Ένα μονόπρακτο




TO MAΡΓΑΡΙΤΑΡΙ (Δραματοποιημένο διήγημα από τα « Σκόρπια και άταχτα» )

 ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

 Αφηγήτρια
Γιώργης Ρεματάς
Α’ ταβλαδόρος
Β’ ταβλαδόρος
Θαμώνας του καφενείου

 (Ανοίγει η αυλαία. Σκηνή σκοτεινή. Στην σκηνή υπάρχει ένα τραπέζι καφενείου με ένα τάβλι πάνω και δύο καρέκλες που θα φανούν όταν ανάψουν τα φώτα. Ακούγεται η φωνή της αφηγήτριας).

 ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
 « Ο Γιώργης ο Ρεματάς, περπατούσε μες τη βροχή. Ήταν η ώρα που έκλειναν τα μαγαζιά και οι άνθρωποι ξεχύνονταν βιαστικοί τους δρόμους για να πάνε στο σπίτι τους. Θα έτρωγαν, θα κοιμόντουσαν λίγο, και ύστερα, με το απογευματινό άνοιγμα των μαγαζιών, θα ξανάρχιζαν τη δουλειά.....    Τυρόπιτες»…

 (Εμφανίζεται στην οθόνη μια φωτογραφία ενός μαγαζιού με τυρόπιτες. Ανάβουν τα φώτα της σκηνής...Ο Ρεματάς μπαίνει και περνάει αργά αργά μπρος από την οθόνη ...Φοράει μια πανάθλια στρατιωτική χλαίνη δύο νούμερα μεγαλύτερη από το κανονικό για το σώμα του... Η όλη του εμφάνιση είναι άθλια... Στέκεται και κοιτάει την βιτρίνα).

 ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ (συνεχίζει)
 « Ο Γιώργης ο Ρεματάς έχωσε το χέρι του στη τσέπη της στρατιωτικής χλαίνης που φορούσε. Η τσέπη αυτή παρέμενε πιστή σε δυνάστη αφέντη μιας εικοσαετίας, καθώς ήταν η μοναδική που δεν είχε τρυπήσει ακόμη. Έπιασε το εικοσάρι που είχε μέσα.

(Ο Ρεματάς χώνει το χέρι του μέσα στην βαθιά τσέπη της χλαίνης ψαχουλεύοντας το εικοσάρικο). 

Τυρόπιτες… Δε βαριέσαι… Ένιωσε τα παπούτσια του να γεμίζουν νερά. Τίποτε δεν είναι πιο φυσικό. Όταν τα παπούτσια είναι τρύπια και βρέχει, γεμίζουν νερά. Έτσι το αντιμετώπιζε κι αυτό, με την αδιαφορία της συνήθειας. Σάμαλι, πάστες, κανταΐφια»...
 (Στην οθόνη τώρα ένα μαγαζί με γλυκά)... 

 ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ (συνεχίζει)
 «Δε βαριέσαι… Ένα εικοσάρι όλο κι όλο… Ο κόσμος είχε γίνει τώρα πιο βιαστικός. Οι ουρές στις στάσεις των λεωφορείων είχαν μεγαλώσει. Έβρεχε ασταμάτητα. Ένα εικοσάρι… Μια ζεστή μακαρονάδα, «ολίγες πατάτες ψητού», και ύστερα τίποτα. Ας τρυπούσε μετά και η τελευταία τσέπη… Λαϊκό λαχείο»…
 (Στην οθόνη τώρα η φωτογραφία ενός λαχειοπώλη) 

 ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ (συνεχίζει)
 «Ο Γιώργης ο Ρεματάς κοίταξε τα καρφιτσωμένα λαχεία του λαχειοπώλη, αναλογίστηκε τις προοπτικές μιας όψιμης τύχης, και χάιδεψε το εικοσάρι του. Ύστερα, θυμήθηκε την μακαρονάδα και ξαναχάιδεψε το εικοσάρι. Δε βαριέσαι… Ένιωθε πια την άγρια πείνα να του τυραννάει τα μέσα του. Είχε αρχίσει να τρέμει από την υγρασία. Τα ρούχα του είχαν γίνει σκέτο στυπόχαρτο. Ένα καφενείο: Πρέφα, τάβλι, βρισιές. Ένα καφενείο της Ομόνοιας: «Καφενείο των φίλων». Σωστό ανακάτωμα. Επαρχιώτες, συγχωριανοί τους -πρωτευουσιάνοι τώρα- και τάβλι: Πόρτες, μουλτεζίμ, πλακωτό. Και χαρτί: Πρέφα, πικέτο, ξερή, κολτσίνα».

 (Τα φώτα σβήνουν. Όταν ξανά ανοίγουν δύο θαμώνες του καφενείου κάθονται στο τραπέζι και άλλος ένας όρθιος παρακολουθεί την παρτίδα τάβλι. Πλησιάζει και ο Ρεματάς που βρισκόταν στην άκρη της σκηνής. Οι ταβλαδόροι φαίνεται να συνεχίζουν μια κουβέντα που κάνουν παίζοντας)... 

 Α’ ΤΑΒΛΑΔΟΡΟΣ-...Το μεγαλύτερο μαργαριτάρι, λοιπόν, είναι σα μια μπάλα ποδοσφαίρου...

Β’ ΤΑΒΛΑΔΟΡΟΣ-Δηλαδή ολάκερη περιουσία αδερφέ μου!...

Α΄ ΤΑΒΛΑΔΟΡΟΣ -Ναι… ( Ρίχνει τα ζάρια) Εξάρες!...

Β’ ΤΑΒΛΑΔΟΡΟΣ (Παίρνει τα ζάρια στα χέρια του και τα μπεγλερίζει) -Κοίτα μωρέ τι περίεργα πράματα που φτιάχνει η φύση!..

Ο ΘΑΜΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ -Ο Θεός!.. (Κοιτάει έξω) Ρε σεις, ρίχνει καρεκλοπόδαρα έξω… Πάει δε θα πάμε σπίτι μας σήμερα…

 Β’ ΤΑΒΛΑΔΟΡΟΣ (Ρίχνει τα ζάρια) - Ασόδυο!.. Λοιπόν, αυτά τα μαργαριτάρια βγαίνουν στις αχιβάδες ;

Α’ ΤΑΒΛΑΔΟΡΟΣ -Ναι… Όταν κλαίνε, λέει, βγάζουν τέτοια δάκρυα. (Ρίχνει τα ζάρια, χτυπάει με δύναμη τα πούλια) Σ’ έπιασα!...

Β’ ΤΑΒΛΑΔΟΡΟΣ - Πάει η μάνα...(κλείνει το τάβλι τσαντισμένος. Γυρίζει τώρα προς τον συμπαίκτη του) Να βγάζανε, μωρέ, τέτοια δάκρυα και οι γυναίκες. Κάθε μέρα θα την έδερνα εγώ τη δικιά μου.

Ο ΘΑΜΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ -Μα μήπως τώρα τι κάνεις ρε Παναγή; Δεν την σακατεύεις στο ξύλο;

Β’ ΤΑΒΛΑΔΟΡΟΣ -Καλά τώρα. Ας τ’ αφήσουμε αυτά… Και πώς βρήκε ρε Τόλη ο παππούς σου μες την κοιλιά του ψαριού το μαργαριτάρι;

Α’ ΤΑΒΛΑΔΟΡΟΣ -Να μωρέ!.. Το ψάρι τρώει την αχιβάδα, και ο άνθρωπος τρώει το ψάρι που έχει φάει την αχιβάδα που έχει στην κοιλιά της το μαργαριτάρι… Καταλάβατε;

 (Σβήνουν τα φώτα και οι ηθοποιοί φεύγουν εκτός από τον Γιώργη).

 ΑΦΗΓΗΤΡΙΑ
 « Όλοι είχαν καταλάβει, ακόμη και ο πεινασμένος ο Γιώργης ο Ρεματάς. Βγήκε πάλι έξω και τράβηξε κατά την Βαρβάκειο.
( Ανάβουν πάλι τα φώτα στη σκηνή και στην οθόνη εμφανίζεται μια φωτογραφία με έναν πάγκο με ψάρια στην αγορά της Βαρβακίου) 
Έβγαλε το εικοσάρι από την τσέπη του και το έσφιξε για τελευταία φορά στη χούφτα του. Ύστερα πήγε σ’ ένα ψαράδικο και αγόρασε το μεγαλύτερο ψάρι που θα μπορούσε να πάρει με κείνο το κέρμα.
(Ο Ρεματάς εγκαταλείπει αργά αργά την σκηνή και ενώ τα φώτα σβήνουν μαλακά, η αφηγήτρια τελειώνει την αφήγηση):
Ο Γιώργης ο Ρεματάς, δεν είχε λάδι για να τηγανίσει το ψάρι. Ούτε γκαζιέρα. Ούτε σπίτι. Και η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει»…

 (Αυλαία. Τα φώτα ανάβουν και οι ηθοποιοί εμφανίζονται επί σκηνής)...

Δημήτρης  Μπούκουρας
Share on Google Plus

1 σχόλιο:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.