…Και όλο κλαίει. Και όλο χαμογελά…



Κάτι τρέχει με τη μαμά του, κάτι πολύ σοβαρό. Τον τελευταίο καιρό κλαίει. Όλο κλαίει. Κι αυτός θέλει να τη βοηθήσει. Αλλά δεν ξέρει πως.

Δεν έκλαιγε. Όχι πριν. Όσο η κοιλιά της φούσκωνε και φούσκωνε, όλο χαμογελούσε. Πονούσε και χαμογελούσε. "Θα σου κάνω αδελφάκι", του έλεγε.

Πώς θα του το έκανε το αδελφάκι; Θα το έψηνε στο φούρνο άραγε; Δεν την ρώτησε ποτέ, αλλά ήταν ξύπνιος αυτός, ήξερε. Ήξερε ότι το έκρυβε μες στην κοιλιά της και κάποια μέρα θα το φανέρωνε και θα του έλεγε: "Έλα να το δεις. Έλα να δεις το αδελφάκι σου".

Ήθελε αδελφάκι όμως; Δεν ήταν σίγουρος. Μέχρι τώρα ήταν ο Μάρκος της. Ο μοναδικός. Όπου πήγαιναν μαζί όλοι της έλεγαν: "Μα τι χαριτωμένο παιδάκι είν' αυτό" κι εκείνη: "Είν' ο Μάρκος μου", απαντούσε.

Αν αποκτούσε αδελφάκι, δεν θα ήταν πια ο Μάρκος της. Ο μοναδικός! Τι να το έκανε το αδελφάκι, αν δεν ήταν μοναδικός πια;

Αλλά, τώρα τελευταία νιώθει διαφορετικά. Νιώθει ότι… Δεν ξέρει τι νιώθει. Σύγχυση ίσως. Την ημέρα που πήγε η μαμά του στο νοσοκομείο για να γεννήσει…

"Όταν γυρίσουμε θα σου φέρουμε το αδελφάκι σου", του είπε.
"Δεν το θέλω", απάντησε αυτός, κι εκείνη γέλασε.

Μα όταν επέστρεψαν απ' το νοσοκομείο με τον μπαμπά, δεν του έφεραν κανένα αδελφάκι. "Το έδωσαν. Το έκαναν δώρο", σκέφτηκε και κρυφά χαμογέλασε.

Η μαμά όμως… Αυτή δεν γελούσε πια. Κι ούτε χαμογελούσε. Ήταν όλη την ώρα λυπημένη. Και όταν νόμιζε ότι αυτός δεν ήταν εκεί έκλαιγε. Όλο έκλαιγε. Και κλαίει ακόμη. "Είναι δυστυχισμένη", άκουσε το μπαμπά να λέει στη γιαγιά, κάποια φορά.

Μα γιατί να είναι δυστυχισμένη; Γιατί; Αφού έχει τον Μάρκο της. Τον μοναδικό της!

Αχχχ, απ' ό,τι φαίνεται η λύπη είναι μεταδοτική, αφού τις τελευταίες ημέρες είναι κι αυτός λυπημένος. Λυπάται για τη λύπη της μαμάς. Μα δεν ξέρει πώς να της το πει αυτό. Είναι μόλις τεσσάρων χρόνων. Είναι μικρός. Αν ήταν μεγάλος, τότε θα της έλεγε αυτά που της λένε και οι άλλοι: "Μπόρα είναι θα περάσει" (Πού είδαν την μπόρα;), "Έχει ο θεός" (Τι έχει;). "Μπορείς να προσπαθήσεις ξανά" (Να προσπαθήσει τι;).

"Όχι, δεν μπορώ", απάντησε σε κάποιον όταν της το είπε αυτό. "Οι γιατροί είπαν ότι δεν μπορώ".

Οι γιατροί; Τι σχέση έχουν οι γιατροί με όλ' αυτά;

Η αλήθεια είναι ότι δεν του αρέσουν οι γιατροί. Είναι μονόχρωμοι. Άσπροι-άσπροι. Και δεν ξέρουν αστεία. Κάθε φορά που τους βλέπει προσπαθούν να τον κάνουν να γελάσει μα δεν τα καταφέρνουν, οι αν-άστειοι…

Αν-άστεια είναι και τα όνειρά του τώρα. Παλιά ξυπνούσε με το χαμόγελο στα χείλη, αφού τα όνειρά του ήταν πάντα ωραία, χαρούμενα. Αλλά τελευταίως άρχισε να βλέπει κακά όνειρα, απ' αυτά που οι μεγάλοι λένε εφ-ι-άλτες, και ξυπνά τρομαγμένος και βάζει τις φωνές. Και τρέχει με τις πιτζάμες ο μπαμπάς του και τον αγκαλιάζει και του λέει: "Σσστ. Σσστ. Ένα κακό όνειρο ήταν. Εγώ είμαι εδώ".

Η μαμά πού είναι; Ξέρει πού είναι. Στο διπλανό δωμάτιο. Και κοιμάται. Ή κλαίει. Όλο κλαίει.

"Κάτι πρέπει να κάνουμε με το παιδί", κρυφακούει τη γιαγιά να λέει στον μπαμπά. Να κάνουν τι; Θέλει να τους ρωτήσει. Αλλά δεν το κάνει. Τώρα πια μιλάει μόνο όταν χρειάζεται κάτι. Όταν πεινάει. Και διψάει. Και θέλει να πάει στην τουαλέτα.

Ούτε και για τα όνειρά του δεν τους λέει πια. Παλιά τους έλεγε τα πάντα. Τους τα περιέγραφε με λεπτομέρεια. "Είδα ένα άλογο να πετάει, πάνω στο οποίο ήταν καβάλα ο Γιάννης, που φορούσε βράκα". (Ο Γιάννης ήταν το σκυλάκι τους που έχασαν. Πού ακριβώς, δεν ξέρει). "Είδα τον μπαμπά να μου κτίζει ένα κάστρο στην παραλία στο φεγγάρι". "Είδα τη μαμά να τρέχει σ' ένα δάσος γεμάτο πολύχρωμα δέντρα και να τραγουδάει σαν πουλάκι…"

Τώρα τι να τους πει; Ότι είδε ένα γιατρό να λέει κάτι στη μαμά του και να την κάνει να κλαίει; Ότι είδε πώς έχασε τον μπαμπά του καθώς περπατούσαν στο πάρκο, με αποτέλεσμα να βάλει τα κλάματα; Ότι είδε τη γιαγιά του να λέει ότι θα φύγει και δεν θα γυρίσει ποτέ ξανά; Ότι σχεδόν κάθε νύχτα ονειρεύεται ότι το σπίτι τους είναι ολόκληρο τυλιγμένο στο σκοτάδι;

Αχ, τι να κάνω; αναρωτιέται κάθε μέρα. Τι να κάνει; Τα μοναδικά πράγματα που μπορεί να κάνει είναι κάθε τόσο να πλησιάζει τη μαμά και να την αγγίζει απαλά στο χέρι. Και πού και πού να σκαρφαλώνει και να κάθεται στα πόδια της.

Περνάει ο καιρός, αργά, αλλά περνάει. Τα κακά όνειρα συνεχίζονται, αλλά τα έχει πια συνηθίσει, ενώ τώρα τελευταία έχουν αρχίσει κιόλας να γίνονται… να γίνονται… όχι και τόσο κακά; Ίσως!

Τι άλλαξε; Όχι και πολλά, αλλά να, πού και πού, μες στο σκοτάδι τους μπορεί και διακρίνει κάτι φωτεινό, μια λαμπερή σκιά, ένα πρόσωπο. Πώς μοιάζει; Δεν μπορεί με σιγουριά να πει, αλλά…

Κι η μαμά του δείχνει λίγο πιο καλά τον τελευταίο καιρό. Πού και πού χαμογελά. Και παρακολουθεί και λίγη τηλεόραση τώρα. Έπαψε να κοιτά μοναχά τους τοίχους και τα ντουλάπια. Αλλά δεν είναι χαρούμενη. Όχι ακόμη.

Θέλει να τη δει χαρούμενη, ευτυχισμένη. Θέλει ν' ακούσει και πάλι το γέλιο της. "Θα τη βοηθήσω", αποφασίζει, κι ας μην ξέρει πως. Είναι ξύπνιος αυτός, θα σκεφτεί κάτι.

Η μαμά ήταν χαρούμενη όταν… Η μαμά ήταν χαρούμενη όταν… Προσπαθεί να θυμηθεί. Προσπαθεί. Θυμάται. "Η μαμά ήταν χαρούμενη όταν έλεγε ότι θα μού φέρει ένα αδελφάκι". Αυτό είναι. Αυτή είναι η λύση. Πρέπει να βρει ένα αδελφάκι. Μα να το βρει, πού;

Κοιμάται. Κοιμάται βαθιά, αλλά αυτή τη φορά δεν βλέπει εφ-ι-άλτη. Βλέπει όνειρο καλό. Βλέπει το πρόσωπο ενός μικρού κοριτσιού. Το χρώμα του είναι λίγο σκούρο, μα τα μάτια του είναι μεγάλα φωτεινά. Έχει μακριά μαλλιά, πιασμένα σε δύο κοτσιδάκια και του χαμογελά. Τι ωραίο κοριτσάκι!

Μετά από πολλή καιρό ξυπνά με το χαμόγελο στα χείλη. "Μπαμπάάάάά", φωνάζει, και λίγο μετά βλέπει τη νυσταγμένη του μορφή να εμφανίζεται στην πόρτα. Πάλι τον ξύπνησε μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα.

Εκείνος βλέπει το χαμογελαστό του προσωπάκι και ξαφνιάζεται. "Τι έγινε, Μάρκο μου;" τον ρωτά. "Γιατί χαμογελάς;"

"Θέλω μια αδελφούλα", του απαντά.

"Μα πού να…" Μα πού να τη βρει, ήθελε να ρωτήσει, αλλά δεν το κάνει. Το πρόσωπό του φωτίζεται, χαμογελά κι αυτός. "Πρέπει να μιλήσω στη μαμά", λέει και φεύγει σχεδόν τρέχοντας. Κι αυτός κοιμάται και πάλι.

Το πρωί με το που ξυπνά ακούει το γέλιο της μαμάς. Επιτέλους, σκέφτεται. Επιτέλους!

Περνούν λίγες μέρες. Μέρες χαρούμενες. Περνούν λίγοι μήνες. Καλοί κι αυτοί. Μεγαλώνει βιαστικά και ανυπόμονα. Μια μέρα επιστρέφει στο σπίτι από το σχολείο και βρίσκει τον μπαμπά και τη μαμά να τον περιμένουν, μαζί μ' ένα κοριτσάκι. Το χρώμα του είναι λίγο σκούρο και τα μάτια του είναι μεγάλα και φωτεινά, ενώ τα μαλλιά του είναι πιασμένα σε δύο κοτσιδάκια. Είναι πιο μικρή από αυτόν. Μικρή. Μικρούλα. Ντροπαλούλα.

"Το όνομά της είναι Φατιμά και είναι η αδελφούλα σου", λέει η μαμά.

Πηγαίνει προς το μέρος της, σιγά-σιγά. Την κοιτά στα μάτια και της χαμογελά. Και δίχως λέξη την παίρνει απ' το χέρι και την οδηγεί έξω στον κήπο. Θέλει να παίξουν, να φωνάξουν, να γελάσουν.

Η μαμά κάθεται σε μια καρέκλα στη βεράντα και τους παρακολουθεί προσεκτικά. Και όλο κλαίει. Και όλο χαμογελά. Για το Μάρκο της. Και τη Φατιμά. Για τα παιδιά της. Για όλου του κόσμου τα παιδιά.

Λάκης Φουρουκλάς

Η εικόνα δανεική κι αγύριστη από εδώ.
 
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.