Ωδή προς Kερατεύοντας και Kερατευμένους

Peter Paul Rubens - Nymphs and Satyrs, 1635



 Εδώ που μαζευτήκατε όλοι σας και μ’ ακούτε   
φίλοι αγαπημένοι και φίλες όλες διαλεχτές,         
λεύτεροι όσ’ είσαστε κι όσ’ είστε παντρεμένοι   
είν’ ευκαιρία να σας πω, όσα έμαθα στη ζήση  
 πως όλα κι όλοι θα γυρνούν γύρω απ’ το γαμήσι,  
στη μόνηνε  παρηγοριά π’ απόμεινε στον άνθρωπο  
να του μελώνει τη καρδιά για να  μην σαλταρήσει.
Είναι γλυκό το άτιμο ωσάν δροσιό σερμπέτι 
μα ζεματάει και σα φωτιά τσ’ αγάπης το λεβέτι.      
Δεν θα ιστορίσω γενικώς περί του γαμησίου
παρά θα πω  μόνο για το κρυφό,
το πιο γλυκό, το πιο διαολεμένο
αυτό που αλέθει τις καρδιές και δυαλάει σπίτια
αυτό που όποιοι το γευτούν στο πόθο παραδομένοι,
πρώτ’ αγαπούν, μετά μισούν μα είν’ αργά
και κλαίουσι ομού προδότες προδομένοι.
Διότι είν’ η απάτη δυστυχώς μέσα στο νου τ’ ανθρώπου
όπως κι η καύλα η ποθητή που βάζει φωτιά στα σκέλια.
Έτσι λοιπόν είναι σύνηθες να αλλάζουμε τους ρόλους
πότε είμαστε οι Κερατεύοντες, πότε οι Κερατευμένοι.

Στη ζήση αυτή το κέρατο
τους πάντες μας ενώνει
όσους το ρίξαν στα κρυφά
και όσους τους δαγκώνει.
Είναι η καύλα η γλυκιά
π' ανοίγει παντελόνια
π' ανοίγει σκέλια τορνευτά
σ' αλώνια και σαλόνια.
Όποιος δεν φάει κέρατο
μα κι όποιος δεν το δώσει
τού 'ναι λειψή και άνοστη
του έρωτα η γνώση.
Η καύλα η πυριφλεγής
βάζει φωτιά κει κάτου
και αν δε σβήσει η φωτιά
πέφτουμε του θανάτου.
Το κέρατο αν το δίνουμε
είναι γλυκό σα μέλι
μα όταν το τρώμε δυστυχώς
ωσάν πικρό καρβέλι.
Πρώτα ας δούμε εαυτούς
όσ' είμαστε κερατάδες
που όταν κοσμεί την κεφαλή
το κέρατο, γινόμαστε μαινάδες.
 
Κλαίμε, μεθούμε άτσαλα
μοιράζουμε κατάρες
μα και βρισιές απλόχερα
σα να τανε πεντάρες.
Ο δυστυχής ο κερατάς
κι η κερατού ομοίως
αποζητούν εκδίκηση
δικαίωση στον βίο.
Είν' το κεφάλι του θολό
το κέρατο μεγάλο
από την πόρτα δεν περνά
και δε βαστάει άλλο.
Κάποια γυνή σκορδόπιστη
που χε καρδιά αγκινάρα
το κέρατο του φόρεσε
τον έκανε μαντάρα.
Έτσι κι αυτός ο κερατάς
πάνω στη ταραχή του
στολίζει όλας τας γυνάς
για ό,τι έπραξε η δική του.
Η κερατού αντίστοιχα
κέρατο σαν φυτρώσει
θε να το νιώσει απ τα πριν
κι αυτό θα την πληγώσει.
Είναι προσόν των γυναικών
το δώρο των ενστίκτων
που οι άντρες το απώλεσαν
πλην λίγων ελαχίστων.
Τότε λοιπόν σαν πληγωθεί
σαν χάσει εμπιστοσύνη
ζητά να πέσει να πνίγει
σα τη κυρά Φροσύνη.
Κάποιες, οι πιο λεβέντισες
αρνούνται να 'ν' το θύμα
κι αίφνης μεταμορφώνονται
σε Σωσώκα Παπαδήμα.
Αλί διπλό και τρισαλί
σε όποιον του κληρώσει
να χει Σωσώκα σύντροφο,
δεν θα τηνε γλυτώσει.
Ήρθε κι η ώρα για να πω
γι αυτούς που κερατώνουν
γυναίκες κι άντρες που όπου βρουν
το τρώνε ή το χώνουν.
Εκ πρώτης όψεως φαίνεται
στάση κατακριτέα
και δεν διστάζω να το πω
και καταδικαστέα.
 
Για να περνούν αυτοί καλά
με τα κρυφά γαμήσια
οι σύντροφοι τους φτάνουνε
μέχρι τα κυπαρίσσια.
Πονούν αδίκως τρομερά
νιώθουν ταπεινωμένοι
κι αναρωτιούνται οι δυστυχείς
τί φταίξαν οι καημένοι;
Μα αυτοί που ρίχνουν κέρατο
έχουνε μιαν αιτία
δεν μάθανε τη καύλα τους
να μένει στην εστία.
Είναι ανθρώποι των παθών
χωρίς γιατί, διότι
ξέρουν πώς ένα κυβερνά
όλη την ανθρωπότη.
Η καύλα που για πάρτη της
πολέμοι μα και φόνοι
γινήκανε στο παρελθόν
και τί θα δούμε ακόμη.
Σαν σε αρπάξει η φωτιά
ανάμεσα στα σκέλια
δεν τηνε σβήνουν μάτια μου
τα χίλια ευαγγέλια.
Και για το χάλι τούτο εδώ
μιά είναι η αιτία
η θρησκεία που εντύθηκε
παλιά η πατριαρχία.
Πέρασε αμέτρητες γενιές
η πίστη πώς η καύλα
πάντα θε να μοιράζεται
απά' στην ίδια τάβλα.
Και γίνανε οι σύντροφοι
από εραστές στη κλίνη
σύζυγοι κάτω από ζυγό
το πάθος τους να σβήνει.
 
Μα η καύλα είν' ατίθαση
από ζυγό δεν ξέρει
κι όπου βρεθεί κι όπου σταθεί
θα δείχνει κωλομέρι.
Με όλα τούτα θε να πω
ας μου επιτραπεί η γνώμη
πώς όλοι θύτες είμαστε
και θύματα ακόμη.
Είναι το κέρατο βαρύ
βαρύ σαν αλυσίδα
που σε τραβάει στο βυθό
σαν πλοίο που τσακίστηκε
σ άγρια καταιγίδα.
 
Κι η ζήση ετούτη μού μαθε
μονάχα τη συγνώμη
ή να τη δίνω ή να ζητώ,
μα επίσης μού μαθε
και κάτι άλλο ακόμη.
Να συγχωρώ, μα δεν ξεχνώ
πως την εμπιστοσύνη,
να μη χαρίζω πια ποτές,
ακόμα κι αν μοιράζομαι
ξανά την ίδια κλίνη.
Επίσης η ανταπόδοση
είν' ιερό καθήκον
στον άνθρωπο που πρόσβαλε
και κλίνη μα και οίκον.
Εκεί θα ρίξω κέρατο
τον πόνο για να λάβει
ίσως να το ευχαριστηθώ
μα πρώτη έννοια και στερνή
κι αυτή να καταλάβει.
Μπορεί να ναι μικρόψυχο
ποσώς δεν αμφιβάλλω
μα είν η καύλα ρε παιδιά
που καίει τον καβάλο.
Στις δυό πλευρές εβρέθηκα
στη ταραγμένη ζήση
το κέρατο εχάρισα
και μού χουνε χαρίσει.
Και τελειώνω σύντομα
αφού σας τά 'χω πια ζαλίσει.
Το κέρατο να ξέρετε
ποτέ δεν είναι λύση.
Όσο γλυκά το ρίχνουμε
τόσο πικρά το τρώμε.
Είναι η μοίρα δυστυχώς
πάρα πολλών ανθρώπων
να καταντούνε άπιστοι
χάριν πολλών ερώτων.



Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.