Χριστούγεννα στο πατρικό





Οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς ήταν πάντα μια πολύ ιδιαίτερη περίοδος στο πατρικό  σπίτι. Το μυστήριο, η ζεστασιά, οι εκπλήξεις, η πνευματική κατάνυξη, η χαρά, το παιχνίδι, το γιορτινό τραπέζι και πολλές μικρές λεπτομέρειες, που ξόρκιζαν το σαράκι της συνήθειας και της καθημερινότητας, μας έκαναν όλους να τις περιμένουμε με λαχτάρα και ανυπομονησία.

Προάγγελος των γιορτών ήταν πάντα ο ερχομός της γιαγιάς από το χωριό, που σαν πρώιμος άγιος Βασίλης ερχόταν φορτωμένη με τα πλούσια δώρα του λατρεμένου μας χωριού. Χαράματα κατέφθανε, αξημέρωτα, και όλοι ήμασταν στο πόδι για να την υποδεχτούμε. Μα τι χαρά ήταν εκείνη! Και να τα καρύδια και να το σακί το αλεύρι και να τα κάστανα και να οι τσιγαρίδες και να ο τραχανάς και να το βουτυράκι το αγελαδινό και να τα μάτσα οι ρίγανες και τα φασκόμηλα και τα χαμομήλια και τα τσάγια του βουνού. Όλα χωράγανε μέσα στις αποσκευές  της γιαγιάς. Και χρόνο με το χρόνο μίκραινε λες η γιαγιά για να μεγαλώσουν τα σακούλια της. Δεν έλειπε και το λικέρ από κράνα, ή το λικέρ καρύδι, ή το λικέρ δυόσμος, μεθυστικές γεύσεις και αρώματα που δεν τα χω ξανασυναντήσει πουθενά.  Και το μεγαλύτερο δώρο που έφερνε η γιαγιά ήταν τα δυο της χέρια, που χάιδευαν και ζύμωναν και έπλαθαν κουλουράκια και ταχινόπιτες και πάστρευαν και νοικοκύρευαν  κάθε γωνίτσα του σπιτιού μας.

Το δέντρο πάντα στολιζόταν λίγο πριν τελειώσουν τα σχολεία, με μια ιεροτελεστία που κράταγε όλη την ημέρα. Η μαμά θα έβγαζε από το πρωί τις κούτες με τα στολίδια, προσεκτικά φυλαγμένα και τυλιγμένα με χαρτί και βαμβάκι για να μην σπάσουν. Κάθε χρονιά θα υπήρχε και κάποια απώλεια, που ωστόσο η μαμά φρόντιζε να αναπληρώσει με το παραπάνω, αγοράζοντας νέα στολίδια , πάντα τα πιο ασυνήθιστα και πιο εντυπωσιακά. Ο μπαμπάς συναρμολογούσε το τεράστιο δέντρο. Μαστόρευε τη φάτνη και επισκεύαζε τα λαμπάκια. Μετά στολίζαμε τα κλαδιά με μπαμπακένιες λωρίδες, να μοιάζει χιονισμένο. Τέλος τα υπέρλαμπρα πολύχρωμα στολίδια, τα πιο παλιά εύθραυστα και σπάνια, τα πιο καινούρια πιο ανθεκτικά, κάποια χειροποίητα φαναράκια και μύλοι και εκκλησάκια, αγγελούδια και ελαφάκια από χαρτόνι. Σκοτείνιαζε πια, μέχρι να μπει το άστρο στην κορυφή.

Κι ύστερα έφτανε η παραμονή και εξορμούσαμε για να πούμε τα κάλαντα. Περιπέτεια σκέτη. Γιατί δεν πηγαίναμε μονάχα στους γνωστούς μας ανθρώπους, τους γείτονες και τους συγγενείς, αλλά και σε ξένα σπίτια, ανθρώπους που μόνο για εκείνα τα λίγα λεπτά που τραγουδούσαμε τα κάλαντα γίνονταν κι αυτοί δικοί μας κι εμείς δικοί τους. Μας φίλευαν γλυκά σπιτίσια, παραδοσιακά της δικής τους γενέτειρας, που δεν τα είχαμε δοκιμάσει ποτέ ξανά. Και ο κουμπαράς γέμιζε λεφτά. Και τι ευτυχία ήταν αυτή, όχι για τα λεφτά τα ίδια, αλλά γιατί θα μπορούσαμε με αυτά να αγοράσουμε ό,τι θέλαμε. Δώρο για τη μαμά ένα καινούριο κραγιόν ή άρωμα ή ένα ωραίο κασκόλ. Δώρο για τον μπαμπά ένα σετ χορδές για την κιθάρα του, ένα καινούριο καποτάστο. Ένα μπιμπελό για το σπίτι.

Τα ψώνια ήταν πάντα λίγο υπερβολικά τις ημέρες των γιορτών. Η παραδοσιακή επίσκεψη στην κεντρική αγορά έφερνε τον μπαμπά πίσω στο σπίτι φορτωμένο με συναρπαστικά εδέσματα. Κρέας, ολόκληρα κεφάλια από νησιώτικα τυριά, σαμπάνιες, τσουρέκια, ζαμπόν  και σαλαμάκια όλων των ειδών και γεύσεων, για να τα φτιάξει η μαμά ευφάνταστα καναπεδάκια για το τραπέζι των γιορτών.

Το επιστέγασμα όλης της χαράς ήταν φυσικά τα παιχνίδια.  Όχι τόσο τα καινούρια, όσο τα παλιά και αγαπημένα. Τρία παιδιά βλέπεις, είχαμε φτιάξει μια μεγάλη, πολύ μεγάλη συλλογή παιχνιδιών, που συνήθως παρέμεναν στο πατάρι μέχρι το τέλος των μαθημάτων.  Γράμμα στον άγιο Βασίλη δε γράφαμε ποτέ, ξέραμε καλά πως κανένας δε θα έρθει από την καμινάδα να μας φέρει δώρα. Γράφαμε όμως ένα πολύ γλυκερό και δραματικό γράμμα στη μαμά, γεμάτο υποσχέσεις για διάβασμα και υπακοή, που κατέληγε: «Για αυτό σε παρακαλούμε πολύ μαμάκα να μας κατεβάσεις  από το πατάρι τα κουμπωτά, τα πλέυμομπιλ, τα κουζινικά, τα ζωάκια, τα αυτοκινητάκια και το τρενάκι».  Τα τελευταία χρόνια είχαν προστεθεί στη συλλογή και τα πόνυ. Και γέμιζαν τα παιχνίδια ένα ολόκληρο πάτωμα δωματίου,  καλά στρωμένο με μοκέτα και χαλί, αφού ο καλύτερος τρόπος για να παίξουμε ήταν φυσικά καθισμένοι στο πάτωμα.

Οι πιατέλες με τα γλυκά ήταν καλά προφυλαγμένες στο χωλ, τυλιγμένες με διαφανείς μεμβράνες και στολισμένες με κλαδάκια πεύκου και βελούδινα φιογκάκια.  Όχι βέβαια πως γλίτωναν από τις εφόδους μας, προγραμματισμένες με άψογες κατασκοπικές τεχνικές, μόλις η προσοχή της μαμάς έστρεφε σε κάποιον επισκέπτη, κάποια συζήτηση ή κάποια δουλειά.

Κι έτσι κάπως περνούσαν οι γιορτινές μέρες, που φάνταζαν στα παιδικά μας μάτια σαν άλλος χρόνος, άλλη εποχή, άλλος κόσμος. Τρυφερότητα, ζεστασιά, πλεκτά παπουτσάκια για το σπίτι, γλυκά, παιχνίδι πολύ, φωνές και τσακωμοί- μα κι αυτοί ακόμα γλυκοί.
Δεν θα ξεχάσω τη χρονιά που πήρα για δώρο έναν τόμο με ιστορίες του Σέρλοκ Χολμς. Και σβήσαμε την τιμή- 900 δραχμές θυμάμαι ήτανε- για να μην τυχόν και θυμώσει ο μπαμπάς για το ακριβό βιβλίο. Πού να ναι άραγε κρυμμένος αυτός ο τόμος; Νομίζω πως αν τον ξαναπιάσω στα χέρια μου  θα νοιώσω ξανά όλη τη μαγεία των Χριστουγέννων. Περίεργο που είναι το μυαλό του ανθρώπου…

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.