ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ





Εκείνη την χειμωνιάτικη μέρα ξύπνησα με πολύ όμορφη διάθεση. Γιατί αυτή τη μέρα θα πήγαινα σ’ ένα γάμο. Και όχι σε οποιονδήποτε γάμο. Παντρευόταν η μικρή αδερφή της μητέρας μου, η θεία μου η Φαίδρα. Θα σας μεταφέρω εδώ, αγαπητοί μου φίλοι, τα έθιμα που επικρατούσαν στην εποχή μου γύρω από τον γάμο. Τα κορίτσια ήσαν έτοιμα για γάμο από την ηλικία των 12 χρονών. Μέχρι τα 16 συνήθως παντρεύονταν έναν νέο δέκα περίπου χρόνια μεγαλύτερό τους. Επειδή τότε δεν τριγυρίζαμε στους δρόμους, ούτε υπήρχαν κοινά πράγματα που να κάνουμε τα κορίτσια με τα αγόρια, δεν υπήρχε η ευκολία που υπάρχει στις μέρες σας για γνωριμίες.
Έτσι, τον γαμπρό τον επέλεγε ο πατέρας, ή αν αυτός δεν υπήρχε, ο αδερφός ή και ο κηδεμόνας του κοριτσιού. Έτσι είχε γίνει και με την θεία μου. Και πριν από λίγες μέρες η μητέρα μου με είχε ενημερώσει: «Ξέρεις, Αμφιτρίτη, τέλειωσαν τα προκαταρκτικά, και η θεια σου παντρεύεται»… Προκαταρκτικά –όπως μου εξήγησε- ήταν η εγγύηση, κάτι σαν τον σημερινό αρραβώνα, και που ήταν μια προφορική συμφωνία μεταξύ του κυρίου της κόρης και του γαμπρού. 
Ο διάλογος ήταν κάπως έτσι: «Σου δίνω αυτήν την κοπέλα για να σου γεννήσει νόμιμα παιδί». «Την παίρνω» απαντούσε ο γαμπρός. «Σου δίνω και προίκα δύο τάλαντα». «Τα δέχομαι με ευχαρίστηση» ήταν η απάντηση, και κατόπιν τούτου προχωρούσαν στο γάμο. 
Αυτή η διαδικασία γινόταν μπροστά στον οικογενειακό βωμό προκειμένου να δοθεί στο γεγονός επίσημος χαρακτήρας, και βέβαια με την παρουσία συγγενών που έπαιζαν ρόλο μαρτύρων. 
Όπως προανέφερα, ήταν χειμώνας. Οι γάμοι συνηθίζονταν τον χειμερινό μήνα Γαμηλιώνα, (τον δικό σας Ιανουάριο), μιας και αυτό τον μήνα εορταζόταν και ο γάμος του θεού Δία με την Ήρα… 
Ήρθε η ώρα λοιπόν να παρευρεθώ σε ένα τέτοιο γεγονός, και επειδή κι εγώ σε δύο-τρία χρόνια θα ήμουν έτοιμη για γάμο, η ιδέα αυτή μου προξενούσε κάποιαν αναστάτωση και περίμενα πώς και πώς την ώρα και την στιγμή για να δω τί θα ακολουθήσει. Είχε εξαφθεί η φαντασία μου και όλο και ανταλλάσαμε με τον εξάδελφο μου τον Ευθύβουλο βλέμματα με σημασία, καθώς εκείνο το απομεσήμερο κατευθυνόμαστε στο σπίτι της νύφης οικογενειακώς. 
Φορούσα τον καινούριο μου λινό χιτώνα το καμωμένο στο εργαστήρι του πατέρα, και με φροντίδα κεντημένο από την Θάλεια με ρόδακες και μαιάνδρους, αστέρια και κρινάκια, σε ωραία γαλάζια και βυσσινιά χρώματα. Στα μαλλιά μου είχα όμορφο στεφάνι με αγριολούλουδα, και ένοιωθα κι εγώ σα μια μικρή νυφούλα! 
Κάποτε φτάσαμε. Το σπίτι της νύφης ήταν όμορφα στολισμένο με λουλούδια, με φύλλα δάφνης, καθώς και με κλάδους ελιάς. Η θεία μου που κατά το έθιμο είχε από το πρωί προσφέρει τα παιδικά της παιχνίδια στην θεά Άρτεμη, ήταν στολισμένη και πιο όμορφη από ποτέ. 
Στο θέμα του γαμπρού είχε σταθεί τυχερή, αφού, μολονότι δεν τον είχε επιλέξει εκείνη, αυτός ήταν ένα όμορφο παλληκάρι. Μαζεύτηκαν οι συγγενείς και οι φίλοι, καταφτάνει και ο γαμπρός αρωματισμένος και στεφανωμένος, συνοδευόμενος από τους δικούς του. 
Τότε ο πατέρας της Φαίδρας και δικός μου παππούς, τον υποδέχεται και ακολούθως προσφέρει θυσία στην θεά Εστία δηλώνοντας με κάθε επισημότητα ότι η κόρη του δεν ανήκει πλέον στην ως τότε οικογένειά της αλλά την παραδίνει στον γαμπρό. 
Σε όλη την διάρκεια της τελετής, η νύφη έχει σκεπασμένο το πρόσωπό της με πέπλο, ώστε να μη φαίνονται τα δάκρυα της συγκίνησης και του αποχωρισμού. 
Όλα ήσαν έτοιμα πλέον για τον γαμήλιο δείπνο, που έγινε κι αυτός μέσα σε ατμόσφαιρα χαράς και αγαλλίασης. Σουρούπωνε πια και έξω από το σπίτι ακούστηκαν ήχοι από αυλούς. 
Η θεία μου βγήκε από το σπίτι και ανέβηκε σε άμαξα μαζί με τον γαμπρό. 
Μπροστά από την άμαξα βάδιζαν οι μουσικοί που έδιναν ιδιαίτερο τόνο με τους αυλούς τους. 
Πίσω ακολουθούσαμε κι εμείς οι συγγενείς, μαζί και οι φίλοι που τραγουδούσαν γαμήλια τραγούδια. Οι περαστικοί χαιρετούσαν και αυτοί την πομπή και κατά την συνήθεια που είχαν οι Αθηναίοι, πείραζαν του νεόνυμφους με πιπεράτα αστεία και στιχάκια που άρμοζαν στην περίσταση. 
Τελικά η πομπή κατέληξε στο σπίτι του γαμπρού όπου η πεθερά υποδέχτηκε τη νύφη της. 
Όταν γύρισα στο σπίτι, ξάπλωσα στην κλίνη μου, και καθώς σκέφτηκα ότι πλησίαζε και η δική μου η ώρα μια γλυκιά ανατριχίλα με διαπέρασε. 
Τότε βέβαια δεν θα μπορούσα να φανταστώ αυτά που θα ακολουθούσαν και θα ήσαν αιτία να μη φτάσω ποτέ μέχρι τον γάμο.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.