ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ


       " ... Στο ένα χέρι του κρατούσε ένα λοστό, το άλλο το είχε τυλίξει με το μπουφάν του και ένα κομμάτι μάνικας από πάνω, ίσως στοιχειωδώς να του παρείχε μια προστασία από νύχια και δόντια ή μαχαίρια αν ήταν τυχερός. Γλίστρησε αθόρυβα έξω, μια σκιά που ενώθηκε με το σκοτάδι.
Όλες του οι αισθήσεις δούλευαν στο φουλ, όχι τόσο η όραση, όσο η ακοή κι η όσφρηση. Τίποτα, κανένας ήχος, καμιά κίνηση. Πήγε σκυφτός προσεκτικά προς το σημείο που έμπαινε από το άνοιγμα προς την επιφάνεια λίγο φως, προσέχοντας να μένει κρυμμένος πίσω από λαμαρίνες και σίδερα. Εκεί μπορούσε να διακρίνει πράγματα. Αυτά που είδε έστειλαν ένα παγωμένο κύμα ανατριχίλας σε όλο του το σώμα. Στο σημείο που τακτικά είχαν αποθέσει στη σειρά τα πτώματα αρκετών επιβατών, υπήρχε ένα χάος από ξεσχισμένα μέλη, κατακρεουργημένα μισοφαγωμένα κορμιά, σε στάσεις αφύσικες πεταμένα, ακρωτηριασμένα από πρωτόγνωρη μανία και πείνα βέβηλη, τυφλή. Του πήρε κάμποσα δευτερόλεπτα να επεξεργαστεί το μυαλό αυτό που κατέγραφαν τα μάτια. Τότε το είδε. Το σώμα που κειτόταν λίγο πιο πέρα από τον άμορφο αιμάτινο σωρό από σάρκες, δεν ανήκε στους νεκρούς επιβάτες του συρμού.
Και δεν ήταν ολόκληρο. Ο λαιμός της γυναίκας γιατί σε γυναίκα ανήκε, είχε ξεσκιστεί και φαγωθεί μέχρι τους σπονδύλους, το ίδιο η κοιλιά και τα σπλάχνα, οι μηροί και τα χέρια, από αυτά είχαν μείνει τα δαγκωμένα κόκαλα και λίγες λωρίδες σάρκα εκεί που υπήρχαν τένοντες και νεύρα. Πρέπει να ζούσε ακόμα, όταν άρχισαν να την τρώνε. Το πιο φρικώδες όμως ήταν το πρόσωπο.
Ελάχιστα θύμιζε άνθρωπο, τουλάχιστο φυσιολογικό. Είχε αποτυπωμένη ακόμα και τη στιγμή του θανάτου της μια απίστευτη έκφραση μίσους, οργής, μανίας. Από το ματωμένο στόμα της κρέμονταν τα ξεφτίδια ενός κομματιού σάρκας με λίγο ύφασμα. Από τα ρούχα δεν είχαν μείνει φυσικά και πολλά πράγματα, όμως ο Γέρος αναγνώρισε το ύφασμα της στρατιωτικής στολής μάχης. Πλησιάζοντας κι άλλο είδε τα διακριτικά και το όνομα στο κουρέλι του χιτωνίου ΥΠ/ΛΓΟΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΑΘΗΝΑ.
Το μυαλό του Γέρου δούλευε γρήγορα, τα μάτια σάρωναν το χώρο, τώρα ήταν μια μηχανή. Αν περίμεναν βοήθεια, τότε αυτή η γυναίκα ήταν μέρος της βοήθειας. Αν είχε πέσει πυρηνικό, κανείς στρατός δεν στέλνει μονάδες στη καυτή ζώνη πια χωρίς προστατευτικές στολές και σίγουρα όχι σε καυτή “τραγουδιστή” γη όπου η ραδιενέργεια θα τέλειωνε σε λίγες βδομάδες ό, τι άφησε η έκρηξη. Κάτι άλλο είχε συμβεί. Δεν ήταν όμως ώρα για να το αναλύσει. Το σημαντικό είναι πως δεν έπρεπε να περιμένουν βοήθεια, πως κάτι είχε αλλάξει τους ανθρώπους επάνω μετατρέποντάς τους σε λυσσασμένα θηρία και πως τίποτα δεν παρείχε ασφάλεια εκεί σ' αυτό που ήταν κάποτε πόλη. Έπρεπε να απομακρυνθούν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, απαρατήρητοι. Να εξασφαλίσουν, φαγητό και νερό πρώτα, όπλα και πυρομαχικά και ίσως αν ήταν τυχεροί κάποιο μέσο διαφυγής, ένα αυτοκίνητο, με τη προϋπόθεση βέβαια πως θα υπήρχαν δρόμοι προσπελάσιμοι. Και να πάνε μακριά κι απόμερα, όσο μπορούσαν πιο μακριά. Αφού σιγουρεύτηκε πως τα πλάσματα είχαν εγκαταλείψει τον χώρο, πέρασε το λοστό στη ζώνη του κι άρχισε να σκαρφαλώνει. Τώρα δεν έμοιαζε καθόλου με γέρο.
Σκαρφάλωνε προσεκτικά, με σβελτάδα και σιγουριά, αθόρυβα. Ένα μέτρο από το χείλος της τρύπας σταμάτησε. Έπρεπε σταδιακά να προσαρμοστούν τα μάτια του στο φως της μέρας, μετά τόσων ημερών σκοτάδι. Ταυτόχρονα προσπαθούσε να κατατάξει κάθε θόρυβο του περιβάλλοντος. Όταν θεώρησε πως η όρασή του είχε προσαρμοστεί, σύρθηκε αργά μέχρι το χείλος, χωρίς να βγει. Προσεκτικά μόνο παρατήρησε το χώρο γύρω από τη τρύπα, χωρίζοντας τον σε νοητούς τομείς και εξετάζοντας τους έναν έναν. Αφού βεβαιώθηκε πως δεν υπήρχε απειλή, έρποντας από συντρίμμι σε συντρίμμι που μπορούσε να τον καλύψει, έκανε επισκόπηση της περιοχής. Οι γέφυρες κοντά και πάνω από τον σταθμό είχαν σπάσει και καταρρεύσει. Η Αττική οδός έμοιαζε με χαντάκι που κάποιο παιδί είχε πετάξει βιαστικά τα αυτοκινητάκια του και τα είχε ξεχάσει εκεί. Παντού, όσο έφτανε το μάτι έβλεπε μαυρίλα, στήλες καπνού, αποκαΐδια, πτώματα, καταστροφή και όλεθρο. Κάποια από τα πτώματα, μάλλον αυτών που πέθαναν τη στιγμή των εκρήξεων παρουσίαζαν τη πιο φριχτή εικόνα. Πιο φριχτή ακόμα κι από αυτών στις αποβάθρες κάτω. Τα πνευμόνια τους είχαν κυριολεκτικά βγει από τα στόματά τους όπως και τα μάτια που είχαν πεταχτεί έξω από τις κόγχες τους. Στη συνέχεια είχε απανθρακωθεί η πλευρά που έτυχε να είναι στραμμένη προς την έκρηξη. Το αίμα του πάγωσε. Αυτό μόνο η βόμβα κενού ή η θερμοβαρική το κάνει, αλλά τι είδους βόμβα ήταν τόσο ισχυρή ώστε να εξαφανίσει μια πόλη σαν την Αθήνα; Φυσικά δεν μπορούσε να ξέρει τι πραγματικά είχε χτυπήσει την πόλη και γιατί τότε. Αποσβολωμένος κοιτούσε το μέγεθος της καταστροφής. Τουλάχιστον δεν είχε να ανησυχεί για ραδιενέργεια, κάτι ήταν κι αυτό. Όμως αν χρησιμοποιήθηκαν θερμοβαρικές βόμβες, που ήταν η βοήθεια, που ήταν οι μονάδες έρευνας και διάσωσης; Δεν μπορεί μια πόλη πέντε εκατομμυρίων να είχε αφεθεί έτσι, στη μοίρα της. Που ήταν λοιπόν;
Ξανασάρωσε τη περιοχή με το βλέμμα του και τότε είδε τα ελικόπτερα, στο χώρο που ήταν το υπαίθριο παρκινγκ μπροστά από το ΕΘΝΟΣ την εφημερίδα. Ήταν τρία, δύο UH-1H “Χιούι” κι ένα CH-47D Σινούκ. Γύρω τους κατακρεουργημένα πτώματα και τίποτε άλλο. ... "

Απόσπασμα από το υπό συγγραφή μυθιστόρημα  horror sci fi  "Ο Γέρος"

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.