ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


..................... Όταν ξεπόρτιζε η Ιουλία, εύρισκα την ευκαιρία να κάνω τις αταξίες μου. Όπως τότε που τις έκανα στην αυλή, όταν έλειπε ο Χρήστος. Άναβα την γκαζιέρα, σκάλιζα τις φωτογραφίες, έτρωγα κρυφά από το γλυκό του κουταλιού, «βασάνιζα» το σκύλο μας τον Χαβανέζο, που όχι μόνο δεν μου κρατούσε κακία, αλλά και με ειδοποιούσε όταν, μυρίζοντας από πολύ μακριά την θεία μου που γύριζε σπίτι, χαλούσε τον κόσμο από την χαρά του. Έτσι, εγώ προλάβαινα να ταχτοποιήσω τα πράγματα, να ανοίγω ένα βιβλίο και να προσποιούμαι ότι διαβάζω. Και μια μέρα, της ήπια την Κόκα κόλα. Ήταν ένα μπουκάλι που το φύλαγε σαν κειμήλιο, από τότε που δούλευε σ’ ένα σπίτι σαν καθαρίστρια σε κάτι Αμερικανούς της Βάσης. Γιατί, το έκανε κι αυτό η φουκαριάρα… Όταν τα πράγματα στριμώχτηκαν και άρχισε να βλέπει εφιάλτη στον ύπνο της εκείνον τον τοκογλύφο, τον Μπούλακα, έκανε κι αυτή τη δουλειά. «Μάθε τέχνη…». Κόκα κόλα δεν υπήρχε τότε στην Ελλάδα. Ήρθε μετά από είκοσι πέντε χρόνια. Την έκρυβε λοιπόν η θεία μου ευλαβικά σε ένα μπαουλάκι μαζί με άλλα μπουκάλια, με ξύδι, λάδι, ανθόνερο, …αγιασμό. Εγώ ήξερα για την Κόκα κόλα αλλά δεν τολμούσα να την αγγίξω, καθ’ ότι σφραγισμένη. Μια μέρα που έλειπε, το μάτι μου πέφτει στο μπρίκι που ήταν επάνω στο ράφι. Και τότε συλλαμβάνω μιαν ιδέα μεγαλοφυή: Σκέφτηκα ότι η Ιουλία,τσιγκούνα και μαζώχτρα καθώς ήταν, δεν θα επρόκειτο να πιει ποτέ αυτή την Κόκα κόλα. Ανοίγω και εγώ το μπαουλάκι, βγάζω το μπουκάλι, το ξεκαπακώνω και πίνω το περιεχόμενο. Έπειτα ανάβω την γκαζιέρα, παίρνω το μπρίκι, και κάνω τσάι. Γεμίζω το αδειανό μπουκάλι, το κλείνω, το βάζω στη θέση του και …ούτε γάτος ούτε ζημιά. Πάνω εκεί, να σου κι ο Χαβανέζος με τα πανηγυρικά του γαυγίσματα, σημάδι ότι η Ιουλία είχε ήδη φτάσει στο σπίτι του Περράκη… Να πω γρήγορα, (πριν έρθει η Ιουλία), από που πήρε το περίεργο όνομα ο σκύλος. Τον είχε πασάρει στον Αντώνη κάποιος φίλος του, που λόγω σχετικής ομοιότητας, του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι, ο «Χαβανέζος». Ο θείος μου είχε την ιδέα να διαιωνίσει το όνομα, μέσω του σκύλου. Κι έτσι ο σκύλος κουβαλούσε το όνομα του δωρητή. Προχθές μας τηλεφώνησε μια ξαδέρφη της γυναίκας μου, η Αλίνα, στην οποία είχα στείλει ένα μικρό απόσπασμα από το γραφτό μου: «Βρε Δημήτρη… Τι ωραία είναι αυτά που γράφεις! Τι νοσταλγικά! Μου κάνουν εντύπωση εκτός των άλλων τα παρατσούκλια που είχαν τότες οι άνθρωποι» Τι να της απαντήσω; Τώρα οι άνθρωποι δεν έχουν παρατσούκλια. Έχουν κινητά τηλέφωνα… Θα είχαν περάσει και τρία χρόνια, από τότε που ήπια την φυλαγμένη Κόκα κόλα, και μια μέρα, ο Αντώνης που ήξερε κι αυτός την ύπαρξη της, λέει στην γυναίκα του: «Ρε Ιουλία, δε βγάζεις αυτό το κόκκινο πράμα που έχεις από τους Αμερικανούς να το πιούμε;». Η Ιουλία, πάντα πειθήνια, δεν έφερε αντίρρηση. Ανοίγει το μπαουλάκι, βγάζει το μπουκάλι και το ανοίγει με τελετουργικές κινήσεις. Αδειάζει το περιεχόμενο μέσα στο ποτήρι του Αντώνη, αυτός πίνει μια γουλιά, και φρούουουπ… εξακοντίζει το περιεχόμενο αηδιασμένος. Έπειτα γυρίζει στη θεία μου και τις λέει: « Τί κατάλαβες τώρα βρε τσιγκούνα!... Πάει η Κόκα κόλα, την έφαγε το μπαούλο!...» Βέβαια, ούτε που το κατάλαβαν ότι κάποιος αλχημιστής είχε μετουσιώσει την Κόκα κόλα σε τσάι. Είχε κι αυτό αλλοιωθεί. (ΑΠΟ ΤΟΥΣ ¨ΔΙΑΤΤΟΝΤΕΣ")...
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.