Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΖΟΒΕΝΟΥ










                       Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΖΟΒΕΝΟΥ

   Το μεγάλο εμπορικό έσχιζε τη καλμαρισμένη θάλασσα. Το σκοτάδι της νύχτας ήταν πηχτό. Η απόλυτη ησυχία έδινε και στον παραμικρό ήχο μια πρωτόγνωρη αίσθηση. Ακουγόταν ο υπόκωφος θόρυβος του Λεβιάθαν της μηχανής, ακουγόταν το έμβολο της τιμονιέρας πάνω στη γέφυρα, ακουγόταν και του ναύτη της βάρδιας η μονότονη φωνή, καθώς κρατούσε στα ψημένα του χέρια τη ρόδα του τιμονιού.
  -Γραμμή… Γραμμή…
   Η ώρα ήταν 11, ο μήνας 31, ο χρόνος…
   Αλήθεια, τι σημασία έχει ο χρόνος πάνω σ’ ένα βαπόρι που ταξιδεύει μέσα στη σκοτεινή νύχτα; Κι όμως, αυτή ακριβώς τη νύχτα, ο χρόνος  θα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο πάνω στο βαπόρι και τον κόσμο του. Ήταν η τελευταία μέρα του 196…
   Λίγα μίλια χώριζαν το πλοίο από την ώρα της συνάντησης που θα γινόταν καταμεσής στον ωκεανό.
    Στη πλώρη του «Λίμπερτυ», στεκόταν ο Κωνσταντής ο μούτσος. Είχε γραπώσει με τα χέρια του τα ρέλια και κοίταζε κατ’ ευθείαν μπροστά. Είναι σχήμα λόγου το «κοίταζε». Το σκοτάδι ήταν τόσο πηχτό και η αστροφεγγιά τόσο αδύναμη να φωτίσει την θάλασσα, που ο μικρός νησιώτης όσο κι αν πάσχιζε δεν μπορούσε να δει τίποτα. Απλούστατα, ο Κωνσταντής είχε βυθίσει το βλέμμα του στη μαυρίλα κι έβλεπε μορφές. Μακρινές αγαπημένες μορφές. Και να μπορούσε να δει, αυτό που θα έβλεπε θα ήταν η θάλασσα. Θάλασσα, και ύστερα πάλι θάλασσα. Καλύτερα έτσι. Καλλίτερες οι αγαπημένες μορφές από το καθημερινό του υγρού στοιχείου θέαμα.
   Κάπου μακριά τρεμόσβησε ένα φωτάκι νυσταγμένο. Κάποιος φάρος. Ο Κωνσταντής τον είδε, και το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω του. Οι θόρυβοι της μηχανής και της γέφυρας άρχισαν να σβήνουν σιγά- σιγά. Το μικρό φωτάκι χόρευε τώρα σ’ ένα απίθανο ρυθμό και ύστερα άρχισε να πλησιάζει με ταχύτητα ονειρική προς το βαπόρι. Ο Κωνσταντής δεν πρόφτασε να τραβήξει τα μάτια του. Το φώς τον έφτασε, τον τύλιξε, τον συνεπήρε, τον έφερε στο σπίτι του. Εκεί που γεννήθηκε. Σ’ ένα μικρό νησί του Αιγαίου, χαμένο σε λήθη τριών χρόνων.
   Η γλυκιά του μάνα τον αγκαλιάζει, τον φιλάει και του δίνει καθαρά ρούχα ν’ αλλάξει, «που είναι βρεγμένο το παιδί». Η αδερφούλα του, του χαϊδεύει τ’ αρμυρισμένα του μαλλιά, κι εκείνος κοιτάζει αχόρταγα την βιβλική μορφή του πατέρα του, καθώς εκείνος ετοιμάζεται να κόψει την αγιοβασιλιάτικη την πίτα, με κινήσεις πατριαρχικές, τελετουργικές… «Γιατί άργησες τόσο παιδάκι μου;», του λέει τώρα η μάνα του, σκουπίζοντας τα μάτια της από τα δάκρυα που θαρρείς δε λεν να στερέψουν… « Τώρα ίσα-ίσα προλαβαίνεις να φας από την πίτα μας…  Ύστερα… Ύστερα… Θα μας φύγεις πάλι»…
   Το σπίτι γεμίζει δάκρυα χαράς και λύπης. Ανταμώματος και αποχαιρετισμού μαζί.
   Δώδεκα η ώρα!...
   Η σειρήνα του βαποριού αρχίζει τα σφυρίζει χαρμόσυνα μέσα στη νύχτα. Το πλοίο φωταγωγείται και το  φως ξεχύνεται άπλετο σκορπίζοντας για λίγο τα εφιαλτικά σκοτάδια. Μες στο σαλόνι του καπετάνιου έχει μαζευτεί το τσούρμο για να γιορτάσει την Πρωτοχρονιά.
  -Άντε… Καλή χρονιά!... Καλή πατρίδα!.. Και του χρόνου σπίτια μας παιδιά…
   Δάκρυα… Γέλια… Τραγούδια…

   Μόνο ο Κωνσταντής λείπει. Αυτός κάνει τώρα πρωτοχρονιά στο μακρινό του νησί  μαζί με τους δικούς του.

                                                         Δημήτρης Μπούκουρας
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.