Σπύρος Φωκάς. Βιογραφικό... (Προς το τέλος)




    Επιτέλους μετακομίσαμε... Αδειάσαμε το σπίτι της στρίγκλας. Τα σκυλιά μας ο Νάσος και ο Μπόμπος, τριγυρίζουν στα δωμάτια ξετρελαμένα μυρίζοντας τα πάντα.. Πόσο μοιάζουν με μας! Συνηθίζουμε να ριζώνουμε στο μέρος που μένουμε. Κάθε αλλαγή μας αναστατώνει.. Η Λίλιαν ανοίγει τα κουτιά... Σε λίγο θα βγουν και οι φωτογραφίες μιας ολόκληρης ζωής και θα κρεμαστούν στους τοίχους. Θα μπει στη θέση του κι αυτός ο μεγάλος ξύλινος Άγιος Φραγκίσκος μου που είχε γίνει δικός μου μετά από τόσα παζάρια σε κείνο το παλιατζίδικο της Σιένα... Και μετά θα μπει στη γωνιά της και κείνη η ξύλινη ρουλέτα από το παλιό καζίνο της Αλεξάνδρειας που μου έχει μείνει ενθύμιο από τον Νάσο, ίσως για να μου θυμίζει ότι η ίδια η ζωή είναι μια ρουλέτα.

    Πάνω στο τραπέζι είναι τα λόγια από το έργο που θα παίξω λίγο μετά από τα γενέθλιά μου των ογδόντα χρόνων, στα Αισχύλεια, στην Ελευσίνα. Παίρνει στα χέρια του τα χαρτιά ο Δημήτρης και απαγγέλει τα λόγια μου από τον ρόλο μου στην "Συναναστροφή” της Αναγνωστάκη... Με γυρίζει κοντά 50 χρόνια πίσω, όταν μου διάβαζε το “Λούκι”. Το σενάριο που είχε γράψει τότε που γνωριστήκαμε στον Στρατό και που δεν έγινε ποτέ κινηματογραφικό έργο, όπως το είχαμε υπολογίσει... Κατάφερε όμως και το έχωσε στο νέο του βιβλίο “Σκόρπια και Άταχτα”... Πάλι καλά. Αφήνει το εκτυπωμένο στον εκτυπωτή σενάριο της “Συναναστροφής” στο τραπεζάκι. Πόσο άλλαξαν τα χρόνια! Παλιά θα μιλούσαμε για δακτυλογραφημένο. Τίποτα δεν είναι όπως τα ξέραμε. Όπως και το τηλέφωνο που κουνιέται σαν τρελό και μουγκρίζει, καθώς η Λίλιαν το έχει ξεχάσει στο αθόρυβο από την χτεσινή πρόβα... Το παίρνω στο χέρι μου “ποιος;” Μια χαρούμενη φωνή ακούγεται... “Γεια σου μπαμπά!” Είναι η κόρη μου η Κωνσταντίνα από το Λος Άντζελες... Πόσο μου λείπει η φυσική της παρουσία...

     Ύστερα τον Δημήτρη τον πιάνει πάλι το δημοσιογραφικό του. Αρχίζει τις ερωτήσεις: “Τίποτα άλλο Σπύρο; Κάτι ακόμα από την παιδική σου ηλικία; Από τη μανούλα σου; Από τον πατέρα σου;” Και μετά: “Κάτι ακόμα για την ζωή σου στη Ρώμη; Για τον “Ρόκο”; Για τον Ντε Σίκα; Για τον Ρονκόνι;” Τίποτα άλλο Δημήτρη. Ο Δημήτρης μαζεύει το λαπ τοπ του, μαζεύει τις σημειώσεις του, χαϊδεύει τον Νάσο και τον Μπόμπο που έχουν ήδη γίνει φιλαράκια του, χαιρετάει και φεύγει.. ‘’Την άλλη Τρίτη πάλι”... Θα έρθει την άλλη Τρίτη και θα μου πει με αυτό το παιδιάστικο του ενθουσιασμό: «Κοίτα...κοίτα, πως το απέδωσα αυτό!»...

 Δημήτρης Μπούκουρας
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.