Ο θάνατος του θεού, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα. Ακατάλληλο για ανηλίκους


  ***************************************
 Ο Χάρα Ζερμπάλ έσκυψε και γονάτισε απέναντι στον αιμόφυρτο, ανήμπορο πια Μεγάλο Μάγιστρο. Τον κοίταξε έτσι γκρεμισμένο στη γη, σακατεμένο και βασανισμένο  φρικτά, πέρα από τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, με τα τσακισμένα, σε κάποιες μεριές ξεγυμνωμένα του κόκκαλα να κρέμονται, ηττημένα  από την ίδια τους τη  βαρύτητα. Αν είχε κάποτε  μίσος γι αυτόν, δεν το ένοιωθε πια. Το είχε σβήσει μια τεράστια θλίψη. Θλίψη για ένα πλάσμα μοναδικό στον κόσμο, που θα χανόταν άδικα. Και θαυμασμός για εκείνο το ίδιο,  αθάνατο πλάσμα, που θυσίαζε τη χιλιάδων ετών ζωή του στο βωμό της προσωπικής του δικαιοσύνης. Το μαχαίρι στο χέρι του δεν ήθελε λες να τελειώσει το έργο που είχε αρχίσει.  Ο Γαλαξίας ύψωσε το παραμορφωμένο από τα χτυπήματα κεφάλι του με αγωνιώδη κόπο και κοίταξε τον λυτρωτή κι εκτελεστή του στα μάτια, μόνο για μια στιγμή, μόνο για να του κάνει ένα παροτρυντικό νεύμα να συνεχίσει.

«Δε σ’ αφήνω στο σκοτάδι, σε φέρνω στο φως.
Δε σε χαρίζω στο θάνατο, σε δίνω στη ζωή».

«…Σε κατεβάζω από θεό και σε βαφτίζω άνθρωπο», μουρμούρισε τελετουργικά δίπλα στο αυτί του και του έδωσε το θανατηφόρο αγκάλιασμα.

Το μαχαίρι τρύπησε απρόθυμα τη σάρκα ανάμεσα από τα πλαϊνά πλευρά του και η κόψη του καρφώθηκε στο κέντρο της καρδιάς του. Ο Χάρα Ζερμπάλ κράτησε το κορμί στην αγκαλιά του ώσπου το κεφάλι με τα κολλημένα από το πηγμένο αίμα μαλλιά και γένια έγειρε στον ώμο του και παραδόθηκε ολότελα στην αναισθησία.

Ο Ιανός και ο Μπελ Τα τύλιξαν σε μια κουβέρτα το κουφάρι  και το απομάκρυναν από το πλήθος που παρακολουθούσε- χωρίς ζητωκραυγές πια-  το φόνο του θεού. Βαρύς από έναν αόρατο θανατερό ίσκιο, ο αρχηγός της Αντίστασης ζόρισε τα βήματά του ένα προς ένα ως τη σκηνή του Μεγάλου Μάγιστρου, όπου τον περίμενε η αδερφή του.

Η Μύρρι τρεμούλιασε στη θέα του, έτσι όπως ήταν λουσμένος στο αίμα. Στο ημίφως της σκηνής, έλαμπε σαν να ήταν βαμμένος με υγρό κόκκινο χρυσάφι. Το χρυσό αίμα του Γαλαξία. Δεν έκλαψε, στην πραγματικότητα δεν έβγαλε άχνα, μόνο κοίταζε πίσω του το άνοιγμα του πρόχειρου καταλύματος κι έτρεμε. Ο Χάρα Ζερμπάλ γονάτισε μπροστά της με αιμάτινα δάκρυα να του αυλακώνουν το πρόσωπο και την παρακάλεσε για συγχώρεση, αν και το ήξερε πως κανείς και τίποτα δεν υπήρχε που να μπορεί να τον συγχωρέσει πια. Ακούμπησε το ένα της χέρι στον ώμο  του χωρίς να τον κοιτάξει και ψέλλισε κάποια ακατανόητα λόγια. Το μόνο που μπόρεσε να καταλάβει ο Χάρα Ζερμπάλ ήταν «οι θυσίες δεν τελείωσαν  ακόμα». Όταν τελικά έσκυψε και τον κοίταξε ήταν σαν να μην τον είχε ξαναδεί ποτέ και η φωνή της ακούστηκε τρομακτικά ήρεμη.

«Φέρτε τον σε εμένα», του είπε, κι έκανε το σβέρκο του να ανατριχιάσει.

Της τον φέρανε τυλιγμένο στην κουβέρτα, ένα ρημαγμένο κουφάρι που καθόλου δε θύμιζε τον άλλοτε περήφανο και παντοδύναμο
άρχοντα των Υπομάγιστρων.  Ο Ιανός με τον Μπελ Τα απόθεσαν το κορμί του πάνω στο γυμνό πέτρινο κρεβάτι κι έφυγαν αλαφιασμένοι,
σαν να φοβούνταν την οργή της Μύρρι- Ιέλ. Εκείνη πλησίασε αργά και φτάνοντας από πάνω του κοκάλωσε.

Το θέαμα που αντίκριζε ήταν ισοπεδωτικό, πιο πέρα κι απ’ την όποια φρίκη μπορούσε να φανταστεί.
Ο Γαλαξίας ήταν εντελώς  βουτηγμένος στο αίμα, το δικό του απαστράπτον αίμα, σαν γδαρμένο σφάγιο,
τα ρούχα σχισμένα κουρέλια πάνω στα μέλη του, οι σάρκες σχισμένα κουρέλια πάνω στα κόκαλά του.
Το δεξί του χέρι κόντευε να αποκοπεί απ’ το κορμί του από το ύψος του αγκώνα, που είχε στρέψει ανατριχιαστικά
σε μια λάθος γωνία κι άφηνε το λευκό κόκαλο να φαίνεται έξω από το συνθλιμμένο του κρέας.
Μια εγκάρσια τομή  είχε αλλάξει αφύσικα το σχήμα στην κοιλιά του, καθώς εσωτερικά όργανα
που έμοιαζαν τελείως ανθρώπινα πάλευαν να ξεχυθούν από το στενό άνοιγμα.
Το πρόσωπό του ήταν ολάκερο  παραμορφωμένο από χτυπήματα, πρησμένο και μελανιασμένο σε κάθε του πιθαμή,
τελείως μαύρο από το μαζεμένο νεκρό αίμα κάτω από το δέρμα του, με τους σάκους κάτω από τα μάτια του
σκισμένους και πηγμένους στο αίμα, τα χείλη του σκασμένα από βαθιές πληγές, τη ράχη της μύτης του σπασμένη και στρεβλή.
Μαλλιά και γένια όλα κοκκινόμαυρα, λίγες μονάχα τούφες απομένανε ξανθιές, εδώ κι εκεί, σαν βλαστάρια ανάμνησης
από την πρότερη μορφή του. Το δεξί πλάι του κεφαλιού του αλλοιωμένο από κάποιο χτύπημα αφόρητο,
σαν να το τσάκισαν στην πέτρα, με κομματάκια δέρματος να κρέμονται πάνω στο ραγισμένο του κρανίο.
Και στα πλευρά του ακόμα καρφωμένο το μαχαίρι. Το μαχαίρι του Χάρα Ζερμπάλ.

Η Μύρρι γονάτισε στο πλάι και τράβηξε τη λαβή σταθερά, ώσπου να βγει ολόκληρη η ματωμένη λάμα από μέσα του.
Σαν έμβολο που αντιστέκεται στην αρχή μόνο για να υποχωρήσει απότομα μετά, το μαχαίρι  γλίστρησε τελικά
έξω από το εθελούσια φιλόξενο σώμα, αφήνοντας πίσω του μια μικρή ροή φρέσκου ιριδίζοντος  αίματος.
Ένας ανεπαίσθητος σπασμός τίναξε το παγωμένο κορμί.

Και τότε η Μύρρι κατάλαβε, μόλις τότε, πως έστω κι έτσι όπως ήταν, ο Γαλαξίας ήταν ακόμα ζωντανός,
ζωντανός με τον δικό του παράδοξο τρόπο. Δεν είχαν τέλος οι θυσίες, δεν είχε τέλος το μαρτύριο.
Δεν θα λυτρώνονταν στο θάνατο, αλίμονο. Σαν να ένοιωσε το μαχαίρι να τρυπάει και τη δική της καρδιά,
όπως είχε τρυπήσει τη δική του. Κι εκείνη τη στιγμή ξεκαθάρισαν το λόγια του στο νου της,
αυτά που είχε πει για τη δική της τη θυσία. Τι έπρεπε να θυσιάσει; Τι; Την ίδια την ψυχή της.
Γιατί υπήρχε μία λέξη που ο Γαλαξίας περίμενε να ακούσει από τα χείλη της, από τα δικά της χείλη
και κανενός άλλου στον κόσμο, τη λέξη που θα έβαζε τέλος στις αβάσταχτες οδύνες του.
Η Μύρρι, υπάκουη σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, πλησίασε στο αυτί και του ψιθύρισε
την εξωτερική φωνητική εντολή απενεργοποίησης.

«Τετέλεσται».

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, απόσπασμα

στη εικόνα η αποκαθήλωση, Pieta, Michelangelo
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.