ανάκλιντρο από κάποιο άλλο μέρος του μοναστηριού  και το έβαλε όσο γινόταν πιο μακριά του.
Ήθελε να κλάψει και να της ζητήσει το λόγο που δεν ερχόταν να τον αγκαλιάσει και να κοιμηθεί δίπλα του όπως πάντα, αλλά κατέπνιξε τις αντιδράσεις του και αποκοιμήθηκε με έναν κομποδεμένο λυγμό στο λαρύγγι.
Ήταν τέσσερις νύχτες αργότερα που υποψιάστηκε το γιατί, όταν χαζεύοντας λαίμαργα το κοιμισμένο κορμί της ένοιωσε τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα και της σαρκικής επιθυμίας. Λίγα βράδια μετά η Μύρρι ξύπνησε από έναν πνιχτό ήχο και τον άκουσε να παραδίνεται σε έναν οργασμό αυτοϊκανοποίησης κρυμμένος κάτω από τα σκεπάσματα. Δεν πρόλαβε να κλείσει έγκαιρα τα μάτια της για να παραστήσει πως ακόμα κοιμόταν. Με ένα ξέσπασμα ντροπής και οργής ο Γαλαξίας μάζεψε τα σκεπάσματά του από το κρεβάτι κι έφυγε, σπάζοντας πίσω του την πόρτα.
Έκανε δυο μέρες να τον βρει. Δυο μέρες που ανακατώθηκαν όλα τόσο στο μυαλό της που δεν ήξερε πια ούτε τι ένοιωθε ούτε τι σκεφτόταν.
Είχε ανακαλύψει την Απόκρυφη βιβλιοθήκη κι είχε κλειστεί εκεί. Δεν είχε φάει και δεν είχε πιεί παρά μόνο χρυσό μπράντι. Ήταν ημίγυμνος, μεθυσμένος και κυνικός και είχε κατεβάσει και πετάξει από τα ράφια όλα τα βιβλία που φύλαγαν τόσο καλά οι μοναχοί για γενεές εκατόν δέκα τέσσερις.  Στην πραγματικότητα είχε κατουρήσει κι είχε ξεράσει πάνω σε μερικά από αυτά, ακόμα και πάνω στα μαξιλάρια και τις κουβέρτες που ήταν πεταμένα και κουβαριασμένα στο πάτωμα.
«Σιχαμένη ψεύτρα!», την έβρισε λαχταρώντας την αγάπη  της.
Η Μύρρι τον χτύπησε στο πρόσωπο, λαχταρώντας την κατανόησή του.
Την έσπρωξε πέρα και με τα δύο χέρια και γρύλισε σαν πληγωμένο σκυλί.
«Φύγε, φύγε από δω, θέλω να πεθάνεις».
Η Μύρρι έφυγε και έκλαψε.
Ο Γαλαξίας την έδιωξε και έκλαψε.
Τα χαράματα τον ένοιωσε να παραπατάει μέσα στο δωμάτιο και να σωριάζεται στο κρεβάτι του, ολότελα αλλόφρονας και εξαντλημένος. Μουρμούριζε ακατάληπτα κι έβριζε πού και πού. Περίμενε να τον ακούσει να αποκοιμιέται και τότε μόνο σηκώθηκε και πήγε να τον σκεπάσει με στοργή.
Την επομένη η Μύρρι σηκώθηκε νωρίς, εκείνος κοιμόταν ακόμα βαριά και αναστέναζε πού και πού στον ύπνο του. Έβρασε λίγο κρέας, βγήκε από το Μοναστήρι και περπάτησε για πρώτη φορά μετά από τη επιστροφή τους έξω στους δρόμους.
Γύρισε μετά από ώρες και βρήκε την πόρτα επισκευασμένη, το δωμάτιο συγυρισμένο και πεντακάθαρο και τον Γαλαξία να την περιμένει στο τραπέζι.
Δεν είπε λέξη, μόνο την περίμενε να κάτσει και σέρβιρε μόνος του το φαγητό με κινήσεις άτσαλες και  φροντίδα πρωτόγνωρη. Έφαγαν αμίλητοι. Έσπευσε να προλάβει να μαζέψει τα πιάτα μόλις την είδε να τελειώνει το φαγητό της και τα έπλυνε έξω στη βρύση του κήπου. Δεν την κοίταξε ούτε μια φορά καταπρόσωπο, ούτε έβγαλε άχνα όλη την υπόλοιπη μέρα. Το βράδυ, με μια σιωπηρή συμφωνία, η Μύρρι ξάπλωσε πάλι δίπλα του στο μεγάλο κρεβάτι και τον άφησε να ακουμπήσει το κεφάλι του  πάνω στο στήθος της χαϊδεύοντάς του τα μαλλιά.
«Ντρέπομαι», κατάφερε να της πει με κόπο κάποια στιγμή.
«Ντρέπομαι που είδες αυτό που έκανα».
«Δεν είναι ντροπή», προσπάθησε να τον καθησυχάσει.
«Είναι φυσιολογικό να το θέλεις, έτσι νοιώθουν οι άντρες όταν ποθούν να ενωθούν με μία γυναίκα».
Θέλω να ενωθώ με εσένα, πρέπει να ενωθώ με εσένα, λαχταρούσε να της πει, αλλά δεν ήταν σίγουρος πως θα το ήθελε κι εκείνη.
Η Μύρρι, για απάντηση στην αγωνία του, ψηλάφησε το πρόσωπό του στο σκοτάδι , πλησίασε το δικό της πρόσωπο και τον φίλησε στο στόμα. Όλη η ευλογία του κόσμου να είχε πέσει επάνω του δε θα τον έκανε πιο ευτυχισμένο.
«Δείξε μου», βαριανάσανε λαχανιασμένα δίπλα της, με τα σωθικά του να σπαρταράνε από προσμονή.
Κι εκείνη ανασήκωσε το νυχτικό της και άνοιξε τα πόδια της τραβώντας τον πάνω της.
«Πάρε με», ψιθύρισε μονάχα.
Τα υπόλοιπα τα κατάλαβε μόνος του.
Οι κινήσεις του ήταν απότομες και βίαιες, χωρίς το φίλτρο της εμπειρίας και την αντίληψη της ευθραυστότητας της σάρκας, έτσι που έκανε τη Μύρρι να σφίξει τα δόντια από πόνο. Μόλις είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται πώς δούλευαν οι μη ανθρώπινες αισθήσεις του και πάγωσε από τον χείμαρρο πληροφοριών που του έστελνε το κορμί της. Έκανε να τραβηχτεί από μέσα της συγχισμένος.
«Όχι, μη φεύγεις, σε θέλω», τον αγκάλιασε πεισματικά πάνω της, με την πιο αντιφατική ασυμφωνία δεδομένων που θα μπορούσε να του στείλει.
«Κλείσε το κέντρο επεξεργασίας του πόνου», της πρότεινε με αθώα  αφέλεια.
Του χαμογέλασε και τον έσφιξε ακόμη περισσότερο πάνω της.
«Δεν έχουν τέτοιες ικανότητες οι άνθρωποι, αγάπη  μου», ομολόγησε, όσο πιο τρυφερά μπορούσε να του πει  αυτές τις λέξεις.
Και άρχισε να λικνίζει αργά το κορμί της από κάτω του για να του μάθει πώς ήθελε να της κάνει έρωτα.
Αποκοιμήθηκαν αγκαλιά και το πρωί τον βρήκε κουλουριασμένο από τον πόνο στο πλάι της. Δεν πρόλαβε να τον ρωτήσει το γιατί.  Την αποστόμωσε με τη πιο πονεμένη έκφραση που είχε ξεστομίσει ποτέ του.
«Δεν έχουν τέτοιες ικανότητες οι άνθρωποι, αγάπη μου».

Η Μύρρι δεν μπορούσε παρα να αποδεχτεί την απόφασή του να υποφέρει και να ζήσει σαν άνθρωπος.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, υπό συγγραφή μυθιστόρημα,απόσπασμα
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.