Στον πάτο του παλιού πηγαδιού.






Άγουρα σχήματα στης καρδιάς τις χαράδρες….
Μένεις νύχτες ξάγρυπνος…. Τρως λίγο… γίνεσαι ζόμπι…
Δεν πάει παραπέρα… πιο μετά είσαι χαμένος..
Φωτιές παντού… πέφτουν κορμιά… αγριεύεις….
Sos… επαναλαμβανόμενες εκπομπές
Παλλόμενα στοιχεία ελέγχουν την αναπνοή ….
Μια ηδονή ατέλειωτη γίνεται ένα με το ζώο μέσα σου…
Η φύση έχει ξυπνήσει και σε σκεπάζει με φως και γιασεμιά… τα πιο όμορφα γιασεμιά…

Κι εσύ θυμάσαι….
Ρεύμα 1000 βολτ διαπερνά τη σπονδυλική στήλη…
Μια φωνή σε ξυπνά…
Πατάς τη γη.. πατούσες γυμνές….
Ένα μυρμήγκι σουλατσάρει δεξιά απ’ το μικρό σου δάχτυλο…
Μου είπε πως την έλεγαν Χλόη, και πως της άρεσαν τα καμμένα τοπία γύρω απ’ τα ηφαίστεια, και Μοι άσπρες κιμωλίες στα χέρια των παιδιών που σχημάτιζαν τη γραμμή του τέλους.
Γυρνούσε και φώναζε με τη ντουντούκα ο τελάλης στα καφενεία των νησιών.
Στο πλάι μου ένα ματσάκι αγριόκρινα…
Απ’ το πιο μικρό το πιο στενό δρομάκι πας πιο γρήγορα παντού.
Τίποτα πιο όμορφο… ένα κεφάλι, ένα στέρνο, λίγα μαλλιά και δυό χέρια με όμορφα δάχτυλα.
Κι έτσι όπως κρέμεται στον τοίχο ο σοβάς, μοιάζει αέρα πρωινού που λυγά τις φορτωμένες κερασιές στο λιβάδι με τα βοτάνια και τις μυρωδιές.
Το πρόσωπό της Χλόης έμοιαζε με θέρος και με νύχτα… ούτε καν σαν όνειρο.
Ήθελα να την αγαπήσω μα το πρόσωπό της ήταν γυμνό… σιωπηλό.. ίσως την αγάπησα λίγο χθες στις βραδινές σκιές που κουρασμένες απ’ τον ήλιο του μεσημεριού μου γνέφαν πως ήταν ώρα να πηγαίνουν πια.
Έτσι όπως την κοιτούσα δεν μου έλειπε για μια στιγμή τίποτα… ούτε ονόματα, ούτε αισθήσεις, ούτε λέξεις… ούτε καν οι τρικυμίες του Βισκαικού… και το απαλό δάγκωμα της τίγρης.
Ήταν ήλιου αχτίνα που κεντούσε με φως τον καμβά των πόθων που μείναν κρυμμένοι στον πάτο του παλιού πηγαδιού.
Του απύθμενου.

Γιώργος Χρηστάκης
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.