Μετά την πάλη με τους Δαίμονες




Σε συνάντησα πέντε φορές την τελευταία βδομάδα. Παλιά γνωστή, παλιό στοιχειό, σαν τον πατέρα του Άμλετ. Εκεί που έχεις καρφωθεί, σα δόρυ ριγμένο από τον ουρανό, είναι ένα μέρος με ιδιαίτερη σημασία για μένα. Εκεί βαφτίστηκα. Από εκείνο το μέρος έχω ντοκουμέντα από τα πρώτα μου βήματα. Είναι ένα μερος ιερό για μένα, κατά κάποιο τρόπο, χάρη σ'εκείνη τη βιντεοκασέτα που με δείχνει, μαζί με άτομα αγαπημένα και μη, εν ζωή και μη, να περπατάω και να ουρλιάζω μπροστά στον παπά "δε θέλω μπάνιο, έκανα μπάνιο". Κάπου εκεί κοντά βρισκόσουν και ατένιζες. Αυτό κάνεις χρόνια τώρα, ατενίζεις. Κάποιο ξόρκι μάλλον μου έριξες εκείνη τη μέρα και γι'αυτό κάθε φορά που περνάω από μπροστά σου με πιάνει δέος. 

Όσο ήμουν μικρή και περνούσαμε, συνήθως νύχτα, από την Αλεξάνδρας, με το αυτοκίνητο, σου έριχνα κλεφτές ματιές. Σε φοβόμουν. Είναι ξεκάθαρο πως σε φοβόμουν. Κι εσένα και τον αίλουρο στα πόδια σου. Τόσο λευκή σα φάντασμα, τόσο άκαμπτη, τόσο στέρεη, αφέντρα της ισορροπίας. Με εκείνο το αβάσταχτα όμορφο φως να σε φωτίζει από κάτω. Είναι σίγουρο πως σε φοβόμουν, και σε σεβόμουν, γι'αυτό και προσπαθούσα να σε δω. Μα δεν τολμούσα να σε δω κατάματα. Ούτε καν τον αίλουρο στα πόδια σου. Ήταν πρόκληση για μένα να καρφώσω το βλέμμα μου πάνω σου όπως το αυτοκίνητο περνούσε από μπροστά, κι έλεγα στον εαυτό μου, ευτυχώς που είμαστε εν κινήσει, έτσι δε θα χρειαστεί να δω αυτό το υπέροχο φάντασμα για πολύ. 

Αργότερα ήθελα να σε πλησιάσω. Ήξερα πως είχα πράγματα να μάθω από σένα. Σαν να ήσουν κάτοχος ενός μυστικού που από γεννησιμιού μου ψάχνω, κάποιο φωτεινό μυστικό, το νόημα της ζωής, τους νόμους του σύμπαντος, κάτι τέτοιο. Και ήθελα να σου δείξω πόσο πολύ σε σεβόμουν, να σε τιμήσω, να κάνω το σταυρό μου στα πόδια σου, κι ας μην έχει καμία σχέση η χειρονομία, να σου αφήσω ένα στεφάνι από δάφνες, ή λουλούδια, ή μια ζωγραφιά ή κάτι τέλος πάντων. Όμως όχι. Άλλες φορές, δεν τολμούσα καν να κοιτάξω. Ήξερα πως το βλέμμα σου θα ήταν καυστικό, γιατί μπορείς να δει μες στο μυαλό μου, ένιωθα ανεπαρκής για κάτι τέτοιο. Δεν τολμούσα. Έλεγα: θα με κρίνεις. Θα με κάνεις να ντραπώ για τη δειλία μου, την ατολμία μου, τις ανόητες και στενόμυαλες σκέψεις μου. Μετά έκανα πολύ καιρό να σε δω. Πάρα πολύ καιρό να σε δω. 

Σε ξαναείδα τώρα. Διαπίστωσα πως δεν είχα πια καμία ανάγκη να κρυφτώ, καμία ανάγκη για κλεφτές ματιές, μα να σε καρφώσω κατά πρόσωπο. Παρατήρησα το κάδρο γύρω σου. Δεν ξέρω ποια τύχη φύτεψε αυτά τα κυπαρίσσια γύρω σου ή εσένα ανάμεσα σε αυτά, πάντως είστε ένα σύνολο, εσύ κι εκείνα τριγύρω. Άλλωστε δεν πιστεύω και στην τύχη πια. Δεν μπορεί αυτή η αρμονία να είναι τυχαία. Σε ξαναείδα βράδυ, μεσημέρι, πρωί, απόγευμα. Όλες τις φορές σε κοίταξα κατάματα, είτε από το περαστικό αμάξι, είτε πεζή. Ήρθα ένα πρωί και στάθηκα και μπροστά στα πόδια σου. Κοίταξα εκείνο το λιοντάρι. Δεν το φοβόμουν πια. Ήθελα να χαιδέψω τα νύχια του, να βάλω το χέρι μου ανάμεσα στα δόντια του και να τα ακουμπήσω, να του αγκαλιάσω το κεφάλι. 

Κι εσένα κοίταξα από χαμηλά. Πάντα νιώθω δέος. Όμως αυτή τη φορά αν υπήρχε μια σκάλα, θα την ανέβαινα και θα στεκόμουν δίπλα σου να ατενίσω κι εγώ. Όχι στο ύψος των ποδιών σου, ούτε της ασπίδας σου, ούτε των ώμων σου. Στο ύψος των ματιών σου. Να δω κι εγώ λίγο πώς βλέπεις κι εσύ τα πράγματα. Να κουβεντιάσουμε λίγο, σα φιλενάδες. Να πούμε και για το μυστικό μου, που πια το κατέχω εγώ. Να πούμε και τα δικά σου, κουβέντα να γίνεται. 

Καληνύχτα ομορφιά μου. 

Κείμενο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου
Σκίτσο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου (Kleiwthalia)
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.