Η τραγωδία των Δεκεμβριανών...






Η διπλανή αυλή  ανήκε στον παππού Βασίλη. Προίκα από την γυναίκα του. Είχε πολλά δωμάτια που νοίκιαζε σε πολύ διαφορετικές οικογένειες… Στην Ναξιώτισσα την κυρά Μαρουδιά την μανάβισσα, στους αδελφούς Αυγουστάτους τα γεροντοπαλίκαρα, στην κυρά Λένη την πλύστρα, στην κυρά Λέλα την ψηλομύτα, που ήταν και η πρώτη που έφυγε από εκεί  μετά τον πόλεμο όταν ο άντρας της έβγαλε λεφτά από την βιοτεχνία των φωτιστικών που είχε. Βέβαια η ζήλεια των υπόλοιπων οδήγησε σε πικρόχολα σχόλια: «Μωρέ… Για δες… οι Θανασάκηδες μετακόμισαν στα Φάληρα… Εμ… Όταν χορτάσει η ψείρα βγαίνει στο γιακά»… Ανάμεσα στους ενοίκους ήταν και μια στρυφνή γυναίκα η κυρά Νίτσα. Κανείς δεν την χώνευε,  ήταν παντρεμένη με έναν περίεργο τύπο… Η ίδια μάζευε διάφορα άτομα στο σπίτι της άντρες και γυναίκες, και κλείνονταν μέσα για πολλές ώρες… Οι συγκάτοικοι είχαν υποψιαστεί πως ήταν κομουνίστρια, αλλά γι αυτό κανείς δεν έκανε κουβέντα. Είχαν τόσα να ψιθυρίσουν για τον άντρα της…
     Η Αγγελικούλα μπαίνοντας στην αυλή έπεσε πάνω στην κυρά  Νίτσα που έβγαινε… Προχώρησε χωρίς να καταδεχτεί να της μιλήσει…
   -Δε μας μιλάς μωρή ψωροφαντασμένη; Ποια νομίζεις ότι είσαι;
   - Ο καθένας είναι αυτό που είναι…
   -Και τι είσαι εσύ μωρέ; Μια παρατημένη, που ο άντρας της την άφησε για να πάει να δουλέψει στους Γερμανούς… Έχω εγώ πολλά ράμματα για την γούνα σου… Φαντασμένη...
   -Άκου να δεις… τον άντρα μου να τον αφήσεις ήσυχο… Τον δικό σου να κοιτάς, που τον έπιασαν τις προάλλες να τα δείχνει,  στο παρκάκι του Θησείου… Όλη η γειτονιά το ξέρει… Μη κοιτάς που δε μιλάει κανείς…
   -Τι λες ρε πουτανάκι;
   -Άντε από εδώ μωρή κομμουνίστρια…
   -Κοίτα μωρέ ποια μιλάει… Η βρωμιάρα η Χίτισσα !... Έννοια σου μωρή και αυτό θα μου το πληρώσεις… Θα μου το πληρώσεις …
   Ακολούθησαν οι φοβερές ημέρες των Δεκεμβριανών, με τις αδελφοκτόνες μάχες στους δρόμους της Αθήνας. Έφτασαν και τα πρώτα Χριστούγεννα μετά την απελευθέρωση, που όμως κανείς δεν είχε την διάθεση να γιορτάσει… Μαύρες μέρες… Ματωμένες… Και εκείνο το τραγικό σούρουπο της παραμονής των Χριστουγέννων, χτύπησε η πόρτα της οδού Αρίωνος 8…
   -Αγγελικούλα;  Πάνω είσαι; Ακούστηκε από την είσοδο η φωνή της Τασίας…
    -Εδώ… Τι θέλεις βρε Τασία; Ετοιμάζομαι για να πάω σε ένα γλεντάκι κάποιων φίλων, φώναξε η Αγγελικούλα από το δωμάτιο…
    -Έλα κάτω… Σε ζητούν από την Πολιτοφυλακή…
     Η γυναίκα ξαφνιάστηκε. Ο Χρήστος έλειπε, ο Αντώνης κρυβόταν. Μόνο η Πόπη ήταν εκεί…
   -Τι να θέλουν μωρέ;  Κάτσε να κατέβω να δω…
   -Κατεβαίνω κι εγώ, λέει η Πόπη, και μια και δυό φτάνουν στην εξώπορτα οπου περίμεναν δύο σκοτεινοί τύποι.
    -Η κυρία Μπούκουρα;
    -Η ίδια…
     Θέλουμε να μας ακολουθήσεις μέχρι την Πολιτοφυλακή για μια μικρή ανάκριση…
     Η Αγγελικούλα σκέφτηκε ότι θα ήθελαν να την ρωτήσουν κάτι για τον άντρα της. Αν γύρισε από την Γερμανία, αν ήξερε κάτι εκείνη…
   -Καλά, ρε παιδιά… Χριστουγεννιάτικα; Τόλμησε να ρωτήσει. Δεν μπορώ να έρθω μεθαύριο;
   -Λυπούμαστε πως όχι… Πρέπει να μας ακολουθήσεις...
   -Έρχομαι κι εγώ,  λέει τότε η Πόπη. Δεν αφήνω την αδερφούλα μου...
   - Όχι, κοπέλα μου, δεν χρειάζεται να έρθεις μαζί… Θα έρθει πίσω η αδερφούλα σου...
   -Κάτσε σπίτι, την μάλωσε η μεγάλη… Ποιός θα κοιτάξει τον Δημητράκη;
   Ο Δημητράκης ήταν ισχυρό επιχείρημα. Έτσι η Πόπη έμεινε στο σπίτι και η Αγγελικούλα ακολούθησε τους δύο άντρες. Είχε πια αρχίσει να σκοτεινιάζει, και καθώς περνούσαν από την πόρτα της αυλής του θείου της, μέσα στο αμυδρό φως της λάμπας της κολόνας, αντιλήφθηκε την κυρά Νίτσα να της κάνει κάποια χειρονομία με τον δείκτη πάνω στον κρόταφο σαν να της έλεγε: « Σου το είχα πει: Θα μου το πληρώσεις»…
   Μόλις έμαθε ο Χρήστος το γεγονός πήγε να τρελαθεί. Δεν ήξερε από πού να πάρει πληροφορίες.. Μακάρι να ήταν ακόμα στην οργάνωση ο Αντώνης. Κάτι θα μάθαιναν. Όμως ο Αντώνης, το είχε σκάσει από την αχτίδα του και κρυβόταν. Τι είχε συμβεί; Όταν άρχισαν οι εκκαθαρίσεις, οι ανώτεροι διέταξαν τον Αντώνη να σκοτώσει κάποιον, ονόματι Ολλανδέζος, που έμενε απέναντί τους στην οδό Ερμού, και που συμπτωματικά ήταν από τους παιδικούς φίλους του. Αυτό ποτέ δεν θα μπορούσε να το κάνει ο Αντώνης, όπως βέβαια δεν θα μπορούσε να σκοτώσει… Αυτός δεν ήταν δολοφόνος. Δεν ήταν εκτελεστής.  Από μικρός μπήκε στην οργάνωση, όπως τόσοι και τόσοι νέοι, γοητευμένος από την ιδεολογία και την προοπτική να μην υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί. Εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι.  Αλλά κατάλαβε ότι εδώ τα πράγματα είχαν ξεφύγει και ότι στο όνομα της επανάστασης άρχισαν να γίνονται δολοφονίες μόνο και μόνο από μίσος προς αντιφρονούντες, αλλά και για αντεκδικήσεις… Εκτελέστηκαν γυναίκες που για να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι ψωμί, έπλεναν ρούχα για τους Γερμανούς.. Φτάνει να είχε κάποιος αδερφό χωροφύλακα για να είναι το επόμενο θύμα.  Ο Χρήστος δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να περιμένει…  Στις 5 Ιανουαρίου του 1945  η μάχη της Αθήνας έλαβε τέλος. Ήταν κοινό μυστικό ότι είχαν γίνει μαζικές εκτελέσεις πολιτών… Πολλοί μιλούσαν ήδη από τα μέσα του Ιανουαρίου για ομαδικούς τάφους, στην Καισαριανή στο Γαλάτσι στην κοκκινιά, στο Περιστέρι. Και όταν μετά την συμφωνία της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου, οι διαδόσεις επαληθεύτηκαν και άρχισαν να ανοίγονται οι ομαδικοί τάφοι, ο κακομοίρης ο Χρήστος επιστράτευσε όλο το θάρρος και την απαντοχή για να λάβει μέρος στη θλιβερή και μακάβρια διαδικασία της αναγνώρισης. Άρχισε να επισκέπτεται τους χώρους των σφαγών, ώσπου στο Περιστέρι, ανάμεσα σε εκατοντάδες πτώματα ανεγνώρισε την αδερφή του. Το γεγονός αυτό  σημάδεψε όλη του την κατοπινή ζωή…
    Κανείς δεν έμαθε, δεν θα μπορούσε να μάθει, ποιές ήσαν οι τελευταίες ώρες της αδικοχαμένης Αγγελικούλας… Η διαβόητη κυρά Νίτσα, εξαφανίστηκε. Χάθηκε. Δεν έδωσε σημεία ζωής. Ούτε και ο ανώμαλος άντρας της… Άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Όχι τίποτε άλλο, αλλά θα ήθελαν να ξέρουν  τί είχε επινοήσει προκειμένου να συκοφαντήσει την αδερφή τους. Το μόνο που ήταν ενοχοποιητικό ήταν η αποστροφή που ένοιωθε για ό,τι κομμουνιστικό, τόσο, που  δεν δίσταζε να βγαίνει στον δρόμο και να βρίζει όλους όσοι γύριζαν στη γειτονιά καλώντας με τα χωνιά τον κόσμο στις διαδηλώσεις…
   Πολύ αργότερα ο γιος της ο Δημήτρης τελείως συμπτωματικά ανακάλυψε στον στρατό που υπηρετούσε ένα αντικομουνιστικό  βιβλιαράκι.  Ξεφυλλίζοντάς  το  έπεσε πάνω σε μια συγκλονιστική φωτοτυπία απόφασης εκτελέσεως, με ημερομηνία 27/12/44. Ανάμεσα στα ονόματα των προς εκτέλεσιν ήταν και αυτό της μάνας του. Όταν μεγάλος πια αποφάσισε να γράψει κάτι πάνω στο θλιβερό αυτό γεγονός, του βγήκε το ακόλουθο κείμενο:
…………… «Σκαλίζοντας λοιπόν το συρτάρι, βρήκα ένα βιβλιαράκι με διάφορα κείμενα και σχετικές φωτογραφίες σχετικά με τα Δεκεμβριανά. Υπήρχαν και καταστάσεις με ονόματα πολιτών «προς εκτέλεσιν», καθώς και η αιτιολογία της ετυμηγορίας. Και εκεί, σε μια φωτοτυπημένη κατάσταση με επτά ονόματα, βρήκα και το όνομα της μάνας μου: «Αγγελική Μπούκουρα. Ναυάρχου Αποστόλη 6. Ειδική Ασφάλεια. Επρόδωσε δικούς μας»…
     Και πάρα κάτω, αφού περιγράφει πώς έχασε αυτό το φύλλο που είχε αφαιρέσει από το βιβλιαράκι και ότι για χρόνια προσπαθούσε να το ξαναβρεί, συνεχίζει:
………………«Μπήκα στο διαδίκτυο και βρήκα τη σχετική έκδοση την οποία και έσπευσα να αγοράσω. Και να την πάλι η ίδια σελίδα με την θλιβερή λίστα. Συγκλονίστηκα. Ήξερα βέβαια όλη την ιστορία περί το τραγικό αυτό γεγονός, που τότε, σε ηλικία 2 χρόνων, έμελε να καθορίσει όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Και τότε, εκεί, μπροστά σ’ αυτήν τη σελίδα, ζωντάνεψε ξαφνικά η μάνα μου, και στη σκέψη μου ήρθε η αγωνία της και όλη η σύντομη πορεία της, από την στιγμή που γράφτηκε αυτή η απόφαση μέχρι την στιγμή του τέλους. Φαντάστηκα, πώς θα κύλησε μπροστά της όλη η σύντομη ζωή της, φαντάστηκα την σκέψη της να πετάει στο παιδί της, φαντάστηκα και τον φόβο της. Επρόκειτο για εκτέλεση. Δεν επρόκειτο για κάποιο παιχνίδι από αυτά που έπαιζαν με την Τασία και την Πόπη… Ακούμε πολλές ιστορίες για ανθρώπους που εκτελούνται για μιαν ιδέα. Που η τελευταία φράση τους είναι: «Ζήτω η πατρίδα»… Η μάνα μου δεν πέθαινε για κάποιαν ιδέα. Η μάνα μου δεν θα μπορούσε να είναι γενναία… Η μάνα μου πήγαινε στη σφαγή, στα είκοσι δύο της, κυριαρχημένη από τον απόλυτο φόβο και την απόλυτη αγωνία. Πρώτα απ’ όλα ήταν μάνα. Άφηνε πίσω της ένα παιδί στα δύο του χρόνια… Τί θα γινόταν αυτό το παιδί; Ποιος θα το μεγάλωνε»;
    Όμως το παιδί αυτό, που την περίμενε σ’ εκείνη  την αυλή της οδού Αρίωνος 8, και που ποτέ δεν θα την ξανάβλεπε, και που η εικόνα της δεν πρόλαβε να αποτυπωθεί ούτε καν στο αρνητικό φιλμ του εγκεφάλου του, είχε άνθρωπο να το μεγαλώσει… Τον Χρήστο τον καμπούρη… 

                                                                                                             Δημήτρης Μπούκουρας

                                                                                                             Από τους ΔΙΑΤΤΟΝΤΕΣ

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.