Αναμνήσεις της Καθαρής Δευτέρας και άλλα ευτράπελα...



     Τα γλέντια της τελευταίας Κυριακής της αποκριάς, συνεχίζονταν. Η παράδοση, παράδοση… Τώρα όμως που ο Αντώνης έμενε σε εξοχή, το γλέντι επεκτάθηκε… Όλοι μετά το ολονύχτιο τραπέζι των Λαμπαδαράκηδων, ερχόντουσαν στον σπίτι μας για τα «κούλουμα»… Ο Λαμπαδαράκης, πάντα μερακλής, σήκωνε την ψαραγορά της Βαρβακείου, φέρνοντας κάτι πρωτόγνωρα σε μένα εδέσματα: Κυδώνια, Καλόγνωμες, Μύδια, Γαρίδες, σωλήνες. (Τότε επιτρέπονταν)…

        Την καθαρή Δευτέρα η Αλεξάνδρα κουβαλούσε μαζί της την μάνα της, την αδερφή της Νίκη, και τον αδερφό της Βαγγέλη. Και λέω κουβαλούσε, γιατί-όπως γκρίνιαζε και η Ιουλία-το σπίτι ήταν μικρό. Και καλά να είχε γλυκό καιρό γεγονός που θα βοηθούσε σε υπαίθριο τραπέζι. Αν όμως-πράγμα σύνηθες για τέτοια εποχή-έκανε κρύο:  «Έλα, ρε Ιουλία, την καθησύχαζε ο Αντώνης. Μεταξύ μας είμαστε, θα χωρέσουμε»… Πάντως, εμείς τα παιδιά είχαμε εκείνη την μέρα την τιμητική μας, καθώς το πέταγμα του αητού ήταν η κύρια απασχόληση της ημέρας. Να πάμε πρωί-πρωί να αγοράσουμε το αητάκι, άλλος με το τριφύλλι, άλλος με τον δικέφαλο, άλλος με το σήμα του Ολυμπιακού, να κάνουμε τα ζύγια, να ψαλιδίσουμε εφημερίδες για να κάνουμε ουρές…

         Η γιαγιά του Θοδωράκη, του εξαδέρφου μου, ήταν μαμή. Δεν έμαθα ποτέ το όνομά της. Όλοι την ξέρανε: «Η Μαμή». Αυτή με είχε ξεγεννήσει, στο σπίτι που έμενε η μάνα μου. Ήταν υπέρ το δέον αθυρόστομη: « Είχες ένα τσουτσουνάκι τόσο δα, ρε μπαγασάκο», μου έλεγε. Και ύστερα, στο τραπέζι, προχωρούσε σε πιο χοντρά. Έκανε, ας πούμε, η Ιουλία ένα ρολό κιμά στο φούρνο, και η Μαμή σχολίαζε: «Μωρή Ιουλία; Τι είν αυτή η πούτσα;»… Ή, πάλι, βλέποντας τα ανοιχτά μύδια, έλεγε: «Μωρέ, ίδια μουνιά είναι αυτά!», μη παραλείποντας να κάνει και τον γνωστό παραλληλισμό του χταποδιού με το «άλλο», που «όσο το χτυπάς απλώνει»… Και όταν οι άλλοι της έκαναν παρατήρηση δείχνοντας με τρόπο εμάς τα ανήλικα, έλεγε: «Μμμμ… Σιγά τα μπρόκολα καλέ… Ας τα μάθουν σωστά όταν θα πάνε στο σχολείο. Περιδιαγραμμάτου: Πέος ο κιμάς, αιδοίο το μύδι… Χαχαχαχα»… Η Νίκη, η κόρη της που ήταν υπαρξίστρια, καθώς έμενε στην ίδια γειτονιά με τον περιώνυμο Σίμο, στην πλατεία Κουμουνδούρου, έλεγε κι αυτή κάτι περίεργα: «Τι θέλει ο άνθρωπος για να τη βγάλει; Ένα τσιγαριλίκι κι ένα μπακλαβά!…» Ο Βαγγέλης, ο γιός της, έκανε ένα νούμερο πάντα το ίδιο. Έχω παρατηρήσει ότι ορισμένοι άνθρωποι κάνουν ή λένε τα ίδια αστεία, πάντα στους ίδιους ανθρώπους. Καμιά φορά συλλαμβάνω κι εγώ τον εαυτό μου να το κάνει. Φταίνε όμως και οι άλλοι, που ζητούν από τον ίδιο άνθρωπο την ίδια χιλιοειπωμένη ιστορία, εκείνη που ήδη έχουν χιλιοακούσει… Έτσι λοιπόν, κι εκείνη την Καθαρή Δευτέρα, και αφού η ρετσίνα είχε ρεύσει άφθονη, αρχίζουν τα χάχανα και οι παρακλήσεις: «Έλα ρε Βαγγέλη!... Κάνε μας το βιολί… Έλα ρε Βαγγέλη!..». Ο Βαγγέλης, που στην αρχή τάχα μου αρνιόταν, στο τέλος «ενδίδει»… Κατεβαίνει στο υπόγειο για να ετοιμάσει το νούμερο, και ύστερα από λίγο εμφανίζεται σαν βιολιστής. Ανεβαίνει σ’ ένα σκαμνί και αρχίζει να κουνάει πέρα-δώθε ένα ραβδάκι,(το δοξάρι), πάνω σε ένα τεντωμένο ξύλο που είχε περάσει μέσα από το μανίκι του σακακιού του. Κάποια στιγμή, το ελεύθερο χέρι του, κατεβαίνει μέσα από το πουκάμισο, μέχρι το υπογάστριό του. Συνεχίζει να παίζει το βιολί του, ώσπου…… Ο Θοδωράκης με σκουντάει με τον αγγόνα του: « Τώρα θα βγάλει έξω το πουλί του», μου λέει πονηρά… Και πράγματι, ενώ συνέχιζε ο Βαγγέλης το βιολί, κάνει μια έτσι και αρχίζει να βγάζει το δείκτη του χεριού του απο μπροστά χαμηλά, αφού ήδη τα κουμπιά του τα είχε από πρίν ξεκούμπωτα. Επαναλαμβάνει δυό-τρείς φορές την κίνηση, και στο τέλος υποκλίνεται στο κοινό του κρατώντας τώρα το δοξάρι με το δάχτυλο που έβγαινε από το κάτω μέρος… Η ομήγυρη ξεσπάει σε χειροκροτήματα : «Μπράβο ρε Βαγγέλη… Να σαι καλά!»... Και η Μαμή, ακάθεκτη, κλείνει την παράσταση κουνώντας το κεφάλι της αποφθεγματικά: «Να ήταν η ψωλή βιολί, θα ήσαν όλοι βιρτουόζοι»… (!!!!!!!!!!)…… Τα θαυμαστικά είναι δικά μου. Προστίθενται τώρα που καταλαβαίνω τι εννοούσε, μιάς και τότε δεν κατάλαβα τίποτα…. 

      Κατάλαβα όμως ένα χρόνο αργότερα… Ο Θοδωράκης, ήταν δυό χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Ασφαλώς πιο πονηρεμένος. Το Καλοκαίρι ήρθε η θειά μου η Πόπη από την Συρία. Ένα απόγευμα ήρθε και στην Ιουλία με μια παλιά φίλη της από το μπαλέτο του «Ακροπόλ», επίσης παντρεμένη με Σύρο. Ήταν μια γυναικάρα άλλο πράμα. Κάτι σαν τη Σπεράντσα Βρανά… Τότε δεν θα μπορούσα να μιλάω γι αυτήν έτσι, αλλά ούτε και να κάνω την σύγκριση, μιάς και δεν θα το καταλάβαινα. Το λέω τώρα που την φέρνω στο νου μου. Ο Θοδωράκης όμως την έβλεπε με διαφορετικό μάτι, μάτι που χωνόταν επίμονα στο πράγματι πλούσιο ντεκολτέ της κυρίας Άννας. Έτσι έλεγαν την φίλη της θείας μου. Ύστερα από λίγο φύγαμε για να πάμε να παίξουμε στο ρέμα. Όταν φτάσαμε και κατεβήκαμε κάτω, μου λέει ο Θόδωρος: «Τι γυναικάρα είναι αυτή ρε Δημήτρη; Είδες τι βυζιά έχει; Κάτσε τώρα να δεις κάτι»… Και μου έδειξε… Και εγώ, έμαθα τότε, σε ηλικία 12 χρονών, ότι αυτό που έχουν τα αγόρια εκεί κάτω, και που είναι διαφορετικό από αυτό που έχουν τα κορίτσια, δεν το έχουν μόνο για να κάνουν τσίσα…
Δημήτρης Μπούκουρας
(Από τους "Διάττοντες")
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.