Μύρρι- Ιέλ και Μέγας Μάγιστρος- η πρώτη συνάντηση. Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα


Η αφοβία της που προηγουμένως του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον , άρχιζε να γίνεται ενοχλητική. Δεν της έδωσε καμία προειδοποίηση, όταν έσκισε με απάθεια το μπούστο του φορέματός της κι έβαλε και τα δυο του χέρια πάνω στα στήθη της. Η Μύρρι τρόμαξε ενστικτωδώς, μόνο από τη ταχύτητα της κίνησής του και από τίποτε άλλο. Ο Μεγάλος Μάγιστρος χαμογέλασε στραβά, πιέζοντας πιο δυνατά το ευπαθές σώμα της, σαν να ήθελε να την πονέσει επίτηδες για να αποδείξει στον εαυτό του πως η γυναίκα απέναντί του δεν ήταν διαφορετική από κάθε άλλη γυναίκα. Θα έσπαγε στο τέλος, θα έτρεμε και θα έκλαιγε παρακαλώντας για τη ζωή της. Δεν ήταν κρυφό πως οι γυναίκες, που περιστασιακά χρησιμοποιούσε για να ικανοποιήσει τις μηχανο- χημικά προγραμματιζόμενες ερωτικές ανάγκες του, κατέληγαν νεκρές από κάποιο μέλος του ιερατείου. Οι γυναίκες υπομάγιστροι έτρεμαν μπροστά του, από φόβο μην του τραβήξουν την προσοχή. Έτσι ήταν από πάντα. Η επαφή μαζί του ήταν καταδίκη σε θάνατο. Άλλωστε το μόνο που του απαγορευόταν από τη θρησκεία, που εδώ και 2.500 χιλιάδες χρόνια πλεκόταν γύρω από το πρόσωπό του, ήταν αυτό: το να συνευρεθεί με την ίδια γυναίκα για δεύτερη φορά. 

«Σαν να άρχισαν να μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους, δε νομίζεις;», της χαμογέλασε περιπαιχτικά.

Η Μύρριγελ θυμήθηκε κάτι που είχε πει ο ίδιος ο Μάγιστρος στον πατέρα της, μισό και πάνω αιώνα πριν.

«Δε χτυπάω τον ίδιο εχθρό δεύτερη φορά. Ούτε γαμάω την ίδια γυναίκα δεύτερη φορά. Τον εχθρό δε χρειάζεται, γιατί θα είναι ήδη νεκρός. Και τη γυναίκα δεν μπορώ, για τον ίδιο λόγο: θα είναι ήδη νεκρή». 

Είχε μια δόση πικρίας η διατύπωσή του, της είχε εκμυστηρευτεί ο πατέρας της.

Το μυαλό της πάλευε να επεξεργαστεί τον πιθανό κίνδυνο, αλλά το σώμα της είχε ήδη αποφασίσει ερήμην της. Οι πληροφορίες που έστελνε στους μικροεπεξεργαστές των αισθητήρων του ήταν συναφείς με την ερωτική διέγερση και όχι με τον φόβο της σεξουαλικής κακοποίησης και της καταδίκης σε θάνατο. 
Το χαμόγελο εξαφανίστηκε και μια μη προγραμματισμένη έκφραση απορίας αποτυπώθηκε στην όψη του. Η αντίδραση της Μύρριγελ ήταν ασύμβατη με τις προβλέψεις του. Πρόβλημα. Η γυναίκα τον πλησίασε με δισταγμό, αλλά με όλο και μεγαλύτερη έξαψη. Τα χείλη του ένοιωσαν τη θερμότητα από την υγρή ανάσα της και η ακοή του συνέλαβε ένα μικρό βογκητό που φυλακίστηκε στο λαρύγγι της, καθώς η φυσική του διέξοδος σφράγιζε πάνω στο δέρμα του. Πρόβλημα, πρόβλημα, πρόβλημα. Λες κι εκμεταλλευόταν εκείνη πια το δικό του σάστισμα - τι ειρωνεία!-  κόλλησε το κορμί της επάνω του και τον αγκάλιασε τρέμοντας από ειλικρινή και αυθόρμητο πόθο. Το μυαλό του ούρλιαξε μια τελευταία φορά ΠΡΟΒΛΗΜΑ! κι ύστερα έκλεισε αυτόματα για να κάνει επανεκκίνηση.

Η Μύρρι έκανε ένα βήμα πίσω και τον κοίταξε επίμονα  μέσα στα μάτια, έτσι όπως στεκόταν ακίνητος και παγωμένος απέναντί της. Τα ανεξήγητα μάτια του, με όλες τις αποχρώσεις του πράσινου και του γαλάζιου κρυμμένες μέσα σε έναν γκρίζο καμβά, οι σχεδόν  ξανθές αλήτικες μπούκλες που καβαλούσαν αχαλίνωτες τον ψηλό, γεροδεμένο λαιμό του, τα μικρά αλλά ηδονικά προτεταμένα χείλια του, οι στρογγυλεμένες γωνίες που έφτιαχναν τα τεχνητά κατασκευασμένα άθραυστα κόκκαλα κάτω από το δέρμα του. Ένοιωσε πως η εικόνα του εκείνη τη στιγμή αποτυπωνόταν στο ίδιο της το αίμα. Άγριος και ήμερος ταυτόχρονα. Άσχημος και όμορφος ταυτόχρονα. Αναίσθητος και αισθησιακός…
Ανατρίχιασε και απομακρύνθηκε λίγο περισσότερο. Το πιο έξυπνο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει ήταν να φύγει τρέχοντας και να εξαφανιστεί, με την ελπίδα να μην την αναζητήσουν ξανά τα μέλη του Ιερατείου. Ωστόσο, δεν το έκανε. Περίμενε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι ο Μεγάλος Μάγιστρος να επιστρέψει από την ανενεργή κατάσταση.

«Θα σου πω ένα μυστικό», έγειρε και του ψιθύρισε στο αυτί, προλαβαίνοντας την αντίδρασή του.

Και του είπε τη μία και μοναδική λέξη που πίστευε πως τη χώριζε από το θάνατο, το αληθινό του όνομα.
                     


                     *******************


«Γιέρεμι», φώναξε με ένα ίχνος ταραχής στη φωνή του, κι αμέσως εμφανίστηκε ένας νέος ξερακιανός άντρας με το χαρακτηριστικό κούρεμα και το γκρίζο μανδύα του ιερέα στη πόρτα - λες και τόση ώρα βρισκόταν  ακριβώς πίσω της. 

Έσκυψε με ευλάβεια το κεφάλι μπροστά του χωρίς κουβέντα.

«Βρες της κάτι να φορέσει και συνόδευσέ τη στο Μοναστήρι», ρύθμισε την ένταση  της ομιλίας του στο συνηθισμένο σκληρό και ήρεμο τόνο της.

«Και βάλε να την φυλάνε καλά, μέρα και νύχτα. Δε θέλω να τη βρει κανένα κακό».

Ο ιερέας παράβλεψε ταπεινά πως ο αφέντης του υπονοούσε με την τελευταία του πρόταση την βιαιότητα και πιθανή ανυπακοή του ιερατείου προς τις επιθυμίες Του και οδήγησε τη «φιλοξενούμενη» στα δωμάτια του Ιερού που είχε πρόσβαση μόνο ο Μέγας Μάγιστρος. 

Δεν υπήρχε καλοσύνη στη συμπεριφορά του, αλλά ούτε και κακία. Δουλειά του ήταν να μην διαταράσσεται η ισορροπία στον κόσμο. Να διαφυλάσσει το παρελθόν και το μέλλον. Του ξέφευγε το παρόν όμως, και οι άνθρωποι είχαν πάντα την τάση να ζουν στο παρόν, αποδίδοντάς του τη μέγιστη προσοχή τους. Η Μύρρι- Ιέλ αποδεικνυόταν ένα νέο δεδομένο στον κώδικά του, ένα στοιχείο που έχριζε περισσότερης επεξεργασίας. Έπρεπε να την κρατήσει δίπλα του, μέχρι να ανακαλύψει το ρόλο της στον αλγόριθμο της ιστορίας. Απρόβλεπτος παράγοντας. Ενοχλητικό. Ενοχλητικό αλλά τέλος πάντων, δεκτό.

Της Μύρρι δεν της ήταν άγνωστα τα δωμάτια του Μοναστηριού, αφού τα τελευταία χρόνια είχε χρειαστεί να επιβλέψει ως αρχιτέκτονας την αναπαλαίωση και συντήρησή τους.{... ++ Περιγραφή της Ιερής Καστρόπολης και του Μοναστηριού πάνω της. ++ ...}

Ο ιερέας της άφησε ένα πουκάμισο που είχε διαλέξει από την ιματιοθήκη κι έφυγε. Φυσικά η πόρτα πίσω του κλείδωσε, η Μύρρι τη δοκίμασε αμέσως μόλις άκουσε τα βήματα του Γιέρεμι να απομακρύνονται. Βρισκόταν σε ένα γραφείο, σαν υποτυπώδες καθιστικό. Μέχρι εκεί είχε δικαιοδοσία να τη φέρει ο Ιερέας. Το υπόλοιπο τμήμα του μοναστηριού του ήταν απαγορευμένο, όπως ήταν και για οποιονδήποτε άλλο. Φαντάστηκε τον Μέγα Μάγιστρο να κάθεται στο χρυσό σκαμπό με τα ψηλά σκαλιστά κοκάλινα πόδια, πίσω από την μαύρη πέτρινη έδρα, μελετώντας έναν αρχαίο δερμάτινο τόμο από τη βιβλιοθήκη.  Ο αιώνιος σταθμιστής του κόσμου, το ορφανό παιδί του σύμπαντος, ο πρώτος και μοναδικός του είδους του, ο θεός του γένους της.

«Αφόρητο το βάρος της μοναξιάς όταν είσαι αθάνατος», θυμήθηκε κάτι που της είχε διαβάσει πριν πολλά χρόνια ο πατέρας της, κάτι που στο μυαλό της το είχε συνδέσει από τότε με Εκείνον.

Βρήκε στο γραφείο φύλλα χαρτιού, πένα και μελανοδοχείο κι άφησε τα δάχτυλά της να σκορπίσουν το μελάνι εκεί που ζητούσε να απλωθεί. Γέμιζε το τρίτο χαρτί, όταν άκουσε βήματα και την πρώτη πόρτα της εισόδου να ανοίγει. Πετάχτηκε και έκρυψε τα σχέδιά της μέσα στο πουκάμισο, λερώνοντας το δέρμα της με το νωπό μελάνι. Τακτοποίησε με φούρια τα αντικείμενα στο γραφείο όπως ήταν πριν και κόλλησε πάνω στο  πέτρινο γραφείο αλαφιασμένη. Τα δάχτυλά της άφησαν αποτυπώματα από ιδρώτα και πρασινωπή μουντζούρα  πάνω στην μαύρη επιφάνεια του εδράνου, καθώς το έσφιγγε και με τα δύο χέρια. Η πόρτα δεν άνοιξε και τα βήματα απομακρύνθηκαν πιο βαθιά, στο εσωτερικό του μοναστηριού.

«Με ξέχασε εδώ», σκέφτηκε για μια στιγμή, μα ύστερα από λίγο ακούστηκε ένας σιγανός μηχανικός βόμβος και τα βήματα πλησίασαν πάλι, αλλά από άλλη κατεύθυνση.

Ένα κομμάτι του τοίχου άνοιξε πίσω της και πριν καταλάβει καλά καλά τι συνέβαινε ο Μάγιστρος την άρπαξε σφιχτά από το χέρι και την έσυρε βιαστικά πίσω του σε έναν σκοτεινό διάδρομο. Τα παπούτσια της γλιστρούσαν σχεδόν πάνω στο λείο γυαλιστερό πάτωμα. Όσο προχωρούσαν ο θόρυβος μεγάλωνε. Την τράβηξε μέσα σε ένα φωτισμένο κουβούκλιο στο τέλος του διαδρόμου  και μια μεταλλική πόρτα πίσω τους έκλεισε μόνη της.

«Ανελκυστήρας», σκέφτηκε η Μύρρι, αν και είχε πάνω από 20 χρόνια να μπει σε κάτι παρόμοιο.

Αυτό κι αν ήταν αρχαιολογική ανακάλυψη, ένας λειτουργικός ανελκυστήρας μέσα στην Υπογαία. Και μάλιστα μέσα στο άντρο του ιερατείου. Της ξέφυγε ένα πνιχτό γέλιο κι ο Μάγιστρος την αγριοκοίταξε. Από το χρόνο που έκαναν για να ανέβουν, η Μύρριγελ συμπέρανε πως είχανε φτάσει στην Επιφάνεια. Βγήκαν σε ένα απλοϊκό ξύλινο καλύβι, κι από μια αμπαρωμένη μισοκαμμένη πόρτα έξω στο διάστικτο μισοσκόταδο ενός καθάριου ανοιξιάτικου απόβραδου. Φυσούσε και το έδαφος ολόγυρα ήταν νοτισμένο από υγρασία.

«Και τώρα πες μου», της είπε σοβαρά, χωρίς απειλή στη φωνή.

«Να σου πω τι;»

«Ό,τι ξέρεις για μένα, πες μου».

«Όχι», δίστασε για ένα δευτερόλεπτο πριν του απαντήσει.

«Θα μου ζητήσεις κάτι σε αντάλλαγμα για να μου πεις».

«Ίσως», το σκέφτηκε για λίγο η Μύρρι.

«Θα μου ζητήσεις να ελευθερώσω τον αδερφό σου».

«… Ναι», μουρμούρισε, πιο σίγουρη τώρα.

Ο Μάγιστρος την έπιασε από τους ώμους δυνατά αλλά χωρίς βία και την έκανε να στρίψει προς τα πίσω, υψώνοντας το χέρι του δίπλα από το πρόσωπό της.

«Ο αδερφός σου είναι ελεύθερος».


Αρκετά μέτρα πιο πέρα, στην είσοδο της ανατολικής Πύλης, είδε μερικές αντρικές φιγούρες να κινούνται. Αυτή η Πύλη, όπως και οι άλλες τρεις της Υπογαίας, είχαν να ανοίξουν εδώ και 59 χρόνια, από τη λήξη του  τελευταίου Επίγειου Πολέμου. Μια ομάδα πέντε μοναχών συνόδευαν έξω έναν σκυμμένο άντρα που παραπατούσε στη μέση. Σταμάτησαν κάτω από ένα γέρικο μισόξερο δέντρο κι έλυσαν τα δεσμά του κρατούμενου, βγάζοντας από το κεφάλι του και την κουκούλα που τον κάλυπτε. Έστω κι από τόση απόσταση η Μύρριγελ αναγνώρισε τον αδερφό της. Ο Χάρα Ζερμπάλ κοίταξε για λίγο γύρω του σαν χαμένος, κι ύστερα άρχισε να τρέχει όλο και πιο γρήγορα προς τη σκούρη γραμμή στον ορίζοντα που είχε εντοπίσει προς το Νότο, η οποία σημάδευε τα τείχη της αρχαίας Υπέργειας Υπερπόλης. Η Μύρρι έκανε να γυρίσει προς το μέρος του Μάγιστρου, με μάτια δακρυσμένα από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη, μα εκείνος την κράτησε στη θέση της για λίγο ακόμα. Ο αδερφός της είχε ήδη χαθεί από το οπτικό της πεδίο και οι μοναχοί είχαν ξαναγυρίσει στην είσοδο της Πύλης, όταν ένας από αυτούς ξαφνικά χωρίστηκε από τη ομάδα κι άρχισε να τρέχει σαν τρελός προς τη κατεύθυνση που είχε πάρει ο Χάρα Ζερμπάλ. Ο πρώτος αυτόμολος ήταν πια γεγονός.

«Και τώρα πες μου», της ξανάπε με μια κάπως πικρή, κάπως θλιμμένη βεβαιότητα στη φωνή, «πες μου πώς ήξερες το όνομά μου».

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, μυθιστόρημα υπό συγγραφή, απόσπασμα
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.