ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ, του Δημήτρη Μπούκουρα



   Ο Γιώργης ο Ρεματάς, περπατούσε μες τη βροχή. Ήταν η ώρα που έκλειναν τα μαγαζιά και οι άνθρωποι ξεχύνονταν βιαστικοί τους δρόμους για να πάνε στο σπίτι τους. Θα έτρωγαν, θα κοιμόνταν λίγο, και ύστερα, με το απογευματινό άνοιγμα των μαγαζιών, θα ξανάρχιζαν τη δουλειά.
   Τυρόπιτες…
   Ο Γιώργης ο Ρεματάς έχωσε το χέρι του στη τσέπη της  στρατιωτικής χλαίνης που φορούσε. Η τσέπη αυτή παρέμενε   πιστή σε δυνάστη αφέντη μιάς εικοσαετίας, καθώς ήταν η μοναδική που δεν είχε τρυπήσει ακόμη. Έπιασε το εικοσάρι που είχε μέσα.
   Τυρόπιτες…
   Δε βαριέσαι…
   Ένιωσε τα παπούτσια του να γεμίζουν νερά. Τίποτε δεν είναι πιο φυσικό. Όταν τα παπούτσια είναι τρύπια και βρέχει, γεμίζουν νερά. Έτσι το αντιμετώπιζε κι αυτό, με την αδιαφορία της συνήθειας.
   Μια βιτρίνα:  Σάμαλι, πάστες, κανταΐφια.
   Δε βαριέσαι… Ένα εικοσάρι όλο κι όλο…
   Ο κόσμος είχε γίνει τώρα πιο βιαστικός. Οι ουρές στις στάσεις των λεωφορείων είχαν μεγαλώσει. Έβρεχε αστα-μάτητα.
   Ένα εικοσάρι… Μια ζεστή μακαρονάδα, «ολίγες πατάτες ψητού», και ύστερα τίποτα. Ας τρυπούσε μετά και η τελευταία τσέπη…
   Λαϊκό λαχείο…
   Ο Γιώργης ο Ρεματάς κοίταξε τα καρφιτσωμένα λαχεία του λαχειοπώλη, αναλογίστηκε τις προοπτικές μιάς όψιμης τύχης, και χάιδεψε το εικοσάρι του. Ύστερα, θυμήθηκε την μακα-ρονάδα και ξαναχάιδεψε το εικοσάρι. Δε βαριέσαι… Ένιωθε πια την άγρια πείνα να του τυραννάει τα μέσα του. Είχε αρχίσει να τρέμει από την υγρασία. Τα ρούχα του είχαν γίνει σκέτο στυπόχαρτο.
   Ένα καφενείο: Πρέφα, τάβλι, βρισιές. Ένα καφενείο της Ομόνοιας: «Καφενείο των φίλων». Σωστό ανακάτωμα. Επαρχι-ώτες, συγχωριανοί τους -πρωτευουσιάνοι τώρα- και τάβλι: Πόρτες, μουλτεζίμ, πλακωτό. Και χαρτί: Πρέφα, πικέτο, ξερή, κολτσίνα. Και συζητήσεις:
 -Πύραυλοι σου λέει ο άλλος!... Αυτό μας έλειπε… Μωρέ δε κοιτάμε λέω εγώ να βρούμε κάτι για τον καρκίνο που όπως πάει θα μας αφανίσει όλους…
   Ο Ρεματάς θυμήθηκε τα τρύπια του παπούτσια…
   -Η πολιτική κατάστασις, αγαπητοί μου, ως έχει σήμερον, παρουσιάζεται πολύπλοκος… Η διαχείρισις των οικονομικών…
   Ο Ρεματάς ξανασκέφτηκε το εικοσάρι του και πήγε σε άλλον κύκλο.
  -Το μεγαλύτερο μαργαριτάρι, λοιπόν, είναι σα μια μπάλα ποδοσφαίρου…
  -Δηλαδή ολάκερη περιουσία αδερφέ μου!...
  -Ναι…
  -Κοίτα μωρέ τί περίεργα πράματα που φτιάχνει η φύση!..
  -Ο Θεός!.. Πετάχτηκε ο θρησκευόμενος της παρέας…
  -Ρε σεις, ρίχνει καρεκλοπόδαρα έξω… Πάει δε θα πάμε σπίτι μας σήμερα… Λοιπόν, αυτά τα μαργαριτάρια βγαίνουν στις αχιβάδες…
  -Ναι… Όταν κλαίνε, λέει, βγάζουν τέτοια δάκρυα.
  -Να βγάζανε, μωρέ, τέτοια δάκρυα και οι γυναίκες. Κάθε μέρα θα την έδερνα εγώ τη δικιά μου.
  -Μα μήπως τώρα τι κάνεις ρε Παναγή; Δεν την σακατεύεις στο ξύλο;
  -Καλά τώρα. Ας τ’ αφήσουμε αυτά… Και πώς βρήκε ρε Τόλη ο παππούς σου μες την κοιλιά του ψαριού το μαργαριτάρι;
  -Να μωρέ!.. Το ψάρι τρώει την αχιβάδα, και ο άνθρωπος τρώει το ψάρι που έχει φάει την αχιβάδα  που έχει στην κοιλιά της το μαργαριτάρι… Καταλάβατε;
   Όλοι είχαν καταλάβει, ακόμη και ο πεινασμένος ο Γιώργης ο Ρεματάς .
   Βγήκε πάλι έξω και τράβηξε κατά την Βαρβάκειο. Έβγαλε το εικοσάρι από την τσέπη του και το έσφιξε για τελευταία φορά στη χούφτα του. Ύστερα πήγε σ’ ένα ψαράδικο και αγόρασε το  μεγαλύτερο ψάρι που θα μπορούσε να πάρει με κείνο το κέρμα.
   Ο Γιώργης ο Ρεματάς, δεν είχε λάδι για να τηγανίσει το ψάρι. Ούτε γκαζιέρα. Ούτε σπίτι.
   Και η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει…  




                                 Δημήτρης  Μπούκουρας
      Απο την συλλογή διηγημάτων Σκόρπια κι Άτακτα
Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.