Ανάληψη εκ νέου, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα


 Σταμάτησε μόνο όταν κατάλαβε πως δεν είχε πια αντοχή να συνεχίσει, ούτε αυτή ούτε το ζωντανό, όχι πριν βρουν νερό να πιούνε και κάτι να φάνε. Σταμάτησε γιατί φοβήθηκε πως θα πεθάνει κι εκείνος θα μείνει μόνος του πάνω στο κάρο. Άνοιξε λίγο το σεντόνι από το κεφάλι του και της ήρθε αναγούλα. Το κορμί του έμοιαζε  να σαπίζει, τα κρέατά του να λιώνουν. Πάντως δεν μύριζε, αυτό ήταν αξιοπερίεργο.  Ακόμα και τώρα, δεν μπορούσε να είναι σίγουρη αν ήταν τελειωτικά νεκρός ή αν υπήρχε τρόπος να διασωθεί, αν όχι το άρρωστο σώμα, έστω η υγιής μνήμη του. Ο δρ Σέμυεν, ο πατέρας της θα μπορούσε να σώσει τις αναμνήσεις του. Μα πώς να τον ειδοποιούσε; Κι έπειτα, θα ήταν τάχα πρόθυμος να κάνει κάτι τέτοιο; Στην Επιφάνεια δεν ήξερε να υπάρχει τεχνολογία κατάλληλη για αυτή δουλειά. Ή μήπως υπήρχε; Μήπως αυτό ήταν που είχε ανακαλύψει πριν τόσο καιρό, εκείνο το ακατανόητο για τους άλλους δωμάτιο με τα μηχανήματα- η Μύρρι ήξερε πως τα έλεγαν Ηλεκτρονικούς Εγκεφάλους - και που είχε γίνει η αφορμή να ξεκινήσουν όλα; … ++
Ταξίδεψαν εννέα ημέρες, με λίγες στάσεις να φάει και να κοιμηθεί η Μύρρι και να ξεκουράσει το ζώο, μέχρι να φτάσουν στην Νότια Πύλη. Θα μπορούσε να φτάσει δύο ημέρες νωρίτερα στη Ανατολική Πύλη, αλλά ήξερε πως εκεί δε θα βρισκόταν κανείς για να της ανοίξει. Και ο ανελκυστήρας ήταν απροσπέλαστος - τουλάχιστο έτσι πίστευε. Οι ελάχιστοι εξαθλιωμένοι υπομάγιστροι που είχαν απομείνει αναγκαστικά στην Υπογαία- γέροι και άρρωστοι κυρίως, στη νότια, πιο υποβαθμισμένη μοίρα της πόλης, καλωσόρισαν την ταλαίπωρη ταξιδιώτισσα με ελπίδα, περιμένοντας να ακούσουν νέα για την έκβαση του πολέμου και για τα κατορθώματα του Μεγάλου Μάγιστρου. Προσπάθησε να τους κρύψει την αλήθεια, λέγοντας προς απογοήτευσή τους ελάχιστα μισόλογα. Κάποιοι όμως υποπτεύθηκαν τι είχε συμβεί, όταν την είδαν να οδηγεί το κάρο με το σαβανωμένο κορμί στην Ιερή Πόλη και ίσια μέσα στο Άβατο του Μοναστηριού.

«Ο θεός πέθανε». Παγωμένοι ψίθυροι άρχισαν να διαδίδονται στους έρημους δρόμους.

«Ο Μεγάλος Μάγιστρος είναι νεκρός».
             
                               **********************

«Ανάληψη εκ νέου», ψιθύρισε με σφιγμένα από την αγωνία δόντια η Μύρριγελ, με απεγνωσμένη προσδοκία και τρόμο ταυτόχρονα.
Το σώμα του Γαλαξία δεν έδειξε να ενεργοποιείται από την εντολή.
Η Μύρρι το επανέλαβε, αρκετές φορές, μέχρι να το πάρει απόφαση πως δε θα δούλευε. Η αγαπημένη της ιέρεια, η Μόλκη, ήταν νεκρή, όση σοφία είχε την είχε πάρει μαζί της, κι εκείνη τώρα ήτανε τελείως μόνη, με την τελευταία της ελπίδα να απομακρύνεται όλο και περισσότερο. Δεν είχε χύσει ούτε ένα δάκρυ σαράντα μέρες. Είχε σταθεί σκληρή και δυνατή, ίσως με την κρυφή ελπίδα πως ακόμα δεν είχαν τελειώσει όλα. Μα τώρα είχε έρθει το τέλος πια, όφειλε να το παραδεχτεί. Το τέλος το δικό Του και το δικό της. Γιατί το ήξερε πως θα πέθαινε δίπλα του, τι ζωή θα μπορούσε να κάνει μετά από όσα είχε ζήσει εξαιτίας του;

Οι σκέψεις της σκόρπισαν άτακτα από ένα εκκωφαντικό,  ηλεκτρονικό σύριγμα και ο καρπός του δεξιού της χεριού ράγισε από απάνθρωπη πίεση. Ο Γαλαξίας ούρλιαζε από πόνο, προσπαθώντας να πάρει την πρώτη του ανάσα και της έσπαγε με τη μέγγενη του χεριού του το περικάρπιο.

Η Μύρρι έγινε μάρτυρας μιας δραματικής αναγέννησης. Όλες οι φλέβες του κορμιού του φούσκωσαν μονομιάς με αίμα, λαμπυρίζοντας σχεδόν μέσα στο ημίφως. Σπασμοί και ρίγη τον συντάραξαν και νεκρό, περιττό αίμα άρχισε να τρέχει σαν πηκτό πετρέλαιο από κάθε άνοιγμα που έβρισκε στο σώμα του. Πονούσε, πονούσε αβάστακτα. Φαινόταν στις συσπάσεις του προσώπου του και τα σφιχτά κλεισμένα του μάτια που δάκρυζαν αίμα. Της άφησε το χέρι λίγο πριν το σπάσει και καταλάγιασε σε μικρούς, ανθρώπινους λυγμούς. Έκλαψε σαν μωρό την ώρα που γεννιέται. Άνοιξε τελικά τα μάτια του σε μια εναγώνια προσπάθεια να εντοπίσει κάτι γνώριμο για να κρατηθεί στη λογική. Με αβέβαιη σιγανή φωνή και δόντια που χτυπούσαν μεταξύ τους από το τρέμουλο ψέλλισε μια μικρή, παράλογη λέξη, εστιάζοντας με κόπο το τρομοκρατημένο βλέμμα του πάνω στο πρόσωπο της Μύρριγελ.

«Μαμά», της είπε σφαδάζοντας κι ύστερα λιποθύμησε από τον πόνο.

Η Μύρρι έκλαψε. Για όσα δεν είχε κλάψει ως τώρα, ακράτητα έτρεξαν τα δάκρυά της. Έκλαψε από ευτυχία και δυστυχία, έκλαψε από συγκίνηση, λες κι είχε όντως γίνει μάνα, έκλαψε και για τις θυσίες που χαν κάνει, για τα χιλιάδες χαμένα χρόνια της ζωής του Γαλαξία, τις απροσμέτρητες γνώσεις που είχαν χαθεί στη λήθη. Έκλαψε και στέρεψε. Κι αποκοιμήθηκε όπως συνήθιζε στο πλάι του, κι απόψε ήτανε ζεστό και ζωντανό το σώμα του, παλλόμενο από τα αδάμαστα ένστικτα της επιβίωσης. Ζεστό. Ολόζεστο…

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, μυθιστόρημα υπό συγγραφή, απόσπασμα
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.