Πολιορκία







Κι αφού είχαν φάει πια όλα τα μυαρά και τα ποντίκια, και δεν είχε μείνει πια κανείς ούτε φίλος ούτε συγγενής ζωντανός, κι ούτε κανένα ίχνος δεν είχε απομείνει, μα κι ούτε μια στάλα νερό να πιείς να δροσίσεις τον ξεραμένο λαιμό απ’ τα βογγητά και τις φωνές, κι ούτε σάλιο δεν είχε μείνει πια να συνεχίσεις......
Κι ούτε μια κατάρα δεν μπορούσαν να ξεστομίσουν για την ξένη, όπως γινόταν τον παλιό καιρό την ώρα του δείπνου, ή όταν δεν έπιανε παιδί μια παντρεμένη, ή όταν κοιλοπόναγαν τα ζωντανά.
Οι εχθροί, οι άλλοι κάτι θα σκαρφίζονταν εκεί απ’ έξω.
Πόσο ν’ αντέξεις πια μια τέτοια πολιορκία.......
Τις νύχτες βλέπαν απ’ τις πολεμίστρες τις φωτιές, κι ο νους βέβαια πήγαινε σε αίγες οφτές κι αγριογούρουνα, αν δεν έφερνε καμιά φορά ο άνεμος τις μυρωδιές μέσα στο κάστρο.
Κι αν δεν έφερνε πεντακάθαρους τους ήχους απ’ τα ποδοβολητά στο πεντοζάλι, απ’ το λαούτο και τη λύρα, ή απ’ τους στεναγμούς της μοναξιάς.
Κι αφού το καλοσκέφτηκαν και αποφάσισαν πως δεν πήγαινε άλλο, μαζευτήκανε, και με το βλέμμα, χωρίς μιλιά ψήφισαν έξοδο.
Άνοιξαν τις πόρτες και χύμηξαν έξω, τους έπιασαν στον ύπνο το βαθύ και τους μάτωσαν, τους ξέσκισαν.
Άφησαν μόνο ένα γέροντα που τυφλός πια παραλληρούσε.
Σε κανέναν άλλο δε χαρίστηκαν, ούτε άνθρωπο ούτε ζώο, ούτε καν σ’ ένα μισοτελειωμένο γιγάντιο ξύλινο άλογο, που ετοίμαζαν να τους το στείλουνε πεσκέσι….
Ποιός να ‘ξερε γιατί.


Γιώργος Χρηστάκης 
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.