Από την βιογραφία του Σπύρου Φωκά


  
   
    .......................Ύστερα απο αυτήν την παρένθεση συνεχίζω. Ως που να δω τι θα γίνει, ξαναπηγαίνω στο γραφείο του πατέρα μου, με το μυαλό μου βέβαια στην πραγματική μου δουλειά. Δεν με πλησιάζουν εύκολα οι εταιρίες και κάποιος γνωστός μου το πετάει: “Ξέρεις ρε Σπύρο, σε φοβούνται”. Δεν κατάλαβα αμέσως. Πού να φανταστώ το γιατί. “Γιατί με φοβούνται;” “Γιατί είσαι πια διάσημος... Δεν είναι λίγο πράμα να έχεις κάνει τον Θάνατο ενός φίλου και τον Ρόκο και τα αδέρφια του... Γι αυτό δεν σε πλησιάζουν. Φοβούνται ότι θα τους ζητήσεις τη μάνα τους και τον πατέρα τους”. Αυτό είχε κάποια λογική. Εγώ όμως ήμουν έτοιμος να κάνω υποχωρήσεις. Άλλο Ιταλία και άλλο Ελλάδα. Θα έπρεπε να προσαρμοστώ στα εδώ δεδομένα. 

       Παρουσιάζεται λοιπόν μια πρόταση για μία ταινία χαμηλού κόστους και, βέβαια μικρής αμοιβής. Δέχτηκα αμέσως. Η ταινία αυτή είχε τον τίτλο “Η ζωή ενός ανθρώπου”. Μελό του κερατά. Μόλις συγκεντρωθήκαμε και είδα το καστ αντιλήφθηκα ότι υπήρχαν και άλλοι γνωστοί ηθοποιοί που ήσαν διατεθειμένοι να παίξουν οτιδήποτε προκειμένου να βγάλουν το ψωμάκι τους, αλλά και να ικανοποιήσουν το ψώνιο τους. Γιατί πρέπει να το παραδεχτούμε. Αυτή η δουλειά είναι μεγάλο μεράκι, αν όχι ψώνιο. Ο ηθοποιός που δεν παίζει μαραζώνει. Θα έπαιζα μαζί με την Αφροδίτη Γρηγοριάδου, τον Λυκούργο Καλλέργη, τον Γιάννη Αργύρη, ( μην ξεχνάμε τον “Δράκο”) την Μιράντα Μυράτ, τον Περικλή Χριστοφορίδη... 

        Κοιτάξτε τώρα την υπόθεση για να καταλάβετε : Ο Χρήστος Σγουρός είναι ένας νέος άντρας που δεν γνώρισε γονείς. Μεγάλωσε στους δρόμους και τώρα δουλεύει σαν αχθοφόρος στη λαχαναγορά. Τις ώρες της σχόλης του τις περνάει παίζοντας μπουζούκι, αλλά αυτό ενοχλεί τον γείτονά του, ο οποίος τον καταγγέλλει στην αστυνομία. Ο διοικητής του τμήματος, βέβαια, εξηγεί πως ο Σγουρός δεν διέπραξε κανένα αδίκημα και συνεπώς δεν μπορεί να ασκηθεί κανενός είδους δίωξη εναντίον του. Εκτιμώντας ο ίδιος ότι πρόκειται για έναν καλό χαρακτήρα, τον βοηθάει να μπει στη λαϊκή ορχήστρα ενός διακεκριμένου μουσικού. Στο μεταξύ, η κόρη του υποχονδριου γείτονα, η Άννα, γνωρίζει τον Χρήστο και τον ερωτεύεται παράφορα, εκείνος όμως έχοντας επίγνωση της κοινωνικής διαφοράς, δεν στέργει να ανταποκριθεί. Η επιτυχία του στο μουσικό στερέωμα τού δίνει άλλα φτερά. Μέχρι ο παράξενος τον αποδέχεται. Όμως, λίγο πριν το γάμο του με την Άννα κι ενώ βρίσκεται στο... Ντιτρόιτ, λόγω επαγγελματικής περιοδείας του στην Αμερική, τυφλώνεται σε ένα σιδηροδρομικό ατύχημα. Αποφασισμένος να παραιτηθεί απ’ τα πάντα, κλείνεται σε μια απομονωμένη βίλα, αλλά η Άννα, με την επιμονή της και με τη συνδρομή του αστυνόμου και του ατζέντη του, τον ενθαρρύνει να υποβληθεί σε μια δύσκολη εγχείρηση. Έτσι θα ξαναβρεί το φως του. (!) Καταλάβατε; Όλες οι απιθανότητες μαζεμένες. Το φτωχόπαιδο, ο καλός Αστυνόμος, το ατύχημα, η τύφλωση, η βίλα στο Ψυχικό, όλα τουρλού τουρλού ομού και ανακατωμένα! Αυτά άρεσαν τότε στο κοινό. Ήταν σαν να λέμε πρόδρομοι των κοινωνικών σήριαλ με τα οποία θα τάιζε-και θα αποβλάκωνε- αργότερα τον κόσμο η τηλεόραση.

       Για τις ανάγκες της ταινίας θα έπρεπε βέβαια να τραγουδήσω και μου είπαν οτι θα ντουμπλάριζαν την φωνή μου. “Και ποιος ρε παιδιά θα τραγουδήσει πίσω μου; Κάνας Καζαντζίδης; Κάνας Μπιθικώτσης;” ”Μα τι λέτε τώρα κύριε Φωκά; Εμείς είμαστε μια φθηνή παραγωγή. Πού να βρούμε λεφτά να πληρώσουμε αυτά τα θηρία; Θα βρούμε κανέναν άγνωστο τραγουδιστή να κάνουμε την δουλειά μας” Τότε μ’ έπιασε το αλλιώτικο. “Εγώ να τραγουδήσω ρε παιδιά, να γλυτώσετε και τα λεφτά. Δύο σε ένα που λένε” Έμειναν κόκαλο. “Τραγουδάς;” “Βεβαίως τραγουδάω... Όχι βέβαια σαν τον Καζαντζίδη, Αλλά θα τα καταφέρω”. Η ιδέα τους άρεσε, αφού μάλιστα θα εξοικονομούσαν καμιά δραχμή και με στέλνουν κατ’ ευθείαν στον Μητσάκη που ήδη είχε κλείσει μαζί τους με την ορχήστρα του. Πάω στον συχωρεμένο τον Μητσάκη στο κέντρο που τραγουδούσε στη Γλυφάδα και αυτός παίζοντας το κομπολόι του με κόβει καλά καλά: “Τραγουδάς ;” με ρωτάει. “Ε.. εν πάση περιπτώσει, στις εκδρομές τραγουδάω”. “Κοίτα, μου λέει με κείνη την συρτή μάγκικη φωνή του, έχω γράψει ένα τραγούδι”... Και αρχίζει σιγά σιγά: “Τα ψηλά τα παραθύρια/ Εγω δεν τα ζήλεψααα/ μοναχά σε μιάν αγάπη/ στην ζωή μου πίστεψααααα”... Το ακούω και του λέω “ Πάμε”.. “Τι πάμε ρε ομορφόπαιδο; Εδώ με τους φτασμένους πρέπει να το πάρουμε καμιά δεκαριά φορές για να το μάθουν και να βγει κάτι καλό” “Γιατί; Χάνεις τίποτα να με ακούσεις;” “Εντάξει μου λέει. Για πάρτο...” Το ταγουδάω και ανοίγει νααα, ένα στόμα. “Για κάτσε ρε παιδί μου... Εσύ σίγουρα έχεις πάει σε σχολές και τέτοια...”Οχι κύριε Μητσάκη, του λέω, αλλά απλώς η μάνα μου όσο άσχημα τραγουδούσε ο πατέρας μου τόσο ωραία τραγουδούσε εκείνη. Μας έβαζε λοιπόν εμένα και τον αδερφό μου απέναντι και ξεκινούσαμε : στην βρύση τη βουνίσια... Κρατούσε και μια βίτσα στο χέρι και μόλις κάναμε ένα φάλτσο βάραγε”. 

      Τέλος πάντων, γυρίστηκε η ταινία, τραγούδησα εγώ, πήρα και καλές κριτικές γιατί δεν το περιμένανε. Τότε ακόμα δεν είχε γίνει μόδα να τραγουδάνε οι ηθοποιοί. Αυτό το τραγούδι που έκανα για τις ανάγκες αυτής της ταινίας μου θύμισε την άλλη ιστορία: Το τσάμικο που έπρεπε να χορέψω σαν γαμπρός στην πρώτη μου ταινία, στο “Ματωμένο ηλιοβασίλεμα”. Εγώ τσάμικο δεν ήξερα, ο Λαμπρινός βιαζόταν να τελειώσει, “ Άντε τώρα να μάθουμε τσάμικο στον πιτσιρίκο” και μετέτρεψε λίγο την υπόθεση. Θα έφευγα από τον γάμο αφήνοντας στα κρύα του λουτρού την νύφη Κάκια Αναλυτή και τους συγγενείς της, λίγο πριν αρχίσουν οι χοροί. Για την ιστορία να πω, ότι έφυγα για να πάω να βρω την αγαπημένη μου Έφη Οικονόμου, που την σκοτώνουν για εκδίκηση, καθώς κι εμένα που τους είχα ατιμάσει κατ’ αυτόν τον τρόπο.

(Τρίτο και τελευταίο απόσπασμα)
Δημήτρης Μπούκουρας
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.