...και άσπιλη



Παντρεύτηκα τον πατέρα μου! Ναι, καλά, όχι αυτόν ακριβώς, αλλά κάποιον που του μοιάζει – τόσο πολύ που με τρομάζει.
     Τ’ όνομά μου είναι Αγνή, ατυχής επιλογή αφού καθόλου δε με εκφράζει. Δεν εκφράζει αυτό που ήμουνα, αυτά που έζησα, τούτα που τώρα ζω. Θα ’ταν καλύτερα αν με βάφτιζαν Αμαρτία ή Ηλίθια, ή δεν ξέρω τι. Γελάτε; Μα, δεν αστειεύομαι. Η ζωή μου υπήρξε πολύ σκληρή, απίστευτα πονεμένη και καθόλου αγνή. Ή, ίσως και να λέω ψέματα. Ίσως για μια εποχή να υπήρξε αγνή, άσπιλη, αλλά ήταν τόσο παλιά που την έχω πια ξεχάσει. Όλα τα έχω ξεχάσει. Όλα τα όμορφα. Αφού η ασκήμια ήταν σχεδόν από πάντα ο κανόνας στη ζωή μου.
     Γεννήθηκα πριν από σαράντα και κάτι χρόνια σ’ ένα χωριό όχι και πολύ μακριά από τη Λευκωσία. Ήμουν, και είμαι ακόμη μοναχοκόρη. Η οικογένειά μας ήταν σχετικά εύπορη. Η μάνα μου είχε κληρονομήσει πολλά χωράφια από τον πατέρα της, σπίτια, χρήματα. Κανονικοί αρχοντοχωριάτες. Τα είχαμε όλα, μα δεν είχαμε τίποτα, αφού από το σπίτι μας πάντα έλειπε εκείνο το στοιχείο που δένει με ακατάλυτους δεσμούς μεταξύ τους τους ανθρώπους, η αγάπη.
     Πότε δεν την ένιωσα -ή τουλάχιστον δε θυμάμαι να την ένιωσα- εκτός από μία και μοναδική φορά, όσο ζούσα εκεί. Μεγάλωνα ουσιαστικά μόνη, με τη βοήθεια μιας παραμάνας, στο περιθώριο της ζωής μιας μητέρας που έμοιαζε μόνιμα χαμένη στο μέσα της. Τι σκεφτόταν; Δεν ήξερα τότε. Γιατί δε με φρόντιζε και δε με αγαπούσε; Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Έμοιαζα σαν ένα ατύχημα, ένα παιδί που το έφερε στ’ αλήθεια ο πελαργός, ή που είχε κατά λάθος φυτευτεί στα σπλάχνα της. Θυμάμαι πολύ λίγα πράγματα από την παιδική μου ηλικία, αλλά κάποια απ’ αυτά δε θα με εγκαταλείψουν ποτέ. Ένα από αυτά ήταν η μόνιμη θλίψη στα μάτια της. Έμοιαζαν πάντα έτοιμα να δακρύσουν και μου ήταν αδύνατον να καταλάβω το γιατί. Κάποιες φορές που σερνόμουνα στο πάτωμα της κουζίνας ή του καθιστικού και κρυβόμουνα κάτω από καρέκλες και τραπέζια, κρυφάκουγα την παραμάνα μου και τις γειτόνισσες να μιλάνε γι’ αυτή ψιθυριστά. Την αποκαλούσαν τρελή, σαλεμένη. Γιατί; Δεν ήξερα καν τι σήμαιναν αυτές οι λέξεις, αλλά η ηχώ τους και μόνο με έκανε να σκέφτομαι το κακό – ένα κακό που με τα παιδικά μου μάτια δεν μπορούσα να αναγνωρίσω.
     Τώρα -τριάντα, τριάντα πέντε μάλλον χρόνια μετά- κλείνω τα μάτια και φέρνω στο μυαλό μου εκείνες τις μέρες, αλλά καταφθάνουν στη μνήμη μου θολές, κουνημένες. Σαν μια ταινία παλιά που φθάρθηκε αμετάκλητα, σαν αναμνήσεις ξένες. Προσπαθώ να δω το πρόσωπό της, αλλά όλο μου ξεφεύγει. Βλέπω μόνο τα μάγουλα, πρόωρα χαρακωμένα, τα μαλλιά, πιασμένα σε μακριές κατάμαυρες κοτσίδες, τα μάτια της… Αλήθεια, τι χρώμα ήταν τα μάτια της; Λουσμένα σ’ ένα γαλάζιο ζοφερό τα σκέφτομαι, μάτια τυφλής, αλλά δεν είμαι σίγουρη πώς ήταν έτσι.
     Κοιτάω τις παλιές φωτογραφίες. Σ’ αυτές κανένας δε χαμογελάει. Εγώ με πεισματικά σφραγισμένα τα χείλη, εκείνη αλλού, η γιαγιά σοβαρά ατάραχη και ο πατέρας βλοσυρός. Ο πατέρας! Μόνο πικρές αναμνήσεις συγκράτησα στη μνήμη μου απ’ αυτόν. Ποτέ δε γέλασα μαζί του. Ποτέ δε μου χάρισε ένα πατρικό χάδι αληθινό. Ποτέ δεν τον αγκάλιασα με αγάπη. Ποτέ δε με αγάπησε. Ήθελε ν’ αποκτήσει γιο και του προέκυψα εγώ, κι αυτό δεν του καλάρεσε. Κι αυτό μου δημιούργησε προβλήματα. Όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά απλά επειδή δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί: Γιατί δε με αγαπούσε; Γιατί δε μου συμπεριφερόταν, αναρωτιόμουνα, όπως οι άλλοι γονιοί συμπεριφέρονταν στα παιδιά τους; Γιατί δε μου μιλούσε;
     Ναι, όσο ήμουνα πολύ μικρή δε μου μιλούσε καθόλου, ενώ όταν άρχισα λίγο να μεγαλώνω απλά με διέταζε. Με διέταζε να διαβάζω, να κάθομαι φρόνιμη, να τρώω, να κοιμάμαι, να μη βγαίνω έξω, να μη μιλώ στο τραπέζι, να μη, και να μη, και να μη… Α, και να κάνω το ένα ή το άλλο. Σα να ήταν ο αφέντης μου, κι εγώ η μικρή του δούλα. Αν ήξερα τι ήταν το μίσος τότε, αν μπορούσα να το νιώσω, θα τον μισούσα, απ’ της ψυχής μου τα βάθη θα τον μισούσα, αλλά δεν ήξερα, κι έτσι απλά υπάκουγα.
     Όπως μου έλεγαν μετά, καθυστέρησα πολύ να πω τις πρώτες μου λέξεις. Ίσως να έφταιγε το ότι από την πρώτη στιγμή μεγάλωνα μέσα στη σιωπή. Προσπαθούσα ν’ ανακαλύψω μόνη, μ’ ανύπαρκτα φτερά, ένα κόσμο θαυμαστό και άγνωστο. Η αγκαλιά της παραμάνας μου ήταν το καταφύγιό μου. Δεν ήξερα να μιλώ, αλλά ήξερα να κλαίω, κι έκλαιγα συχνά, όλο και πιο πολύ. Εκείνη, η καλή κυρά, η γριά Αντιγόνη, έμοιαζε να είναι το μοναδικό πλάσμα που νοιαζόταν για μένα. Κάθε φορά που με άκουγε να κλαίω, μέρα και νύχτα, οποιαδήποτε ώρα, έτρεχε κοντά μου. Με έκλεινε στην αγκαλιά της, περπατούσε κουνώντας με πέρα δώθε στο δωμάτιο, μου έλεγε παραμύθια και μου τραγουδούσε χαμηλόφωνα νανουρίσματα, με τάιζε, με καθάριζε. Νομίζω ότι ακόμη μπορώ και νιώθω τη μυρωδιά από τον κόρφο της – άρωμα γιασεμιού και πραγματικής αγάπης. Αυτή τη θυμάμαι καλά, πολύ καλύτερα από τη νεανική εκδοχή της μάνας μου. Ήταν μια χοντρή και κοντή γυναίκα, ασπρομαλλούσα, με μεγάλα χέρια, ντυμένη πάντα στα μαύρα, σαν και το χρώμα των ματιών της, και με ένα γέλιο τρανταχτό, που όταν έβγαινε απ’ τα στήθια της ακουγόταν βροντερό σαν κεραυνός, ικανό να φτάσει στα πέρατα της γης. Εκείνη με έμαθε να γελάω. Εκείνη με έμαθε και να σιωπώ. Έπρεπε να μη μιλώ για να μην ενοχλώ τον πατέρα μου μού έλεγε. Όταν ήμουνα μαζί της η ζωή μου ήταν μια γιορτή, όταν έλειπε έμοιαζε με κηδεία. Θυμάμαι ακόμη τις παιδιάστικές μου απορίες: Γιατί δε γελάνε όλοι σαν κι αυτή; Γιατί ο μπαμπάς είναι πάντα όλο νεύρα κι η μαμά πάντοτε λυπημένη;
     Όταν μεγάλωνα θα έπαιρνα τις απαντήσεις μου, αλλά μέχρι τότε θα περνούσαν χρόνια – χρόνια γλυκά και πικρά, χρόνια ενδιαφέροντα και αδιάφορα.
     Την πρώτη μου μεγάλη χαρά την ένιωσα όταν πήγα στο σχολείο. Κάποια από τα άλλα παιδιά έκλαιγαν, κάποια διαμαρτύρονταν στους γονιούς τους, κάποια ήταν λυπημένα. Και κάποια, κι εγώ μαζί, ήταν απλά ενθουσιασμένα. Ήθελα να πετάξω απ’ τη χαρά μου. Επιτέλους μεγάλωσα. Πήγαινα στο σχολείο. Θα μάθαινα πράγματα. Θα έκανα φίλους. Θα μάθαινα τη ζωή.
     Πράγματα θα μάθαινα, φίλους θα έκανα, αλλά τη ζωή δε θα τη μάθαινα, όπως θ’ αντιλαμβανόμουνα λίγα χρόνια μετά. Θα νόμιζα ότι την ήξερα, αλλά δε θα γνώριζα παρά κάποιες μοναχά ακίνδυνες όψεις της. Ο χρόνος και ο άνθρωπος, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι ο τελευταίος, θα με έβγαζαν απ’ της αθωότητας τις ψευδαισθήσεις μου. Μέχρι να συμβεί αυτό όμως θα ζούσα μερικές μικρές χαρές, θα γελούσα ελεύθερα, θα έλεγα τα ανύπαρκτα μυστικά μου και θα άκουγα κάποια άλλα.
     Η πρώτη μου φίλη, αυτή που θα γινόταν η καλύτερη, ήταν η Μαρία. Δεν της μίλησα πρώτη, μου μίλησε αυτή. Έχεις ωραία μαλλιά, μου είπε. Της είπα, ευχαριστώ, αλλά δεν της ανταπόδωσα το κομπλιμέντο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα πολλά πάρε δώσε με τους ανθρώπους. Η μοναδική μου σχέση μαζί τους ήταν η υπακοή. Ωστόσο με τη Μαρία γίναμε αμέσως φίλες. Εγώ δεν ήξερα τι να της πω, αλλά ευτυχώς εκείνη μιλούσε πολύ, τόσο πολύ που μας κάλυπτε και τις δύο. Και γελούσε πολύ. Με το παραμικρό. Λες και είχε γεννηθεί απλά και μόνο για να το κάνει αυτό. Και το γέλιο της ήταν μεταδοτικό, καθώς όταν άρχιζε μετά δεν είχε σταματημό, και θέλοντας και μη όλοι οι άλλοι τη μιμούνταν. Μου έδινε τόση χαρά εκείνο το κορίτσι, τόση χαρά που όταν δεν ήμασταν μαζί μου έλειπε και ένιωθα πολύ λυπημένη. Η ζωή μου τότε ήταν σαν ένας ανελκυστήρας. Ανεβαίνοντας συναντούσα τη Μαρία, τη χαρά, κατεβαίνοντας τη θλίψη, το σπίτι μου.
     Μία και μοναδική φορά με επισκέφθηκε εκεί. Της ήταν, είπε, αρκετή. Στα έξι της χρόνια αυτή ήταν πιο σοφή και πιο ώριμη απ’ ό,τι θα ήμουνα εγώ στα δέκα μου. Στις δυο-τρεις ώρες που βρισκότανε εκεί, πρόλαβε να μαντέψει τα πάντα. Η κυρά Αντιγόνη σε αγαπά, μου είπε. Η μάνα σου είναι τρελή. Ο μπαμπάς σου είναι κακός άνθρωπος. Η μάνα μου ήταν τρελή; Μα αφού αυτή όλη μέρα καθόταν ήσυχα ήσυχα ακούνητη στην πολυθρόνα της και κοιτούσε έξω -δεν έκανε τίποτα το παράλογο- πώς έφτασε σ’ αυτό το συμπέρασμα λοιπόν; Κι ο πατέρας, κακός; Πώς δηλαδή; Τι το κακό έκανε; Εντάξει, ήταν συνέχεια θυμωμένος, αλλά τι μ’ αυτό; Δεν τη ρώτησα. Έκανα πώς κατάλαβα αυτά που μου είπε και άλλαξα κουβέντα. Θυμήθηκα όμως αυτό που μου είπε μια φορά η παραμάνα μου, όταν τη ρώτησα πώς είναι ο κόσμος. Σαν ένα κρεμμύδι είναι, μου απάντησε. Όσο και να το ξεφλουδίζεις πάντα κάτι κρύβεται από κάτω. Αλλά το κρεμμύδι κάποτε τελειώνει, ή όχι; Απόρησα, αλλά δεν ρώτησα.
     Σαν ένα όνειρο πέρασαν τα τέσσερα πρώτα μου χρόνια στο σχολείο, σαν μια παρατεταμένη νάρκη στο σπίτι. Μια νάρκη, η οποία έσπαγε πού και πού αργά τα βράδια, όταν επέστρεφε ο πατέρας μου από όπου και να ήταν μεθυσμένος κι άρχιζε να τσακώνεται με τη μάνα. Τους άκουγα να φωνάζουν, να βρίζονται, να σπάνε πράγματα στο πάτωμα και στους τοίχους και έκλεινα πεισματικά τ’ αυτιά. Τα έκλεινα με τα χέρια, με το μαξιλάρι, τα παραγέμιζα με μπαμπάκι, αλλά ο σαματάς δε σταματούσε, λες και μάλωναν οι δυο τους μέσα στο κεφάλι μου. Όταν η φουρτούνα περνούσε, σηκωνόμουνα αθόρυβα απ’ το κρεβάτι και περπατούσα σιγά σιγά, ξυπόλυτη, προς την πόρτα. Έστηνα αυτί και προσπαθούσα ν’ ακούσω τι έλεγαν. Το μοναδικό πράγμα που έφτανε στ’ αυτιά μου ήταν οι λυγμοί της μάνας μου. Τουλάχιστον είναι ακόμα ζωντανή. Η αλήθεια είναι ότι μόνο τότε ήταν ζωντανή. Τις υπόλοιπες ώρες θύμιζε κάτι το άψυχο. Ένα αντικείμενο χωρίς αισθήματα, που απλά έτυχε να διαθέτει το χάρισμα της αναπνοής. Όσο για τον πατέρα, αυτόν δεν μπορούσα να τον δω, ούτε και να τον ακούσω, αλλά τον φανταζόμουνα: να κάθεται βλοσυρός στην αγαπημένη αρχοντική του πολυθρόνα και να πίνει και πάλι κονιάκ. Και να κοιτά τη μάνα μου με οργή.
     Πόσες φορές επαναλήφθηκε αυτό το σκηνικό, δεν έχω ιδέα, η αλήθεια να λέγεται. Εκείνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι η κάθε μέρα που ακολουθούσε ένα καυγά ήταν χειρότερη απ’ την προηγούμενη. Οι σιωπές γίνονταν πιο έντονες, η θλίψη μεγάλωνε. Κι εκείνη, η μάνα μου δηλαδή, έμοιαζε μ’ ένα πουλί με κομμένα τα φτερά – ή μάλλον μ’ ένα μαδημένο κοτόπουλο. Όταν έβλεπε τον πατέρα μου να μπαίνει στο σπίτι μαζευόταν τρομαγμένη στην πολυθρόνα της και φαίνονταν να τρέμει απ’ το φόβο. Κι αγκάλιαζε τον εαυτό της, σα να ήθελε να τον προστατεύσει. Όσο για μένα, ήθελα να τρέξω κοντά της, να την αγκαλιάσω, να της πω να μην ανησυχεί για τίποτα, μα δεν το έκανα. Την αγαπούσα, αλλά δεν ήξερα τι ήταν αυτό που ένιωθα, έτσι δεν μπορούσα να το εκφράσω. Καθόμουνα λοιπόν και την κοιτούσα λυπημένα. Κι οι μέρες περνούσαν. Κι εκείνη γαλήνευε. Προετοιμαζόταν για την επόμενη καταιγίδα.
     Ήθελα να μιλήσω σε κάποιον γι’ αυτά, στη Μαρία ή στη δασκάλα μου, μα ούτε κι αυτό το έκανα. Όπως μου έλεγε η κυρά Αντιγόνη, δεν κάνει να λέμε τα μυστικά μας στους ξένους. Τα κρατούσα λοιπόν τα μυστικά, και όσο τα κρατούσα τόσο περισσότερο με έπνιγαν. Ένιωθα να μεγαλώνω αφύσικα, όχι σαν ένα κορίτσι, αλλά σαν κάποια που κουβαλούσε στους ώμους της όλα τα βάρη του κόσμου. Έβλεπα τα άλλα παιδιά να φωνάζουν, να παίζουν, να χαίρονται τη ζωή και τα ζήλευα αφάνταστα. Αν δεν είχα τη φίλη μου πολύ πιθανόν να καταντούσα σαν τη μάνα μου, ένα έπιπλο στο σαλόνι.
     Ένα και μοναδικό όνειρο είχα τότε θυμάμαι: να μεγαλώσω όσο πιο γρήγορα μπορούσα και να φύγω για την πόλη. Δεν άντεχα πια εκεί. Δεν άντεχα τον καθημερινό υπόγειο τρόμο, την απομόνωση, την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του σπιτιού μας. Άκουγα από κάποιους συγχωριανούς μας, που μετακόμισαν στη Λευκωσία, κι οι οποίοι επέστρεφαν πίσω μόνο για τις διακοπές, να μας μιλάνε για τη ζωή εκεί, και σκεφτόμουνα: αυτό πρέπει να κάνω κι εγώ, να πάω εκεί, μακριά από όλα αυτά. Καθώς ζωντάνευαν οι εικόνες της πόλης στη ζωηρή μου φαντασία, χαμογελούσα. Ξάπλωνα στο κρεβάτι μου, έκλεινα τα μάτια, έβλεπα ένα μέλλον όπως θα το ήθελα να είναι, και για λίγο η σκληρή μου πραγματικότητα έσβηνε, ο μόνιμος εφιάλτης μεταμορφωνόταν σ’ ένα όμορφο όνειρο – ένα όνειρο που ωστόσο παρέμενε πεισματικά απόμακρο, αφού όσο κι αν παρακαλούσα το θεό, όσο κι αν προσευχόμουνα, ο καιρός περνούσε αργά, σαν τιμωρία.
     Προτού κλείσω καν τα δέκα μου χρόνια ένιωθα σαν νεκρή. Μια χαριτωμένη, και όπως μου έλεγαν, όμορφη νεκρή, που περίμενε με αγωνία μεγάλη την ανάστασή της. Η ανάσταση ωστόσο προϋποθέτει το θάνατο, όποιας μορφής κι αν είναι αυτός, ένα θάνατο που μέσα στην παιδική μου ακόμη αθωότητα, δε θα μπορούσα ποτέ να προβλέψω.

Την πρώτη φορά που με άγγιξε άπρεπα ο πατέρας μου, ένιωσα ωραία, αφού δεν ήξερα στ’ αλήθεια τι έκανε. Ήταν επιτέλους μαζί μου τρυφερός, έδειχνε πώς με αγαπούσε, κι εγώ απολάμβανα όσο περισσότερο μπορούσα εκείνο το πρωτόγνωρο συναίσθημα. Εξάλλου, δεν έκανε και τίποτα το τραγικό. Με αγκάλιασε απλά από πίσω, σκύβοντας, από τη μέση, ξαφνιάζοντάς με, καθώς εκείνη τη στιγμή συγύριζα το δωμάτιό μου, και με φίλησε απαλά στο σβέρκο. Η μάνα μου, παραδόξως, έλειπε εκείνη την στιγμή από το σπίτι, κι εκείνος έδειχνε ασυνήθιστα ήρεμος, με μια φλόγα να του φωτίζει το βλέμμα – κάτι που δεν μπορούσα να ερμηνεύσω. Δεν είπα τίποτα. Δεν αντέδρασα καθόλου, ούτε θετικά ούτε αρνητικά. Όχι εκείνη την ώρα. Ωστόσο από μέσα μου χάρηκα. Χάρηκα εκείνη την τόσο ασυνήθιστη για μένα επίδειξη αγάπης, την αίσθηση των χειλιών του στο σβέρκο μου. Δεν είναι κακός, τελικά, σκεφτόμουνα. Η Μαρία έχει άδικο. Μια αγκαλιά, ένα φιλί, αυτά ήταν αρκετά για να σβήσουν, έστω και για λίγο, από μέσα μου όλα τα σημάδια του πόνου, να με κάνουν να νιώσω κάποιου είδους αισιοδοξία για το μέλλον.
     Τη δεύτερη ωστόσο φορά τα γεγονότα πήραν μια τροπή που δεν περίμενα, που μέσα και στους πιο τρομερούς μου εφιάλτες δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ. Ήτανε μια κρύα και σκοτεινή μέρα του χειμώνα, ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την πρωτοχρονιά, και ήμασταν και πάλι μόνοι στο σπίτι. Έξω έριχνε βροχή με το τουλούμι και η μάνα μου έλειπε από ώρα. Είχε πάει επίσκεψη στη γιαγιά ή σε κάποια συγχωριανή, δε θυμάμαι, και μάλλον την καθυστέρησε η βροχή. Καθόμασταν αμίλητοι μπροστά από το τζάκι, στο σαλόνι, περιμένοντάς την ή δεν ξέρω τι. Εγώ ήμουνα στο χαλί, ακουμπισμένη με την πλάτη στον καναπέ, κι αυτός καθότανε από πάνω μου. Καθώς κοιτούσα τις φλόγες και ονειροπολούσα, τον ένιωσα ξάφνου να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Έκλεισα τα μάτια κι αφέθηκα στα χάδια του με μια κρυφή ικανοποίηση. Τι καλά, σκεφτόμουνα. Τι καλά! Όταν τον ένιωσα κάποια στιγμή να γλιστράει κάτω και να κάθεται δίπλα μου, λίγο τρόμαξα, αλλά σαν τον είδα να χαμογελά ηρέμησα αμέσως. Μην ανησυχείς, είπα στον εαυτό μου. Για λίγο παρέμεινα ακίνητη να τον κοιτώ στα μάτια, αλλά δεν ήξερα τι κρυβόταν εκεί. Έλαμπαν φως και σκοτάδι την ίδια ώρα. Και τα χείλη του… Σα να χαμογελούσαν και να μόρφαζαν ταυτόχρονα. Άρχισα σιγά σιγά να τρέμω. Από φόβο; Από χαρά; Δεν ξέρω για να πω. Αλλά ύστερα… Ύστερα, με άγγιξε. Άγγιξε πρώτα το μανίκι μου, μετά τα χέρια μου, και πιο μετά, πολύ αργά, προσεκτικά, λες και φοβόταν μη με σπάσει, τα μπράτσα, το λαιμό και τα μάγουλά μου. Απαλά ήταν τα αγγίγματά του, σα φυσήματα του αέρα, κι ομολογώ πώς μέχρι και κείνη τη στιγμή μου άρεσαν. Αλλά τώρα, καθώς κλείνω τα μάτια και αναπλάθω καρέ καρέ τη σκηνή μέσα μου, σύγκορμη ανατριχιάζω. Ξέρω τι έκανε, τώρα πια το ξέρω. Με μετρούσε. Μετρούσε τις αντιδράσεις μου, τις αντιστάσεις μου. Το μόνο που τότε εγώ, φτωχό και άμαθο παιδί, δεν ήξερα πώς να αντιδράσω και σε τι να αντισταθώ. Λίγο μετά μού είπε με φωνή που έσταζε μέλι να βγάλω τα ρούχα μου κι εγώ άρχισα να γελώ. Το πήρα γι’ αστείο – αν ήταν ποτέ δυνατόν; Αλλά δεν ήταν. Το χαμόγελό του έσβησε μεμιάς, τα μάτια σκοτείνιασαν. Το εννοούσε αυτό που έλεγε, δε σήκωνε καμία αντίρρηση η διαταγή του. Ένιωσα να μικραίνω κάτω από το σκληρό του βλέμμα, να σβήνω, να χάνομαι. Υπάκουσα. Δεν ξέρω γιατί, ίσως απλά επειδή τον φοβόμουνα, αλλά το έκανα. Γδύθηκα. Ύστερα όμως… Ύστερα, όταν βρέθηκα γυμνή και απροστάτευτη να στέκομαι μπροστά του, ένιωσα ολάκερο το άγουρο κορμί μου να το διαπερνάει μια αβάστακτη ανησυχία. Λες και παραφυλούσε από πάνω μου απειλητική η σκιά του θανάτου. Έπρεπε να δραπετεύσω, προτού είν’ αργά. Βούτηξα λοιπόν τα ρούχα μου απ’ το πάτωμα και το έβαλα στα πόδια. Έτρεξα, ανεβαίνοντας δυο-δυο τα σκαλιά, προς το δωμάτιό μου. Κι εκείνος, που ήταν πολύ πιο γρήγορος απ’ ό,τι υπολόγιζα, με ακολούθησε. Κι εκείνος, με έσπρωξε στο κρεβάτι. Κι εκείνος, όταν προσπάθησα να του αντισταθώ με χτύπησε άγρια, στο πρόσωπο και στο κορμί, παντού, και μετά με άρπαξε βίαια με το ένα χέρι απ’ τα μαλλιά, ενώ με το άλλο με φίμωσε, καταπνίγοντας τις κραυγές μου. Τον ένιωσα να πέφτει πάνω μου βαρύς, αγκομαχώντας. Τον ένιωσα. Τον ένιωσα να μπαίνει μέσα μου με βία. Τον ένιωσα. Κι ο φόβος που γέμιζε το είναι μου γι’ αυτόν μεταμορφώθηκε σε τρόμο. Κι ο τρόμος σε μίσος. Είχες δίκιο, Μαρία, ψιθύριζα μέσα μου ντροπιασμένη, παραδομένη στη μοίρα μου. Είχες δίκιο! Αλλά, αυτό τώρα πια δεν είχε καμία σημασία. Το μόνο που μετρούσε ήταν το ότι είχα ένα τέρας για πατέρα, ένα πραγματικό τέρας. Όσο κρατούσε εκείνη η πράξη, εκείνο το έγκλημα, προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν ένα όνειρο, ένας εφιάλτης απ’ τον οποίο αργά ή γρήγορα θα ξυπνούσα. Και αυτό ακριβώς ήταν: ένας εφιάλτης. Το μόνο που από τούτο τον εφιάλτη δε θα ξυπνούσα ποτέ.
     Σαν έκανε ό,τι είχε να κάνει, όταν άδειασε το είναι του πάνω μου, γεμίζοντάς με με αηδία, σηκώθηκε βαρύς απ’ το κρεβάτι, σκουπίστηκε μ’ ένα λευκό χαρτομάντιλο, το οποίο πέταξε μετά στον κάλαθο κάτω από το γραφείο μου, και με διέταξε -με μια φωνή σαν ψίθυρο, που ένιωσα να με διαπερνά πέρα ως πέρα- να μην πω ποτέ τίποτα, σε κανένα, αλλιώς… Δε χρειάστηκε να ολοκληρώσει την απειλή του. Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Αλλιώς, ήξερα τι με περιμένει. Μα, δεν ήξερα. Όχι ακριβώς. Θα με σκότωνε; Θα μου συμπεριφερόταν όπως στη μάνα μου; Θα με χτυπούσε; Θα με έκανε όπως τη μάνα μου, ένα φυτό; Θα… Τι; Παρέμεινα εκεί ξαπλωμένη για ώρα πολλή, ντυμένη τον πόνο και τη γύμνια μου, να γελάω και να κλαίω. Γελούσα νευρικά και κατά διαστήματα, έκλαιγα σπαρακτικά και ασταμάτητα. Μα κάποια στιγμή, δεν ξέρω πόσο μετά, σηκώθηκα με τη σειρά μου απ’ το κρεβάτι και με βήματα που σέρνονταν στο χαλί αδύναμα, πήγα στο μπάνιο για να λουστώ, μήπως και ξεπλύνω από πάνω μου το κρίμα, μήπως και καταφέρω να σβήσω με τη βοήθεια του νερού το στίγμα. Η πληγή ήταν ωστόσο μέσα μου βαθιά, το μαχαίρι είχε χαράξει την καρδιά, και κανένας και τίποτα δεν θα μπορούσε να την κάνει να σταματήσει να αιμορραγεί.
     Όταν, μετά από καμπόση ώρα, επέστρεψα στο δωμάτιό μου η μάνα ήταν εκεί. στεκόταν ακίνητη και κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια το ματωμένο λεκέ πάνω στο λουλουδάτο σκέπασμα. Άφωνη. Άβουλη. Παγωμένη. Παραλυμένη από το φόβο, αλλά και με μια σπίθα οργής στο βλέμμα. Δεν είπε τίποτα. Δεν έκανε τίποτα. Δεν προσπάθησε καν να μ’ αγκαλιάσει, κι ας την εκλιπαρούσα από μέσα μου να το κάνει: Έλα, μάνα. Έλα, αγκάλιασέ με, παρηγόρησέ με. Μην μ’ αφήνεις μόνη τώρα, σε χρειάζομαι. Αλλά με άφησε. Βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο, όπως ακριβώς είχε μπει, κι εγώ τρέμοντας ακόμη από το κακό που με βρήκε, αλλά και ξεχειλίζοντας από ένα παράπονο πικρό, πήγα και ξάπλωσα ξανά.
     Σε λίγο άκουσα φωνές από κάτω, πιο άγριες από τις άλλες φορές, σαματά μεγάλο. Οι βρισιές και οι κατάρες έδιναν κι έπαιρναν. Πράγματα έσπαγαν. Στο έξω και στο μέσα μου. Ένας πανζουρλισμός. Φοβόμουνα και χαιρόμουνα και λυπόμουνα την ίδια ώρα. Φοβόμουνα το άγνωστο που θα μου έφερνε η επόμενη στιγμή. Χαιρόμουνα επειδή επιτέλους για μια φορά η μάνα μου, έστω και μ’ αυτό τον τρόπο, μου έδειχνε την αγάπη της. Λυπόμουνα, επειδή ήξερα που θα οδηγούσε αυτό. Ναι, δεν έτρεφα καμιά ψευδαίσθηση, θα γίνονταν κι εκείνη θύμα του – θα τη χτυπούσε. Και τη χτύπησε. Μού φάνηκε πώς άκουσα σαν κεραυνό το πρώτο χαστούκι που της έριξε. Σίγουρα ακολούθησαν κι άλλα. Και όχι μόνο χαστούκια. Σίγουρα και μπουνιές και κλωτσιές. Θα της έδινε να καταλάβει, ώστε να μην τολμήσει ποτέ ξανά να τον αμφισβητήσει, να του ζητήσει το λόγο. Πνιχτές κραυγές έφταναν πού και πού στ’ αυτιά μου. Μάλλον η κακόμοιρη η γυναίκα προσπαθούσε να με σώσει απ’ το μαρτύριο που ζούσε καταπνίγοντας την ηχώ του πόνου της. Έκλεισα σφικτά τα μάτια, βούλωσα τ’ αυτιά, αλλά το έργο, η σκηνή που δεν έβλεπα προβαλλόταν και μέσα μου, σε ένταση υψηλή και εικόνα καθάρια. Κι ύστερα, ήρθαν άλλες σκηνές από το παρελθόν να μου χαράξουν τη μνήμη, άλλες εικόνες να μου χαρακώσουν την ήδη βαριά πληγωμένη ψυχή. Ώστε γι’ αυτό! σκεφτόμουνα. Ώστε γι’ αυτό η μάνα μου τη μια έχει πληγές στα χέρια και στα πλευρά και την άλλη εκδορές και μώλωπες στο πρόσωπο. Ώστε γι’ αυτό δεν τον αφήνει να την αγγίξει όταν είμαι κοντά τους. Τόσα χρόνια κοιτούσα μα δεν έβλεπα, άκουγα μα δεν αντιλαμβανόμουνα. Είχα συνηθίσει από τόσο νωρίς στις κραυγές του πόνου, που έφτασαν να μοιάζουν σα φυσήματα του ανέμου για μένα. Είδα τόσες φορές τη μάνα μου χειμώνα-καλοκαίρι ντυμένη με ρούχα που της έκρυβαν το κορμί ολάκερο, που κάλυπταν τις χαρακιές, που ακόμη και όταν μεγάλωσα ποτέ δεν αναρωτήθηκα το γιατί. Μόνο όταν πήγαινα αιφνιδιαστικά στο δωμάτιό της την έβρισκα ακάλυπτη, έβλεπα τις πληγές, αλλά και τότε όταν τη ρωτούσα τι έπαθε, μου έλεγε ψέματα: Έπεσα, έκαψα κατά λάθος το χέρι μου, κουτούλησα στην πόρτα… Ακούς εκεί, κουτούλησε στην πόρτα! Ηλίθια ήταν; Δεν ήταν, μα δεν το ήξερα. Όπως δεν ήξερα κι εγώ πώς κάποτε θα ερχότανε η μέρα που θα βρισκόμουνα στην ίδια θέση με κείνη: να κουτουλώ στις πόρτες δηλαδή. Αλλά, θα περνούσαν χρόνια μέχρι να συμβεί αυτό, και έως τότε θα ήμουνα πια καλά εξασκημένη.
     Εξασκημένη από τον πατέρα μου, που δε με βίασε ποτέ ξανά, αλλά ο οποίος είχε πια αφήσει να πέσει η μάσκα. Έδιωξε την κυρά Αντιγόνη απ’ το σπίτι, για να μην υπάρχει μάρτυρας κανείς στο διπλό του έγκλημα, κι άρχισε να χτυπάει και μένα, με κάθε αφορμή. Είχα γίνει ο νέος σάκος του μποξ του. Προσπαθούσε να με σπάσει, να με μεταμορφώσει σε μια νέα εκδοχή της μάνας μου. Και τα κατάφερε, εύκολα πολύ. Αφού δεν είχα που να στραφώ, από ποιον να ζητήσω βοήθεια. Η κοινωνία μικρή, τα μυστικά φανερά, αλλά και πάλι κρυμμένα. Ακόμη και σήμερα θυμάμαι τα βλέμματα της λύπης που με συνόδευαν όπου πήγαινα τον πρώτο εκείνο καιρό της πτώσης μου. Τις σιωπές που εξαπλώνονταν απ’ όπου περνούσα. Τα λόγια που δε λέγονταν και τα κρυφόγελα των άλλων στο σχολείο.
     Αν δεν είχα τη Μαρία και τη γιαγιά μου θα τρελαινόμουνα. Στην πρώτη εξομολογιόμουνα, της έλεγα τα μυστικά μου, της έδειχνα τις πληγές μου και δεχόμουνα με ευγνωμοσύνη απ’ αυτήν τα λόγια της παρηγοριάς. Με τη δεύτερη ξεχνιόμουνα. Καθόμουνα και άκουγα ξανά και ξανά τις ίδιες ιστορίες, ειδικά εκείνη την αγαπημένη της για τον Ερωτόκριτο, τη βοηθούσα στις δουλειές του σπιτιού, την κρατούσα απ’ το γέρικο ροζιασμένο χέρι και την έπαιρνα όπου ήθελε να πάει. Μαζί της ένιωθα ασφαλής, μαζί της ένιωθα εγώ: ένα τρομαγμένο κοριτσάκι, που ξαφνικά μεγάλωσε, που κάποια μέρα ξύπνησε σ’ ένα κόσμο ξένο.
     Τα χρόνια πέρασαν αργά, τυραννικά, χαρίζοντάς μου νέες αμυχές, σκοτώνοντάς μου τα όνειρα προτού προλάβουν καν να ξεμυτίσουν. Τίποτα καλό δεν περίμενα πια, μόνο ευχόμουνα κάτι: να φτάσει επιτέλους εκείνη η ευλογημένη μέρα που θα μπορούσα να φύγω μακριά. Μακριά απ’ το σπίτι. Μακριά απ’ τη μάνα μου, που όλο και περισσότερο θύμιζε νεκρή. Μακριά από εκείνον τον άντρα που κάποιος άκαρδος θεός βάφτισε άνθρωπο και πατέρα.
     Μόλις τέλειωσα το σχολείο λοιπόν, έσπευσα να αρραβωνιαστώ τον πρώτο άντρα που ήρθε και με ζήτησε. Κι ας μη μου άρεσε καθόλου. Κι ας διέκρινα απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή το σκοτάδι που κρυβότανε πίσω από τα μάτια του. Χειρότερα απ’ αυτά που ζω, είναι αδύνατο να βρω, σκεφτόμουνα. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να εγκαταλείψω εκείνο το σπίτι του πόνου, εκείνο το χωριό του οποίου η θλίψη μου διαπότισε τους δρόμους, και να πάω στην πόλη, κι αυτό ακριβώς ήταν που μου υποσχόταν εκείνος. Ήμουνα όμορφη τότε πολύ: με μακριά ξανθά κυματιστά μαλλιά, αχνοπράσινα μάτια, κι ένα κορμί σφριγηλό, που έμοιαζε άσπιλο, κι ας μην ήταν. Σκεφτόμουνα ότι στο βλέμμα του υποψήφιου γαμπρού, ενός άχαρου ξερακιανού άντρα με μαύρα μαλλιά και καφέ μάτια, θα φάνταζα κελεπούρι.
     Είτε ήμουνα κελεπούρι είτε όχι, όπως αποδείχτηκε δεν είχε καμία απολύτως σημασία, αφού δε μου πήρε και πολλή καιρό ν’ ανακαλύψω ότι κι αυτός σαν τον πατέρα μου ήτανε. Ίσως να του τόνωνε το εγώ η ομορφιά μου, να τον έκανε περήφανο, αλλά όπως φάνηκε στη συνέχεια το μόνο που χρειαζότανε, αυτό που είχε πιότερο ανάγκη εκείνος, ήταν μια γυναίκα-δούλα, που θα τον σεβόταν και θα τον υπάκουε, ένα αντίγραφο της μάνας μου. Κι εγώ, αν και είχα ακόμη τη δυνατότητα να διαλύσω τον αρραβώνα, ή έστω να προσπαθήσω να το κάνω, πήγα και τον παντρεύτηκα.
     Και τώρα, είκοσι δύο χρόνια και τρία παιδιά μετά, παραμένω ακόμη μαζί του, πιστή σύζυγος και σύντροφος στην εγκληματική του ζήση. Όχι, δεν τον αγαπώ, ποτέ δεν τον αγάπησα. Απλά τον φοβάμαι. Και ο φόβος που μου προκαλεί, αυτός είναι ακριβώς που με κρατάει κοντά του. Δε θα μπορούσα να τον εγκαταλείψω ποτέ, είναι ο πατέρας των παιδιών μου. Δεν είναι πάντα εδώ -μάλιστα μερικές φορές χάνεται για μέρες και μέρες, δεν ξέρω που πάει και γιατί- αλλά τι σημασία έχει αυτό, φτάνει που μου προσφέρει ασφάλεια. Και τι κι αν με χτυπάει πού και πού; - είναι μαθημένο το βουνό στα χιόνια. Τι και αν κι αυτός ακόμη ο έρωτας του παραμένει, τόσα χρόνια μετά βίαιος; - άλλο τρόπο δεν γνωρίζω. Εξάλλου τον ευγνωμονώ. Επειδή με πήρε απ’ το σπίτι των γονιών μου, γιατί μ’ έφερε στην πόλη, επειδή μ’ έσωσε από τους άλλους, κι ας μη με έσωσε απ’ τον εαυτό μου.
     Το κορμί μου εξακολουθεί να είναι γεμάτο πληγές, κι η ψυχή μου να αιμορραγεί, αλλά έχω τουλάχιστον πια το δικό μου σπίτι και τα αγγελούδια μου – τις κόρες μου και την αγάπη τους. Κι ας και τώρα τελευταία η πρώτη μου, η Χαρά, γίνεται όλο και πιο απόμακρη και σιωπηλή, και μοιάζει να με αποφεύγει. Σίγουρα θα περνά κάποια κρίση, η καλή μου, αλλά αυτό καθόλου δε μ’ ανησυχεί. Αφού πολύ καλά το ξέρει πως για ό,τι χρειαστεί θα είμαι πάντα εδώ. Πάντα θα την αγαπώ και θα την προστατεύω. Όπως κάθε μάνα.
     Είμαι η Αγνή, κι είμαι ακόμη ζωντανή.

Λάκης Φουρουκλάς

Την εικόνα την βρήκα εδώ.
 
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.