Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΑΛΛΙΚΑ, διήγημα




Ο Θάνατος μιλάει γαλλικά


12:30 π.μ.  Café Marcel, παράδρομος Δελβινακίου, Πειραιάς.

   Ο Αντρέ καθόταν βαριεστημένος σαν πεταμένη μαριονέτα πάνω στον βαθουλωμένο και χιλιολεκιασμένο καναπέ. Η μόνη κίνηση που διέκοπτε την ατονία του ήταν το αργό ανεβοκατέβασμα του χεριού του, ώσπου να φέρει την πίπα με το όπιο στα χείλη του και να το αφήσει να πέσει πάλι στο μπράτσο του καναπέ. Απόψε δεν είχε όρεξη. Δεν είχε όρεξη ούτε και για να μιλήσει για το ναυάγιο που του χε -όπως έλεγε- «ανοίξει το νου» και τον είχε «βγάλει από τις ράγες της μικροαστικής του αντίληψης».
  
   «Oh! Petit garcon, αχ μικρό μου ρεμάλι», στέναξε η Βαλεντίν, δεξί χέρι και ερωμένη του ιδιοκτήτη του μικρού παράνομου καταγώγιου.
   Έδειχνε μια ιδιαίτερη συμπάθεια στον όμορφο νεαρό Αντρέ, ξαναγεμίζοντας κρυφά την πίπα του χωρίς να τον χρεώνει και κρατώντας του πάντα την καλύτερη θέση στο μαγαζί, στον παλιό καναπέ δίπλα της. Δυο τρεις φορές είχε επιχειρήσει να τον παρασύρει να της κάνει έρωτα, μα ήταν τέτοια η ζάλη και η σωματική του κατάπτωση που οι πόθοι της Βαλεντίν έμεναν έως τώρα ανολοκλήρωτοι. Στα τριάντα της, θλιβερά ανικανοποίητη από τον ηλικιωμένο πρώην καπετάνιο που την συντηρούσε και την χαρτζιλίκωνε, διατηρούσε ακόμη τον ρομαντισμό της αθώας καρδιάς της, προσδοκώντας να ζήσει τον μεγάλο έρωτα που θα σάρωνε τα σκουπίδια της ζωής της και θα της χάριζε την απόλυτη ευτυχία. Ο οκτώ χρόνια μικρότερός της Αντρέ είχε γίνει το ρόδινο όνειρο μέσα στο γκρίζο παρόν της.
  
   «Μόνο αν ήθελες...», τον κοίταξε, με μάτια ολοστρόγγυλα από την επιθυμία της να τον κοιτάζει.
   Ο Αντρέ δεν της απάντησε. Σήκωσε μόνο αργά την πίπα κι άφησε ένα πυκνό συννεφάκι ευδαιμονίας να χυθεί από τα ολόφρεσκα σαν φυλλαράκια λεμονιάς χείλη του.
   «Αν είσαι αρκετά ελαφρύς επιπλέεις», δήλωσε αλλοπρόσαλλα την παρουσία του κι ο καπετάν Μαρσέλ, παραδομένος κι αυτός στη μέθη του χρόνιου πάθους του για το όπιο.
   Ο Αντρέ γύρισε με κόπο το κεφάλι του προς το μέρος του και άνοιξε το στόμα του κάτι να πει, μα τελικά ότι είχε να πει το είπε από μέσα του. Του ήρθε στο νου η σωστική λέμβος που χτυπιότανε δυο μέρες έξω από το Γιβραλτάρ, σαν παιδική βαρκούλα μ αυτόν κούκλα από πλαστικό μέσα της. Ήταν μόλις δέκα οκτώ χρονών τότε, κι είχε ήδη μισοπεθάνει από τον φόβο πως θα πεθάνει. Θυμόταν ολοκάθαρα τα πτώματα που επέπλεαν δίπλα του τις πρώτες ώρες μετά το ναυάγιο. Του έγνεφαν και τον χαιρετούσαν καθώς τα κύματα ξεσήκωναν τα μέλη τους και τα τίναζαν ρυθμικά. «Bon voyage, καλή αντάμωση», του φώναζαν και βουτούσαν για πάντα στα σκοτεινά νερά. Τα είχε παρακολουθήσει όλα, να βυθίζονται γύρω του ένα ένα.
   Πλούτη, Έρωτες, Απολαύσεις! Αυτά μόνο μετρούσαν στη ζωή του πια. Κι όμως, τέσσερα χρόνια αργότερα, η μόνη απόλαυση που είχε βρει ήταν η λυτρωτική αποχαύνωση του οπίου. Είχε ένα μικρό εισόδημα από μερικές «μιας κάποιας ηλικίας» ευγενείς κυρίες, που ξεπλήρωναν την όμορφη παρουσία του στα σαλόνια τους  -και όχι μόνο- με χορηγίες για τις σπουδές του στη ζωγραφική. Στην πραγματικότητα, ελάχιστοι μισοτελειωμένοι πίνακες έπιαναν σκόνη στο ακατάστατο ατελιέ του κι ο δάσκαλος είχε βαρεθεί να περιμένει τα δίδακτρα και είχε διαγράψει από την ατζέντα του το όνομά του. Αντρέ Σατώ...
   Αχ, ο μικρούλης Αντρέ Σατώ, ο θαλασσοπνιγμένος μικρούλης Αντρέ Σατώ! Η πρόωρα χαμένη μάνα του   
-πατέρας δεν υπήρχε ποτέ- του είχε αφήσει ένα όμορφο μικρό διαμέρισμα στη Λυών, το οποίο βιάστηκε μετά τον παραλίγο πνιγμό του να το πουλήσει για να αγοράσει κοψοχρονιά το στούντιο που τον στέγαζε τώρα, στην πιο υποβαθμισμένη και κακόφημη συνοικία του λιμανιού του Πειραιά.
   «Μία μόνο ευκαιρία είναι αρκετή για έναν έξυπνο άνθρωπο».
   Αυτό ήταν το μότο του και περνούσε τον καιρό του περιμένοντας εκείνη τη μία καθοριστική ευκαιρία που θα τον έβγαζε από τη στασιμότητα και θα τον αναδείκνυε σε αυτό που πραγματικά ήταν. Έναν καλλιτέχνη της απόλαυσης, έναν μάγιστρο της χαράς, έναν μέθυσο του έρωτα, ένα χρυσό πουλί σε κλουβί από πούπουλα.
   Τον Θάνο τον είχε γνωρίσει στο ελεύθερο εργαστήρι ζωγραφικής του δήμου, εκεί που σύχναζε όταν τα οικονομικά του δεν του επέτρεπαν να επισκεφτεί το αγαπημένο του οπιοποτείο. Ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερός του, εξίσου όμορφος, μάλιστα έμοιαζαν τόσο πολύ εμφανισιακά που όλοι τους έπαιρναν για αδέρφια. Πόσο διαφορετικός όμως ήταν ο Θάνος στον χαρακτήρα! Σοβαρός και τυπικός, εργαζόταν σαν αποκλειστικός νοσοκόμος για να ζει τον εαυτό του και τη μάνα του κι έδειχνε να μην έχει την παραμικρή  αδυναμία. Τον Αντρέ τον ενοχλούσε η αδέκαστη ηθική του και η αψεγάδιαστη εικόνα του. Πολλές φορές σκεφτόταν πως θα ήθελε να έχει αρκετά χρήματα ώστε να εξαγοράσει την ηθική του και να τον διαφθείρει. Μα πού τον είχε θυμηθεί τώρα τον Θάνο! Την ίδια εκείνη στιγμή που αυτός απολάμβανε την ονειρική του μέθη, εκείνος σίγουρα θα ξαγρυπνούσε πάνω από το ρυπαρό προσκέφαλο κάποιου ετοιμοθάνατου γέρου.


1:00 π.μ.  Έπαυλη κοντέσας Ελεονόρας Δρακάτου, οδός Χρυσανθέμων 21- 23, Πειραϊκή.

   Ο νεαρός άντρας κοιτούσε την γερασμένη και άρρωστη γυναίκα κλεφτά, με βλέμμα γεμάτο δέος. Εκείνα τα χέρια που είχαν στραγγαλίσει ευτυχίες, κείτονταν ανήμπορα τώρα πάνω στο δαντελένιο λευκό σεντόνι. Εκείνα τα χείλη που χαν ξεστομίσει άσπλαχνους αποχαιρετισμούς έμεναν τώρα σφαλιστά και κάτωχρα σε μια ατέλειωτη γκριμάτσα ειρωνείας. Η ομορφιά είχε αφήσει μια δύσοσμη πικρίλα πάνω σε εκείνο το άλλοτε διαβολικά σαγηνευτικό -τώρα φρικτά ζαρωμένο- αναιμικό πρόσωπο. Τα βαθουλωμένα μέσα στις κόγχες τους μάτια είχαν πάρει το χρώμα ενός θαμπού σούρουπου. Τα ίδια μάτια που κάποτε πολύτιμα διαμάντια, αρκούσε να σε βάλουν στο οπτικό τους πεδίο για να σε καταδικάσουν σε αδηφάγα πείνα. Πείνα για κείνη... για την Ντίβα.
   «Νερό», έγρουξε αδύναμα, κι όμως η φωνή της είχε ακόμη μια επιβλητικότητα και μια αίγλη αδυσώπητη.
   Ο νοσοκόμος άφησε κάτω το βιβλίο που παρίστανε τάχα ότι διάβαζε κι έτρεξε να της φέρει ένα ποτήρι δροσερό νερό. Ήταν διαστροφή να αγγίζει εκείνο το στεγνό κομμάτι σάρκας το αψεγάδιαστο κρύσταλλο με τη χρυσή μπορντούρα. Χύθηκε λίγο νερό από το δίχως δόντια στόμα της και κύλησε στα αυλάκια του οργωμένου, άλλοτε αλαβάστρινου λαιμού. Ο νεαρός την σκούπισε με τα απαλά μακριά του δάχτυλα ασυναίσθητα, κι αναρωτήθηκε αν ήταν ιδέα του το ανεπαίσθητο τρεμούλιασμα στους κοκαλιάρικους ώμους της. Περίμενε λίγο μέχρι η ασθενής του να αποκοιμηθεί. Έκανε νόημα στην καμαριέρα να μην την ξυπνήσει. Όταν εκείνη του ψιθύρισε πως σε μισή ώρα έπρεπε να πάρει το χάπι της την καθησύχασε πως θα της το έδινε εκείνος.
  
   «Τι καλή και αφοσιωμένη γυναίκα», σκέφτηκε από μέσα του ο Θάνος για την στρουμπουλή μεσήλικη καμαριέρα.
   Ήξερε πως στην πραγματικότητα η Μαρία ήταν ο πιο κοντινός άνθρωπος που είχε η κοντέσα. Ήταν δίπλα της από μικρό κοριτσάκι, από τα χρόνια της δόξας της στο θέατρο, τότε που η βραχνή βαθιά αισθησιακή φωνή της Νόρας μάγευε ακόμα την αριστοκρατία των Αθηνών του 1950. Ήταν η καμαριέρα της, η οικονόμος της, η ψυχοκόρη, ο άνθρωπός της. Ο μόνος άνθρωπος που της είχε απομείνει πια. Ο μόνος άνθρωπος που θα έκλαιγε πάνω από το νεκροκρέβατό της.
  
   «Άχρηστα πλούτη... άχρηστη δόξα», μουρμούρισε θλιμμένα ο Θάνος, βάζοντας στη θέση του τον χρυσοδεμένο τόμο με την ιστορία του ευρωπαϊκού  θεάτρου του μεσοπολέμου που ξεφύλλιζε πιο πριν.
   Ξεφύσηξε και κοίταξε το φτηνό ρολόι του. Είχε λίγη ώρα ακόμη. Σεργιάνισε στο αρχοντικό υποτίθεται άσκοπα, μα τα βήματά του τον έφεραν πάλι στην κλειδωμένη πινακοθήκη. Η Μαρία τον είχε συμπαθήσει εξαρχής, από την πρώτη μέρα που είχε έρθει να αναλάβει την κατ οίκον φροντίδα της άρρωστης κυράς της, τέσσερις μήνες τώρα. Είχαν κάνει πολύωρες συζητήσεις μέσα σε αυτούς τους τέσσερις μήνες, όλες εκείνες τις ώρες που ξαγρυπνούσαν και οι δύο έξω απ την πόρτα της κοντέσας Νόρας. Τρεις εβδομάδες μετά, αφού είχε μάθει για την αγάπη του Θάνου για τη ζωγραφική, η καλόκαρδη κι ευγενική Μαρία του είχε εμπιστευτεί το κλειδί της πινακοθήκης. Ο Θάνος ξεκλείδωσε τώρα με το κλειδί και μπήκε στο κατασκότεινο δωμάτιο. Του άρεσε να αγγίζει τους πίνακες στο σκοτάδι, να αφήνει τα δάχτυλά του να σέρνονται στις ανεπαίσθητες αυλακιές τους, να κυνηγάει ένα ρυάκι που είχε χαράξει η φθορά πάνω σε ένα αναγεννησιακό πορτρέτο, να χοροπηδά χαρούμενα τα ακροδάχτυλά του πάνω στις φαινομενικά ακατάστατες κρουστές πινελιές ενός διάστικτου ρομαντικού τοπίου, να μυρίζει το παμπάλαιο λουστραρισμένο ξύλο της κάθε κορνίζας... κι ύστερα η σκόνη, το μάταιο, η αχαριστία του πλούτου. Όσο και να τον έχεις αγαπήσει δεν σου ανταποδίδει ποτέ τίποτα από την αγάπη σου. Όσο κι αν τον έχεις διαφυλάξει δεν σε φυλάει ποτέ από το μαστίγιο της ζωής, τη νεροκατεβασιά του χρόνου. Τίποτα. Δεν θα σου δώσει ποτέ του τίποτα. Μόνο την ικανοποίηση να τον βλέπεις, να τον αγγίζεις, να καμαρώνεις πως «τον έχεις». Ψεύτης εραστής. Ψυχρός. Ανίκανος.
  
   «Σκατά!», είπε δυνατά ο Θάνος και βγαίνοντας κλείδωσε ξανά την μαυρισμένη ξύλινη πόρτα που πίσω της έκρυβε το μόνο πράγμα που ζήλευε εκεί μέσα.
   Δεν χρειάστηκε να ξυπνήσει την κοντέσα για τα χάπια της. Ο πόνος την είχε ξυπνήσει ήδη. Παυσίπονα, ηρεμιστικά, ναρκωτικά ικανά να κάνουν έναν υγιή άνθρωπο να νοιώσει σαν άγγελος στον παράδεισο. Κι ήταν τόσο φτηνά που μπορούσε να τα αγοράσει ο κάθε φτωχός συνταξιούχος στη χώρα. Τα πλούτη της δεν της εξασφάλιζαν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Τη λυπόταν. Μάλλον όχι, τη συμπονούσε. Την άφησε με ένα στραβό μακάριο χαμόγελο στη φροντίδα της Μαρίας και κούμπωσε το κοτλέ μπουφάν του για να γυρίσει με τα πόδια στο σπίτι. Η μάνα του κοιμόταν. Στο τραπέζι της κουζίνας βρήκε το πιάτο με τα κρύα αλλά πεντανόστιμα γιουβαρλάκια κι έφαγε μόνος του στη σιωπή χωρίς καν να ανοίξει την μικρή ολοκαίνουρια ασπρόμαυρη τηλεόραση. Γδύθηκε κι έπεσε στο κρεβάτι του, το ίδιο κρεβάτι που κάποτε ήταν η κούνια του, εκείνο το γνώριμο ανώμαλο στρώμα με τις σανίδες που αγκομαχούσαν από κάτω του σαν γριές ερωμένες, ξέροντας όλα του τα νυχτερινά καμώματα κι όλες του τις κρυφές επιθυμίες.


8:30 μ.μ. Ελεύθερο εργαστήρι ζωγραφικής δήμου Πειραιά, οδός Μαυροματαίων 67, Πειραιάς     

   «Μας σνομπάρεις, φίλε», χαμογέλασε με αυτό το έμφυτα γοητευτικό του χαμόγελο και την τέλεια ελληνική προφορά του ο Αντρέ, κι έκανε τον Θάνο να χαμογελάσει κι αυτός.
   Είχε το ρεπό του σήμερα κι είχε έρθει κεφάτος από τις έξι να πιάσει το κάρβουνο και το ψωμάκι για να συνεχίσει την προτομή της τυφλής Δίκης που δούλευε αυτό τον καιρό. Είχε μπουχτίσει να ζωγραφίζει Αφροδίτες και Ηνίοχους και όταν είχε βρει στο Μοναστηράκι το κομμένο κεφάλι της δικαιοσύνης φτιαγμένο από φτηνό όλο ρωγμές μάρμαρο δεν δίστασε να το αγοράσει και να το δωρίσει στο εργαστήριο, έτσι, από καπρίτσιο. Ο Αντρέ είχε εμφανιστεί λίγο μετά το σούρουπο, καλοντυμένος μα ατημέλητος όπως πάντα, χωρίς καμία όρεξη να ζωγραφίσει. Έκατσε σε μια καρέκλα πίσω ακριβώς από τον Θάνο, κι έγερνε σε κάθε ύψωμα της βελόνας για να ζυγιάζει κι εκείνος τις αναλογίες της αποκεφαλισμένης Δικαιοσύνης μαζί με τον ζωγράφο.
  
   «Δυο μοίρες πιο κάτω», του είπε χωρίς κομπασμό στο αυτί και ο Θάνος παραδέχτηκε πως είχε δίκιο.
  
   «Αετίσιο μάτι!», σφύριξε με γνήσιο θαυμασμό και γύρισε το κεφάλι του πίσω για να τον επιδοκιμάσει.
  
   «Κάτι σκαμπάζουμε κι εμείς από τέχνη», γαργάρισε ικανοποιημένος ο Αντρέ, μόνο και μόνο επειδή είχε καταφέρει να αποσπάσει την προσοχή του από τον πίνακα.
   Χτύπησε δυνατά και φιλικά τον ώμο του Θάνου και τον τράβηξε τελικά σχεδόν με το ζόρι στο κυλικείο κάτω για τσάι με κονιάκ. Ο Αντρέ κέρασε. Είχε λεφτά για να κεράσει. Ύστερα κέρασε πάλι. Ο Θάνος γέλαγε. Το κονιάκ έκαιγε. Μα ήταν τόσο γλυκό μέσα στο ζεστό τσάι με το μέλι, που το έπιναν κι οι δυο τους αχόρταγα. Μετά ξέχασαν και το τσάι και το μέλι και συνέχισαν με σκέτο κονιάκ. Ο Θάνος δεν είχε πολλούς φίλους, μάλιστα θα έλεγε πως δεν είχε κανέναν, πέρα από κάποιους παλιούς συμμαθητές που σίγουρα πια τον είχαν ξεχάσει. Ο Αντρέ τσούγκριζε και φιλοσοφούσε, ο Θάνος μίλαγε. Για τι πράγμα μίλαγε; Για όλα! Για τη μάνα του, για τη δουλειά, για την κοντέσα, για τη Μαρία! Θεέ μου, πώς του χε έρθει να μιλήσει για τη Μαρία; Τώρα μιλούσε για την πινακοθήκη, μα δεν αναρωτιόταν πια. Μιλούσε στον Αντρέ γιατί ήταν ο καλύτερός του φίλος, ο αδερφός του, ο εαυτός του ο ίδιος. Ο αδερφός του του έδωσε τσιγάρο. Μούρλια!
  
   «Εμείς ξέρουμε τι χρειάζεται η Νόρα», του ψιθύρισε μελιστάλαχτα γέρνοντας προς το μέρος του.
  
   «Αγάπη», έκανε κι ο Θάνος να σκύψει προς το μέρος του άλλου αλλά ζαλίστηκε και ξαναγύρισε στη θέση του.
  
   «Ναι, αγάπη. Το παραμύθι της αγάπης», επιβεβαίωσε ο Αντρέ και «Η» ευκαιρία φόρεσε την όμορφη μάσκα της και χόρεψε για τον Θάνο τον χορό των εφτά πέπλων.
  
   «Να πεθάνει ευτυχισμένη», έκλαιγε μασώντας τις λέξεις ο Θάνος, κι όλο το σχέδιο είχε ζωγραφιστεί από τους δυο τους σαν ένας όμορφα καμωμένος πίνακας.
  
   «Θα της δώσουμε την ευτυχία», χαμογέλασε μόνο από την αριστερή μεριά των χειλιών του ο αξιαγάπητος Αντρέ και με αλτρουισμό αληθινού αδερφού συνόδεψε τον Θάνο ως την παλιά καγκελόπορτα του μικρού ασβεστωμένου σπιτιού του.
   Το επόμενο πρωί ο Θάνος απορούσε για την εμπιστοσύνη που είχε δείξει στον νεαρό Γάλλο, όμως όταν βγήκε από την καγκελόπορτα τυλιγμένος στο κοτλέ μπουφάν του ο  Αντρέ ήταν ήδη στο απέναντι πεζοδρόμιο και του χαμογελούσε ειρηνικά.
  
   «Για το καλό της», τον ενθάρρυνε βλέποντας τον δισταγμό του και κίνησαν μαζί για το απομονωμένο αρχοντικό.
  

 10:30 π.μ.  Έπαυλη κοντέσας Ελεονόρας Δρακάτου


   Όλες οι αμφιβολίες του Θάνου διαλύθηκαν όταν είδε τον τρόπο που ο Αντρέ πλησίασε τρυφερά και συνομίλησε με την ασθενή του. Μιλούσαν γαλλικά, που δεν του ήταν εντελώς άγνωστα, αλλά και σίγουρα δεν τα κατανοούσε απόλυτα. Μιλούσαν για τον Έρωτα... και για τον Θάνατο. Ποιητικό ζευγάρι. Ο Θάνος υπέθεσε πως η κοντέσα του μιλούσε για τους αμέτρητους θαυμαστές που δεν την είχαν ποτέ πραγματικά αγαπήσει, για τη ματαιότητα της ζωής και για τον επερχόμενο θάνατο.
  
   «Μπορεί να είναι ανήθικο μα είναι καλό», αναγάλλιασε κοιτώντας από μακριά το χαμόγελο της ετοιμοθάνατης Νόρας.
  
   «Ένας τελευταίος έρωτας, ένας αληθινός έρωτας, όλο αγάπη και θαυμασμό».
  


Μέσα στις επόμενες δέκα μέρες ο Αντρέ επισκεπτόταν την κατάκοιτη κοντεσίνα μαζί με τον νοσοκόμο  της κι έμενε μαζί της ακόμη και τις ώρες που ο Θάνος τριγύρναγε στο αρχοντικό ή μιλούσε με τη Μαρία. Φαινόταν να χουν αναπτύξει έναν πολύ έντονο δεσμό, που έκανε ακόμα και την αρρώστια της να υποχωρεί ξαφνιασμένη και τη ζωή να γυρνά ξανά στα τρεμάμενα μέλη της.
  
   «Για το καλό της», χαμογελούσε όλο αγάπη ο Θάνος.
  
   «Για το καλό της», μουρμούριζε απορημένη η Μαρία.
  
   «Για το καλό της», έσκιζε το χαμόγελο τα μάγουλα του νεαρού Γάλλου και κελαηδούσε σαν ξετρελαμένη καρδερίνα. 

1:30 π.μ.  Café Marcel, παράδρομος Δελβινακίου, Πειραιάς.

Ο καναπές δεν ήταν τόσο βολικός όσο έπρεπε. Το όπιο ήταν κατευναστικό. Η Βαλεντίν ήταν πανέμορφη. Τα μάτια της τον κοιτούσαν τόσο διεισδυτικά που έπρεπε να υποκύψει.
  
   «Τώρα ή ποτέ», του εκσφενδόνισε λιπόψυχα η μελαχρινή ομορφιά, κι εκείνος σαν υπνωτισμένος την ακολούθησε στο δωμάτιο.
   Δεν ήταν δωμάτιο ακριβώς, μάλλον αποθήκη, αλλά η παρουσία της Βαλεντίν έκανε το χώρο να μοιάζει με νοικοκυρεμένο ρόδινο σπιτικό. Κόλλησε πάνω του σηκώνοντας με το ένα χέρι την μπλούζα της για να αγγίξουν τα μικρά στήθη της στο στέρνο του. Εκείνος πέταξε το μπουφάν στο πάτωμα. Της χούφτωσε τα βυζιά. Ήταν μικρά μα οι θηλές μέσα στην τεράστια καφετιά άλω τους έμοιαζαν σαν πύργοι σε αμμουδερές νησίδες. Τη φίλησε στο στόμα. Της ρούφηξε τη γλώσσα. Γδύθηκαν κακήν κακώς, αφήνοντας ρούχα να κρέμονται αστεία από πάνω τους σαν σημαιάκια αλλοφροσύνης. Τη σήκωσε μέσα στα μπράτσα του και θήλιασε το κορμί της πάνω του. Στερεωμένη σαν έργο τέχνης πάνω στον ζωντανό της οκρίβαντα η Βαλεντίν εισέπραξε κάθε θαυμασμό που  είχε ποτέ στερηθεί και κάθε δέος που είχε ποθήσει ποτέ. Αλληλούια!



Τέλη Οκτώβρη 2005, 25 χρόνια μετά

11:00 π.μ. Γκαλερί Ιμορταλιτέ,  Ιουστινιανού 22, Κολωνάκι

  Η Ναταλία αποχαιρέτησε την συμπαθή ηλικιωμένη κυρία και ύψωσε μπροστά της τον μεγάλο πίνακα που της είχε αφήσει για συντήρηση με το αλλόκοτο συναίσθημα πως κάπου τον είχε ξαναδεί. Δεν της τύχαινε συχνά αυτό, να δει δηλαδή έναν πίνακα και να νοιώθει βαθιά μέσα της πως τον ξέρει. Ήταν από τους κορυφαίους συντηρητές έργων τέχνης της γενιάς της και το γνώριζε αυτό, είχε φτύσει αίμα για να το καταφέρει, αλλά αυτή η αίσθηση ντεζαβού πάντα την ξάφνιαζε, της γαργαλούσε το μυαλό με τρόπο σχεδόν κακό. Ήξερε πως δεν θα έφευγε απ το μυαλό της αν δεν έβρισκε αυτό που της θύμιζε, το εικαστικό ταίρι του.
  
   «Μαρμελάδα ροδάκινο», μουρμούρισε μιλώντας στην ουσία στον πίνακα.
   Έτσι κατηγοριοποιούσε τους πίνακές της, δίνοντάς τους ονόματα φαγητών ή γλυκών, κάποιες φορές λουλουδιών ή ποτών. Αυτός ήταν ένας πίνακας μαρμελάδα ροδάκινο. Σπιτική μαρμελάδα. Ζεστή μαρμελάδα.
   Τον πήρε μαζί της φεύγοντας από την γκαλερί, και σε κάθε της βήμα προσπαθούσε να υπενθυμίσει στον εαυτό της πως κάτω απ τη μασχάλη της κρατούσε έναν πίνακα κι όχι ένα βάζο με μαρμελάδα. Στο σπίτι, στο σχεδιαστήριό της, οι φακοί και τα μικροσκοπικά πινελάκια της μαγεύτηκαν από τον νέο καλεσμένο, ερωτοτρόπησαν με τις φλέβες του κορμιού του και αναγάλλιασαν συνθέτοντας ονειρικά τον πυρετώδη χορό της έμπνευσης του καλλιτέχνη. Στο σημείο εκείνο πάντα αναγνώριζε αν ο πίνακας ήταν αυθεντικός ή αντίγραφο, δεν ήξερε πως, αλλά το αναγνώριζε, το διάβαζε, το έβλεπε ολοκάθαρα μπροστά της, όπως άλλοι διαβάζαν το «πάτερ ημών».
  
   «Αυθεντικός, γεμάτος συναίσθημα», χαμογέλασε νυσταγμένη η Ναταλία και έπεσε για ύπνο να ονειρευτεί τον Αθανάσιο Αθάνατο, τον άγνωστο υπογράφοντα του πίνακα.
   Στον ύπνο της ήταν η γυναίκα μέσα στον πίνακα, ψιλόλιγνη και αισθησιακή, φορούσε γκριζοασημένια τουαλέτα και διαμάντια και χόρευε ερωτευμένη με τον μελαχρινό κουστουμαρισμένο παρτενέρ της μέχρι που της πόνεσαν τα πόδια. Έκατσε σε ένα σκαμνάκι να βγάλει τις γόβες της. Και τότε την πλησίασε ο άντρας με τον οποίο χόρευε στον πίνακα. Μα δεν ήταν πια ίδιος. Ήταν ασπρομάλλης και γερασμένος, μα τόσο απίστευτα όμορφος, σαν να ταν πίνακας ζωγραφικής από μόνος του. Ένοιωσε τα σωθικά τη να καίγονται, τα πόδια της να ανοίγουν ασυναίσθητα, και παραδόθηκε σε έναν υπέροχο ονειρικό οργασμό που την ηρέμησε και της χάρισε  έναν εξάωρο ύπνο χωρίς διακοπές. 
  
5:30 μ.μ. Χώρος τεχνών, οδός Καποδιστρίου 7, Εξάρχεια


Η Ναταλί δεν είχε σκοπό να εμφανιστεί στην έκθεση ζωγραφικής, ώσπου ο συνεργάτης της την πήρε τηλέφωνο μέσα στο μεσημέρι να της πει πως δεν θα παρευρισκόταν λόγω πένθους.
  
   «Θα πενθήσεις αύριο για τα καλά!», έβριζε προσπαθώντας να ντυθεί αρκετά αξιοπρεπώς για την έκθεση η νεαρή γκαλερίστα.
   Σιχαινόταν τους ανίδεους επισκέπτες των εκθέσεών της, σιχαινόταν επίσης το να φοράει ταγιέρ για να τους κάνει τη «σωστή» εντύπωση. Θα προτιμούσε να φορέσει ένα σκισμένο τζιν και μια μπλούζα Blind Guardian, αλλά αυτό δεν θα έφερνε πελάτες στην γκαλερί, ούτε θα ήταν αρκετά ικανοποιητικό για τον πελάτη της. Αντρέ Σατώ, καλός ζωγράφος, καλός πελάτης, της έφερνε αρκετά λεφτά στο ταμείο. Τίποτα αξιοθαύμαστο, αλλά τέλος πάντων καλός.
   «Βλαμμένος», μουρμούρισε η Ναταλία στριμωγμένη σαν μαντολάτο μέσα στο τυπικό της περιτύλιγμα, αλλά χαμογελούσε και εκθείαζε την τέχνη του στους χαζοχαρούμενους και πλούσιους επισκέπτες της έκθεσης.
   Κρύφτηκε στο μπάνιο για να κατεβάσει ένα νεροπότηρο Ντραμπουί. Ανατρίχιασε. Ωραία, τώρα θα μπορούσε να πουλήσει μερικούς πίνακες σε γελοίους φιλότεχνους. Έσιαξε την κοντή φούστα της και ξεκούμπωσε το σακάκι του ταγιέρ. 
   Δεν ήταν σίγουρη πότε το κατάλαβε. Μάλλον σταδιακά. Δεν είχε ποτέ ως τώρα παραστεί σε έκθεση του Σατώ. Πάντως το κατάλαβε προτού δει τον πίνακα. Ήταν σχεδόν ίδιος, αλλά διαφορετικός. Η ίδια εικόνα, ένα ζευγάρι να χορεύει μέσα σε μια παλιομοδίτικη σάλα με φώτα και πέτρινα πλακάκια. Δεν ήταν όμως αυτό που την έκανε να καταλάβει. Δεν ήταν η ψιλόλιγνη κοντέσα με το ασημένιο φόρεμα και τα διαμάντια στο λαιμό, ούτε ο κουστουμαρισμένος καβαλιέρος με τα μαύρα μακριά μαλλιά. Αυτό που την έκανε να το καταλάβει ήταν η αίσθηση της μαρμελάδας ροδάκινο. Το ίδιο ζεστή, το ίδιο γλυκιά, το ίδιο σπιτική. Ήταν απίστευτο. Ή ο πελάτης της είχε αντιγράψει τον πίνακα που έκρυβε εδώ και δυο εβδομάδες στο μικρό της εργαστήριο ή....
  
   «Είναι το ίδιο πρόσωπο!», παραμίλαγε στον ύπνο της και ηδονιζόταν η Ναταλί.
   Βρισκόταν μπροστά σε μια απίστευτη αποκάλυψη.
  

Αρχές Νοέμβρη, γκαλερί Ιμορταλιτέ, Κολωνάκι

  Μέσα στην επόμενη εβδομάδα η γκαλερίστα έκανε φιλότιμες προσπάθειες να επικοινωνήσει με τον αναγνωρισμένο πελάτη της. Τζίφος. Το τηλέφωνο που είχε δεν ίσχυε πια. Ο Ντανιέλ, ο κοντούλης ροδομάγουλος συνεργάτης της είχε κι αυτός εξαφανιστεί.
  
   «Κόκαλα είχε αυτή η κηδεία;», τον ρώτησε εντελώς ανάλγητα όταν μπήκε στο μαγαζί τέσσερις μέρες αργότερα.
  
   «Η κηδεία ήταν του πατέρα μου», την κοίταξε πραγματικά κουρασμένος.
  
   «Συλλυπητήρια», του πέταξε τυπικά και συνέχισε να τον αγριοκοιτάζει περιμένοντας κάποια επιπλέον εξήγηση για την αργοπορία του.
  
   «Η κηδεία ήταν στην Αλβανία», της ξίνισε τα μούτρα ο Ντανιέλ και σωριάστηκε στο μικρό γραφείο δίπλα στο δικό της.
  
   «Ω, με συγχωρείς, συλλυπητήρια», είπε ειλικρινής αυτή τη φορά η Ναταλί, λες και τον συλλυπόταν επειδή ήταν Αλβανός κι όχι επειδή είχε χάσει τον πατέρα του.
  
   «Πώς πήγε η έκθεση;», έδειξε ενδιαφέρον για να εξιλεωθεί ο συνομήλικος της κυνηγός ταλέντων.
  
   «Πολύ καλά, πουλήθηκαν οι μισοί μέσα στις πρώτες πέντε μέρες», χαμογέλασε επιτέλους η αφεντικίνα του και του έδωσε να κοιτάξει έναν ασυνήθιστα μεγάλο σε μέγεθος πίνακα.
  
   «Ο τελευταίος χορός», την πληροφόρησε για τον τίτλο εκείνος. «Πώς και δεν τον πούλησες από τους πρώτους, συνήθως τον κυνηγάνε συλλέκτες. Φτιάχνει έναν για κάθε του έκθεση».
  
   «Ποιος φτιάχνει έναν για κάθε του έκθεση;», γέλασε από μέσα της η Ναταλία.
   Ο Ντανιέλ Κοσμά, αριστούχος της Καλών Τεχνών και ευσυνείδητος επαγγελματίας κοίταξε τώρα την αφεντικίνα του σαν να χε ξαφνικά μπροστά στα μάτια του μεταμορφωθεί σε βατραχίνα.
  
   «Ο Σατώ», της είπε τελικά σαστισμένος. 
  
   «Κοίτα την υπογραφή», άπλωσε το χαμόγελό της σε όλο του το μεγαλείο η θεόρατη βατραχίνα.
   Ο Ντανιέλ γούρλωσε τα μάτια. Ήξερε να διαβάζει τέλεια ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά από τυπωμένα βιβλία και εφημερίδες, αλλά με την καλλιγραφία μπερδευόταν πάντα. Ωστόσο ήταν απόλυτα σίγουρος πως η υπογραφή δεν έλεγε Αντρέ Σατώ.
  
   «Αντίγραφο με ονοματεπώνυμο;», έγειρε το κεφάλι κοιτώντας χαζά τον πίνακα. Οι βάτραχοι μέσα στο μαγαζί είχαν γίνει δύο.
  
   «Βρεκεκέξ», είπε ο βάτραχος νούμερο ένα.  
  
   «Κοάξ κοάξ», απάντησε ο δεύτερος.
   Ήταν ένα αστείο μεταξύ τους που πάντα τους έκανε να γελάνε, όμως τώρα δεν γέλασε κανένας.


19 Νοεμβρίου, 8:00 μ. μ. Έπαυλη Αντρέ Σατώ, οδός Χρυσανθέμων 21-23, Πειραϊκή

   Η Ναταλία είχε χτυπήσει το κουδούνι τουλάχιστον δέκα φορές και θα συνέχιζε να χτυπάει μέχρι να πιαστεί το χέρι της αν δεν της άνοιγε μια ηλικιωμένη παχουλή αρχοντογυναίκα με φαρδιά πλεκτή μπλούζα και καλοσιδερωμένο υφασμάτινο παντελόνι.
  
   «Τι θα θέλατε, παρακαλώ;», τη ρώτησε με ευγένεια που την ξάφνιασε.
  
   «Τον κύριο Σατώ, είμαι από την γκαλερί πείτε του», πέρασε σε ένα μισοσκότεινο βαριά επιπλωμένο καθιστικό και αμέσως η νεαρή γυναίκα ένιωσε πως κάτι εκεί μέσα ήταν παράταιρο.
  
   «Εσύ είσαι παράταιρη», κάκισε τον εαυτό της η Ναταλί και ευχήθηκε τώρα να είχε φορέσει το μαύρο ταγιέρ της με τις λευκές λεπτομέρειες κι όχι το χαμηλοκάβαλο στενό τζην και το παραφουσκωμένο της μαύρο μπουφάν. 
   Η ηλικιωμένη κυρία άργησε να επιστρέψει. Όταν φάνηκε είχε ένα συμπονετικό χαμόγελο στα χείλη και μια λυπημένη έκφραση στα μάτια.
  
   «Λυπάμαι, ο κύριος δεν μπορεί να σας δεχτεί. Όχι απόψε», άπλωσε με ανεξήγητη τρυφερότητα το χέρι της στον ώμο της και την οδήγησε έξω σιωπηλά.
   Έξω από την πόρτα, διωγμένη σαν ανεπιθύμητο γατί, η Ναταλία κοντοστάθηκε για λίγο λες και ήλπιζε πως η πόρτα θα ξανάνοιγε μετανοιωμένη και θα την καλούσαν πάλι μέσα. Η πόρτα δεν άνοιξε. Άρχισε να βρέχει.
  
   «Φτού», μουρμούρισε κι έκανε να φύγει.
   Ένα παράθυρο ήταν ανοιχτό. Φως και μουσική έπλεαν γύρω του και τα ξέφτια έφταναν τρεμάμενα μέχρι την εξώπορτα που στεκόταν εκείνη. Μελαγχολικό ροκ. «In the year 5555...» έπιασαν τα αυτιά της κι η βαριά μπαρόκ καγκελόπορτα την έβγαλε ξανά στον πραγματικό κόσμο.
  
   «Θα ξαναπάω», μουρμούραγε από το πρωί την επόμενη Δευτέρα.
 
 22 Νοεμβρίου, 7:30 μ.μ., έπαυλη Αντρέ Σατώ

   Πήρε μαζί της τον πίνακα που καθυστερούσε να επιστρέψει στην πελάτισσά της. Τον τύλιξε σε χαρτί. Το χαρτί είχε απάνω καμπανούλες και πασχαλίτσες. Δεν χτύπησε το κουδούνι παρά μόνο μία φορά, επίμονα, συνεχόμενα, υστερικά. Ήξερε πως δεν θα της απαντούσαν. Ήξερε πως ήταν ανεπιθύμητη. Έψαξε την αυλή και βρήκε μια ξεκλείδωτη πόρτα. Πέρασε μέσα από μια καθαρή αλλά μισοξεχασμένη κουζίνα, ύστερα ένας διάδρομος με λίγες πόρτες και μετά.... Τάνγκο. Το σπίτι ήταν ένα δάπεδο κλεισμένο γύρω με τοίχους και όλος ο αέρας μέσα του ήταν ένα στροβιλιζόμενο τάνγκο. Ο πίνακας στο χέρι της έτρεμε σαν να ταν ζωντανός. Το χέρι της έτρεμε. Ίδρωσε. Μια σκάλα οδηγούσε στο πάνω πάτωμα. Δεξιά της ήταν το μικρό καθιστικό που είχε δει στην προηγούμενη επίσκεψη. Κανείς δεν την σταμάτησε. Ανέβηκε πάνω. Διάδρομος, πόρτες, μια ολοφώτεινη αίθουσα. Κρυφοκοίταξε με κομμένη την ανάσα. Τι περίμενε να δει; Πάντως όχι αυτό που είδε. Μια ασπρόμαλλη φιγούρα σε ένα αναπηρικό καροτσάκι κυλούσε ρόδες, χέρια και δάκρια στο ρυθμό της μουσικής. Συνεπαρμένος, μια θλίψη ολόκληρος, ο Αντρέ Σατώ χόρευε με το φάντασμα κάποιας αγαπημένης πάνω στα ίδια εκείνα πλακάκια που τόσες φορές είχαν απεικονιστεί στους πίνακές του. «Whatever Lola wants», τιναζόταν η μουσική κι ο μοναχικός χορευτής ζούσε στον ρυθμό της και μόνο σε αυτόν.
  
   «Μεσιέ  Σατώ...», η φωνή της ίσα που ακούστηκε πάνω από το γλυκολίκνισμα της μουσικής.
   Τα χάλασε όλα! Με μιας ο χορευτής σταμάτησε να χορεύει, σπινιάρισε σε μια άκρη της αίθουσας και η μουσική απότομα σώπασε.
  
   «Τι θες εδώ;», γρύλισε σχεδόν, χάνοντας μεμιάς όλη την αβρότητα της ύπαρξής του.
   Η Ναταλία τρόμαξε. Ευχήθηκε να μην είχε έρθει στο αρχοντικό απόψε, να μην είχε μπει κρυφά μέσα, να μην είχε δει τον τρελόγερο να χορεύει, να μην του είχε μιλήσει.
 
    «Α.... αυτός ο πίνακας», βρήκε επιτέλους από κάτι να κρεμαστεί και έτεινε το πακέτο με τις καμπανούλες και τα χαριτωμένα ζουζούνια προς τον αγριεμένο σωρό από άσπρες τρίχες πάνω στο καροτσάκι.
   Δεν ήξερε γιατί επέμενε να του μιλάει στα γαλλικά, αφού εκείνος της είχε αποκριθεί στα ελληνικά.
   Ο άντρας φώναζε «Μαρία», η Ναταλία κόντεψε να βάλει τα κλάματα, κι ο πίνακας κορόιδευε και τους δυο τους ντυμένος με την αποκριάτικη στολή του, όλη καλυμμένη με μαμούνια και καμπάνες.
  
   «Αυτός ο πίνακας είναι δικός σου», κατάφερε τελικά να επιβάλει κάποια ηρεμία η φωνή της παράνομης επισκέπτριας και το χέρι της ξεγύμνωσε άτσαλα τον «τελευταίο χορό» από την φρούδα φορεσιά του.
   Τα μάτια του κοίταξαν για λίγο τον πίνακα λοξά, χαμένα ανάμεσα σε παχιά ασπρισμένα φρύδια, μακριά αχτένιστα μαλλιά και εξίσου μακριά λευκά γένια. Το κορμί του άρχισε να τρέμει, και τα σφιγμένα πάνω στα μπράτσα της αναπηρικής καρέκλας χέρια του μετέδιδαν το τρέμουλο σε ολόκληρο το καροτσάκι.
  
   «Κύριε Σατώ....», ξαναγύρισε ανήσυχη στον πληθυντικό, μιλώντας πάντα γαλλικά. 
  
   «Σκάσε!», ούρλιαξε η γέρικη μορφή απέναντί της κι έφερε τα χέρια στα αυτιά του για να μην την ακούει.
   Η Ναταλία αποσβολωμένη με την ανεξήγητη αντίδραση του ζωγράφου, ένοιωσε σχεδόν εφησυχαστικά τα χέρια της γηραιάς οικονόμου στους ώμους της και την άφησε να την κατεβάσει από τη σκάλα και να την οδηγήσει στο καθιστικό πίσω από την εξώπορτα.
  
   «Τι του συμβαίνει;», ρώτησε την ηλικιωμένη γυναίκα με αληθινή έγνοια και απίστευτη απορία.
  
   «Δεν θέλει να του μιλάνε γαλλικά», της χαμογέλασε θλιμμένα η οικονόμος και προς μεγάλη έκπληξη της Ναταλί της πρότεινε μια καρέκλα κι έκατσε κι εκείνη δίπλα της.
 
   «Θα ήθελες ένα τσάι, καλή μου;», τη ρώτησε μετά από λίγες κουβέντες και χάθηκε στην κουζινούλα να ετοιμάσει τσάι για τρεις.
   Την σέρβιρε πρώτη κι ύστερα ζήτησε συγνώμη για να πάει ένα αχνιστό φλιτζάνι μέσα σε ασημένιο δίσκο στον ζωγράφο στο πάνω πάτωμα. Έκανε αρκετά λεπτά να γυρίσει. Όλη αυτή την ώρα η Ναταλί δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο εκτός από τον αλλοπρόσαλλο γέρο στο καροτσάκι. Που χόρευε με φαντάσματα και μισούσε τα γαλλικά. Που ήταν και δεν ήταν γέρος. Που ήταν και δεν ήταν ο Αντρέ Σατώ.


   Οδήγησε την κομψή μαύρη κρος μέχρι την γκαλερί χωρίς να κάνει καμία σκέψη. Ξανάβαλε τον συναγερμό και ανέβηκε στο πατάρι. Άναψε το καλοριφέρ και ξάπλωσε στον αναπαυτικό καναπέ χωρίς καμία σκέψη. Το καντράν στο κινητό της έδειξε 00:00. Ξημέρωνε Τρίτη.
  
   «Εγώ θα πεθάνω κάποια στιγμή», της είχε πει χαμογελώντας καθώς την ξεπροβόδιζε από την μισάνοιχτη σκαλιστή καγκελόπορτα η Μαρία.
  
   «Δεν αντέχω να πάρω τέτοιο φορτίο μαζί μου. Αν το θελήσεις, μπορείς να κάνεις μεγάλο καλό. Και πίστεψέ με, δεν πρόκειται να βγεις χαμένη».
   Τι ήταν όλα αυτά που της είχε πει η καλοσυνάτη κυρούλα; Της είχε ξεφουρνίσει ένα σωρό λεπτομέρειες για τον κύριό της, για τη σύζυγό του τη Βαλεντίν που είχε σκοτωθεί στο Παρίσι πριν οχτώ χρόνια, για την ηθελημένη του παραίτηση και την ακινητοποίησή του στην αναπηρική καρέκλα χωρίς να έχει τίποτα το παθολογικό, για το μίσος του για τη Γαλλία και ότι είχε σχέση με αυτήν.
  
   «Ο Θάνατος μιλάει γαλλικά, αυτή ήταν η τελευταία κουβέντα της καημένης της κυρίας», σκούπισε ένα δάκρυ η ηλικιωμένη οικονόμος κοιτώντας τη Ναταλία κατάματα, λες και την ζύγιαζε, λες και περιεργαζόταν το αν και πόσο κατανοούσε τα λεγόμενά της.
   Ωστόσο, δεν είχε μάθει τίποτα γύρω από το μυστήριο του πίνακα, το μυστήριο του δημιουργού του, Αθανάσιου Αθάνατου.  Έπρεπε μάλλον  να στραφεί αλλού.
      
24 Νοεμβρίου. 10:15 π.μ. γκαλερί Ιμορταλιτέ, Κολωνάκι.

   Δεν είχε πάει καθόλου σπίτι από το βράδυ της Δευτέρας. Πήρε τηλέφωνο την πελάτισσα που της είχε αφήσει τον πίνακα, την κυρία Αργυροπούλου και της είπε πως μπορούσε να έρθει να τον πάρει όποτε ήθελε. Γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι η γυναίκα ήρθε με ένα ταξί, κουμπωμένη σφιχτά μέσα στο ακριβό αλλά όχι καινούριο παλτό της. «Σας ευχαριστώ πολύ», δεν πρόλαβε καν να τη ρωτήσει η Ναταλία. «Είναι ότι μου έχει απομείνει για να θυμάμαι τον Θάνο μου». «Ο σύζυγος σας;», χαμογέλασε προσπαθώντας να μη δείχνει την ταραχή της η Ναταλί. «Ο γιός μου», έκατσε στην δερμάτινη πολυθρόνα η κυρία Αργυροπούλου και φάνηκε πως είχε όλη την καλή διάθεση να πει τα πάντα για το αδικοχαμένο της βλαστάρι.   
  
   «Πνίγηκε πριν είκοσι πέντε χρόνια. Μας άφησε μόνες μας, εμένα και την αδερφή του. Ας είναι καλά ο γαμπρός μου, σπουδαίος άνθρωπος. Καλός οικογενειάρχης. Μας στάθηκε πολύ».
  
   «Έχετε άλλους πίνακες; Ήταν εξαιρετικός ζωγράφος», την κανάκεψε η νεαρή γκαλερίστα.
  
   «Δυστυχώς όχι, τους πέταξε όλους λίγες μέρες πριν τον χάσουμε».
   Πριν φύγει με τον πίνακα, έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση να ξαναβρεθούν για να πιούν έναν καφέ και να τα πούνε.   

Αρχές Δεκέμβρη, 6:30 μ.μ., έπαυλη Αντρέ Σατώ, Πειραϊκή

   Η Ναταλία είχε αρχίσει να νοιώθει έντονη συμπάθεια για την γηραιά οικονόμο από την πρώτη στιγμή που της είχε ανοίξει την πόρτα λίγες μέρες νωρίτερα. Καθώς τη γνώριζε ανακάλυπτε έναν εξαίσιο άνθρωπο, αφοσιωμένο και με έμφυτη ευγένεια, βασανισμένο αλλά παράξενα χαρωπό. Η μοναξιά δεν σήμαινε τίποτα για τη Μαρία, σαν να μην είχε νοιώσει μόνη ποτέ. Σερβίριζε τσάι, κάπνιζε στα κρυφά τα στενόμακρα ελαφριά τσιγαράκια της, χαμογελούσε και βούρκωνε σαν παιδί. Και μιλούσε. Μιλούσε για όλα. Και για όλους. Εκείνο το βράδυ ο ζωγράφος ζήτησε να τη δει. Εκείνη είχε ήδη έρθει τέσσερις φορές ζητώντας τον. Ανέβηκε πάνω μόνη της, όσο η Μαρία έπλενε τα φλιτζάνια και τους δίσκους από το τσάι. Σήμερα φορούσε ένα σχισμένο τζιν και μια φούτερ με κουκούλα που πάνω είχε ζωγραφισμένο στο χέρι ένα περίτεχνο εξώφυλλο των Blind Guardian. Η πρώτη κουβέντα που της είπε ο ασπρομάλλης ζωγράφος, μισοκρυμμένος πίσω από ένα τεράστιο καβαλέτο λουσμένο στο φως ήταν και η μοναδική του εκείνο το βράδυ.
  
   «Δεν υπάρχει Αντρέ Σατώ. Ο Αντρέ Σατώ είναι νεκρός». 
   Την κοιτούσε επίμονα αρκετή ώρα πριν ξεστομίσει την παράλογη φράση του. Εκείνη κρατούσε την ανάσα της, κι έτσι όπως ξεφύσηξε για να ανασάνει, έμοιασε λες και η πρότασή του την ανακούφισε τελικά από κάποιο τεράστιο βάρος.
   «Εσύ δεν είσαι ο Αντρέ Σατώ;», τόλμησε να μουρμουρίσει διστακτικά η νεαρή γυναίκα, παλεύοντας να διακρίνει κάτι από τα χαρακτηριστικά του κάτω από την ακατάστατη λευκή του μάσκα.
   Ο ζωγράφος την κοίταξε φευγαλέα και συνέχισε τη δουλειά του πάνω στο υπόλευκο καναβάτσο. Έκαναν μια πολύ περίεργη συμφωνία με τη Μαρία πριν φύγει εκείνο το βράδυ. Η ηλικιωμένη γυναίκα της ζήτησε ούτε λίγο ούτε πολύ να προσπαθήσει να ξελογιάσει τον τρελόγερο. Σε αντάλλαγμα θα της έδινε όλες τις πληροφορίες που ήθελε να μάθει, και ακόμα περισσότερες. Για τον Θάνο, τον Αθανάσιο Αθάνατο. Για τον σαγηνευτικό Γάλλο, τον Αντρέ Σατώ. Για την κοντέσα που είχε πεθάνει ευτυχής κληροδοτώντας μια τεράστια περιουσία στους τρεις τους. Και για τον θάνατο και την απάτη που τους βάραινε.

24 Δεκεμβρίου, παραμονή Χριστουγέννων 2005, 9:00 μ.μ., έπαυλη Αντρέ Σατώ

   Είχε έρθει με ταξί. Ήταν αδύνατον να πάρει τη μηχανή φορώντας μακριά τουαλέτα, γόβες και διαμάντια. Η Μαρία της άνοιξε την πόρτα χαμογελώντας με αγαλλίαση, κι ύστερα της ευχήθηκε καλά Χριστούγεννα κι έφυγε. Το γιορτινό δείπνο ήταν σερβιρισμένο στην μικρή τραπεζαρία στο πάνω πάτωμα μα φτάνοντας εκεί η Ναταλία δεν βρήκε κανέναν. Μόνο τα αναμμένα κεριά κινούνταν και ανάσαιναν πάνω στο τραπέζι. Αντανακλάσεις φωτιάς πάνω σε χρυσοποίκιλτα ποτήρια και ρουμπινένιο κρασί.
  
   «Αντρέ;», φώναξε με κάποιο φόβο, κι ύστερα σιγανή μουσική πλημμύρισε αργά το δωμάτιο σαν τούφες καπνού κι ο οικοδεσπότης της φάνηκε στην πλαϊνή καμάρα τσουλώντας την αναπηρική καρέκλα.
  
   «Γιατί ήρθες;», τη ρώτησε χαμηλόφωνα, κρυμμένος πάντα στις σκιές.
   Η έτοιμη απάντηση κόλλησε στο στόμα της και δεν είπε τίποτα. Ήξερε πως ήταν πανέμορφη, ολόιδια σχεδόν με τις πρωταγωνίστριες στους πίνακές του. Έτσι έπρεπε, της είχε πει η Μαρία όταν της έδινε τα ρούχα και τα κοσμήματα. Δεν τον πλησίασε καθόλου. Τον φοβόταν. Έκανε να κάτσει σε μια καρέκλα, κι εκείνος έσπευσε σαν σφαίρα να την τραβήξει για να της προσφέρει το κάθισμα. Έφαγαν σχεδόν αμίλητοι. Κάποια στιγμή η Ναταλί συνειδητοποίησε πως η μουσική ήταν ροκ μπαλάντες, πολύ γνωστές, μα σε ορχηστρικές εκτελέσεις που τις έκαναν να μοιάζουν με όπερα. Αντάλλαξαν λίγες κουβέντες. Για πίνακες, για έμπνευση, για πάθος.
  
   «Δεν είχα πουθενά καλύτερα να πάω», είπε με μια ανάσα, αφού είχε κατεβάσει μονορούφι ένα ποτήρι κρασί η νεαρή γυναίκα.
  
   «Χριστέ μου, θα κατουρηθώ πάνω μου», σκέφτηκε έτοιμη να κλάψει κι ένοιωσε λες και είχε πηδήξει μέσα στο παραμύθι «Η πεντάμορφη και το τέρας».
   Ήπιε πολύ, προσπαθώντας να πάρει θάρρος. Το κατάφερε, ή έτσι νόμισε. Μέσα σε μια ζάλη που δεν είχε ιδέα τι της έλεγε να κάνει, σηκώθηκε και τον πλησίασε αργά. Έσκυψε πάνω του και το μόνο που κατάλαβε ήταν πως μύριζε υπέροχα, σαν αγριολούλουδα που τα χει κάψει ο ήλιος και σφάδαζαν για λίγη δροσιά. Τον τράβηξε από τον γιακά. Τσούλησε μαζί με την καρέκλα κοντά της. Τα μαλλιά του είχαν φτιάξει λιγνές μπούκλες τζίβας πάνω στις πλάτες του. Είχε κοντύνει τα γένια του, μα πάλι το πρόσωπό του παρέμενε κρυφό. Τα τακούνια της χτύπησαν στο πάτωμα σαν μικρά πυροτεχνήματα και τον παρέσυρε στην αίθουσα που τον είχε πρωτοδεί, στα γνώριμα από δεκάδες πίνακες πλακάκια. Άναψε τα φώτα λες και ήξερε από πάντα πού βρίσκονταν, έπιασε το σιντί λες και ήξερε από πάντα πού βρισκόταν και δυνάμωσε τη μουσική εντελώς μεθυσμένη και συνεπαρμένη.
  
   «Αυτό που η Λόλα θέλει, αυτό η Λόλα παίρνει», χόρεψε όπως δεν είχε χορέψει ποτέ ξανά, σαν άξαφνα όλο εκείνο το θέατρο να ταν η πραγματική της ζωή, σαν να ταν αυτό που πάντα ήθελε.
   Η κατάλληλη ηθοποιός για το κατάλληλο έργο. Η κατάλληλη πόρνη για έναν δύσκολο πελάτη.
  
   «Τι θες να κερδίσεις;» την κορόιδεψε ο μεθυσμένος εαυτός της, καθώς αποκαμωμένη από το χορό ακολούθησε αργά τις εκπυρσοκροτήσεις των τακουνιών της ως την κάμαρά του.
   Ξάπλωσε στο κρεβάτι του και ανάσανε τα σεντόνια που σε κάθε μικρή της κίνηση ανέδυαν φειδωλά το άρωμα του κορμιού του. Εκείνος την κοιτούσε σφιγμένος και λαχανιασμένος πάνω στην κινητή νεκροφόρα του. Σήκωσε το κοφτερό ύφασμα της γεμάτης στρας τουαλέτας ως πάνω στη μέση της και άνοιξε τα πόδια της ακριβώς απέναντί του.
  
   «Το θέλεις;», άκουσε απορημένη τη φωνή της να τον προκαλεί.
  
   «Έλα να το πάρεις», συνέχισε, τραβώντας στην άκρη την λεπτή δαντέλα και αφήνοντας εντελώς εκτεθειμένο το πιο απόκρυφο κομμάτι του κορμιού της.
   Ο ζωγράφος τσούλησε αργά τις ρόδες του προς το πλάι του κρεβατιού.
  
   «Όχι!», τον σταμάτησε αγριεμένη η φωνή της Ναταλί.  
   «Όχι έτσι. Θα ρθεις περπατώντας», τον κορόιδεψε και άρχισε να χαϊδεύεται ξεδιάντροπα αγκομαχώντας πάνω στο κρεβάτι του. ..........

13 Μαρτίου 2006, 6:00 μ.μ., Χώρος Τεχνών, Εξάρχεια

   Η Ναταλία έτρεμε. Δεν ήταν σίγουρη γιατί, μα δίσταζε να πάει. Είχε περάσει τους τελευταίους τρεις μήνες προσπαθώντας να βγάλει απ το μυαλό της εκείνη τη νύχτα της παραμονής. Είχε φοβηθεί τον ίδιο τον εαυτό της. Ανήμερα Χριστούγεννα είχε βγει από την καγκελόπορτα της έπαυλης σαν κλέφτης. Δεν είχε αναζητήσει από τότε καμιά εξήγηση, δεν ήθελε να ξέρει. Δεύτερη έκθεση μέσα σε τέσσερις μήνες; Αυτό σήμαινε πως ο Αντρέ Σατώ ζωγράφιζε πυρετωδώς κάθε μέρα.
   «Δεν χρειάζεται να πας», την ειρωνεύτηκε η σκέψη της.  
   Φόρεσε χαμηλοκάβαλο τζην και μαύρο μακό Dream Theater. Καβάλησε την κρος κι έφτασε στον παλιό τεχνοχώρο πριν ακόμα καταφτάσουν οι πρώτοι προσκεκλημένοι. Εγκαίνια πάει να πει σε μεθάμε με λίγο ουίσκι και λίγη βότκα για να ανοίξεις εύκολα το πορτοφόλι σου. Δεν είχε καμία όρεξη να πιεί. Δεν την αναγνώρισε κανείς, ευτυχώς. Ο Ντανιέλ όπως πάντα ήταν άψογος στην διαφήμιση και το κουτσομπολιό, οπότε ο δικός της ρόλος ήταν απλά να κοιτάει, να θαυμάζει και να μην αγοράζει. Οι πίνακες του Σατώ ήταν ευχάριστα διαφορετικοί αυτή τη φορά. Απρόβλεπτοι, ζουμεροί, άγριοι. Με ένα τσίμπημα στην καρδιά αναγνώρισε κάτι από τον εαυτό της στις ερωτευμένες πρωταγωνίστριές του. Μαύρες σκιές σαν μισοτελειωμένα σκιάχτρα κυνηγούσαν τις σαγηνευτικές του δεσποσύνες. Τα τέρατα μέσα στην ντουλάπα.
  
   «Μαλακίζεσαι», μουρμούρισε η Ναταλί.
   Τελικά ένα Ντραμπουί θα το έπινε. Ίσως και δύο. Γύρω στις δέκα το βράδυ και μετά από άφθονα ποτήρια Ντραμπουί με πάγο, μέσα στο πολυποίκιλο πλήθος, η γκαλερίστα ξεχώρισε άξαφνα μια ψηλή μαύρη φιγούρα που της έκανε τρομερή εντύπωση. Ένα μυστήριο τοτέμ, ένας εξαιρετικά όμορφος γκριζομάλλης με άσπρες μπούκλες να υπερπηδούν τα πέτα του μακριού μαύρου παλτού του, ξεγλίστρησε σαν χορευτής μέσα από αργοκίνητους συνδαιτυμόνες και την πλησίασε σοβαρός. Σκιάχτηκε. Η ξαφνική του κίνηση δεν βοήθησε και πολύ. Σαν στυγερός επιδειξίας την στρίμωξε στη γωνιά της και άνοιξε το παλτό του και με τα δύο του χέρια. Η Ναταλία τα χασε. Μαύρο μακό Metallica και ξεθωριασμένο τζην κρύβονταν κάτω από το ακριβό παλτό.
  
   «Ήρθα να το πάρω», της είπε μόνο, ένα δευτερόλεπτο πριν την φιλήσει άγρια στο στόμα.
   Τα γόνατά της λύγισαν.
  
   «Αντρέ», ψιθύρισε ξέπνοα.
  
   «Λέγε με Θάνο», της εκμυστηρεύτηκε στο αυτί και την έσφιξε πάνω του σαν να ήθελε να τη λιώσει.
  
   «Ο Θάνατος μιλάει γαλλικά», ξεστόμισε τρέμοντας η Ναταλία, ασθμαίνοντας ήδη από την προσμονή της απάντησης.
  
   «Ο Θάνατος δε λέει κουβέντα», ικανοποίησε κάθε προσδοκία της ο άντρας απέναντί της.
  
   «Ο Θάνατος το έχει βουλώσει γιατί του έκοψα τη γλώσσα».


ΤΕΛΟΣ   

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.