ΤΟ ΞΙΦΟΣ



Μόλις σταυρώσουνε τα ξίφη
σ έρημη πόλη σιωπηλή
θα σέρνονται στους δρόμους μύθοι
όσων δεν περπατούν στη γη.

Ο μεθυσμένος θα ουρλιάζει
και τα σκουπίδια θα κλωτσά
η θλίψη του αχ! πόσο στη δική μου μοιάζει
και πόσο στη δική σου μοναξιά.

Θα κοκκινίσει τότε το φεγγάρι
κι ο μαύρος καβαλάρης θα φανεί
θα προχωρήσει μ' υψωμένο το σπαθί του
και θα 'ρθει εμπρός σου να σταθεί.

Πόσοι διάττοντες αστέρες
σου χαρακώσαν τη ματιά
πόσα απ τα λόγια γίναν σφαίρες
και σου τρυπήσαν τη καρδιά.

Θα κλέψει χρώματ` απ τη δύση
και θα σου βάψει τα μαλλιά
να μη σκιαχτείς σαν σε χτυπήσει
του σπαθιού του η λάμα στη καρδιά.

Αργά να γείρεις με τη χάρη που αρμόζει
σε μεγαλόπρεπη θανή,
το τέλος να μη σε τρομάζει
ήρθε η δική σου η στιγμή.


Το ξίφος όποιος το φοράει
ξέρει πως είναι δανεικό
στοιχειό που αίμα αναζητάει 
αδιαφορεί ποιού θα ν` αυτό.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.