ΟΤΑΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΑΝ ΟΙ ΤΟΙΧΟΙ ΜΑΣ sci fi διήγημα

         Ζούμε σε ένα κόσμο που η καθημερινότητα μας, η ζωή μας η ίδια βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην σύγχρονη τεχνολογία, στους υπολογιστές, τα μέσα μεταφοράς, τον ηλεκτρισμό, την ατομική ενέργεια. Θεωρούμε πως έχουμε έναν αναπτυγμένο πολιτισμό και είμαστε έτοιμοι να κάνουμε το επόμενο βήμα, προς τα άστρα. Η τροφή μας, το νερό, τα ρούχα μας, η υγεία μας βασίζονται όλα στην σύγχρονη τεχνολογία, αυτήν που ΕΜΕΙΣ δημιουργήσαμε.                        
Ο ιός Stuxnet δημιούργημα των αμερικάνικων και ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών προκειμένου να χτυπήσουν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, έγινε αντιληπτός το 2010 και χαρακτηρίστηκε ως πιθανώς ανεξέλεγκτο όπλο. Αυτό φυσικά ήταν μόνο η γνωστή σε μας μέχρι τώρα, αρχή της επίσημης κήρυξης και έναρξης  του Κυβερνοπολέμου. Η έκβαση και τα αποτελέσματα άγνωστα. Τι θα συνέβαινε όμως στην κοινωνία μας εάν κάποια στιγμή στερούμασταν ξαφνικά την πρόσβαση σε όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες που θεωρούμε δεδομένα; Εάν απογυμνωνόμασταν από το προστατευτικό κουκούλι μας;  Πόσο πολιτισμένοι είμαστε στην πραγματικότητα;  Πόσο απέχουμε από μας σπηλιές και τα δέντρα που ξεκινήσαμε ως είδος; 


        Όλα πρέπει να ξεκίνησαν εκείνο το ιδιαίτερα κρύο απόγευμα του Γενάρη, πριν από μας μήνες, όταν δεν μπορούσαμε να δούμε μας τοίχους μας στο facebook. Άλλοι έλεγαν για αναβάθμιση του, άλλοι για κάποιο bug. Μικρή σημασία έχει πια.  Κάναμε πλάκα οι περισσότεροι, κάποιοι συγκάλυπταν με αυτό την αρχή του στερητικού που θα έρχονταν χωρίς facebook κάποιοι άλλοι από μας απλώς βρήκαμε άλλη μια ευκαιρία για να τρολλάρουμε και να περάσει η ώρα. Δεν μπορούσαμε να ξέρουμε τότε τι ερχόταν, αλλά κι αν ξέραμε δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσαμε να κάνουμε.

    Σε λίγες μέρες και άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρουσίασαν δυσλειτουργίες τέτοιες, που έσπασαν τα νεύρα στα εκατοντάδες εκατομμύρια χρήστες τους.  Οι ανακοινώσεις του τύπου μιλούσαν για κακόβουλες συντονισμένες κυβερνοεπιθέσεις συνήθως, ή για προβληματικά κομμάτια κώδικα στο λογισμικό. Κάθε μέρα τα περιστατικά πλήθαιναν και κλιμακώνονταν. Έπεσαν μεγάλα portals, κάποια για αρκετές ώρες. Επιθέσεις δέχτηκαν και διάφοροι οργανισμοί, τράπεζες και πολυεθνικές.

   Κανείς δεν ήξερε ακριβώς να πει ποιος ή ποιοι ήταν πίσω από μας επιθέσεις, ούτε που αποσκοπούσαν πέρα από το χάος. Σε μια ήδη προβληματική και παραπαίουσα παγκόσμια οικονομία, το χάος αυτό από μόνο του γέννησε πληθώρα αλυσιδωτών προβλημάτων τα οποία έπληξαν κυρίως τις φτωχές χώρες. Αρκετές φορές αεροδρόμια έκλεισαν γιατί έπεσαν οι επικοινωνίες. Όλη η οικονομία και η καθημερινότητα βασιζόταν εδώ και χρόνια στο διαδίκτυο, στο internet. Κολοσσοί οικονομικοί άρχισαν να παρουσιάζουν κάμψη καθώς οι βλάβες στο λογισμικό μας ακινητοποιούσαν στα εργοστάσια γραμμές παραγωγής ή γίνονταν πληρωμές και παραγγελίες σε λάθος αποδέκτες. Τα μεγάλα χρηματιστήρια αναγκάστηκαν πολλές φορές να κλείσουν από μερικές ώρες ως και λίγες μέρες για τον ίδιο λόγο.  Ήταν πια φανερό, έτσι πίστευαν όλοι, πως κάποιοι ήθελαν να ρίξουν το  internet σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλά το internet δεν πέφτει, τουλάχιστον δεν πέφτει όλο, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Και όντως δεν έπεσε.

     Όσο κι αν προσπάθησαν τα πιο λαμπρά μυαλά των μεγαλύτερων εταιριών στο χώρο της ασφάλειας λογισμικού και διαδικτύου,  δεν μπόρεσαν, στάθηκε αδύνατον να εντοπίσουν την πηγή προέλευσης των κυβερνοεπιθέσεων. Υποψίες και κατηγορίες υπήρξαν πολλές και ποικίλες, στοχοποιώντας πότε πρόσωπα ως πιθανούς υπαίτιους, πότε τρομοκρατικές ισλαμικές οργανώσεις, μέχρι τους Κινέζους και τους Ρώσους, ή τη μαφία. Φυσικά κανείς από τους παραπάνω δεν ήταν ο υπεύθυνος, δεν βρέθηκαν ούτε καν ενδείξεις. Μεγάλα μπλακάουτ άρχισαν να συμβαίνουν μας αναπτυγμένες κυρίως χώρες βυθίζοντας τες για ώρες στην αρχή και μετά για μέρες στο σκοτάδι. Το εκνευριστικό και ανησυχητικό συνάμα ήταν πως δεν βρέθηκε ούτε ίχνος κακόβουλου λογισμικού πουθενά. Κανένας ιός κανένα πρόγραμμα. Κάποιοι μίλησαν δειλά για σκουπίδια στον κώδικα, ασύνδετες άχρηστες γραμμές κώδικα, χωρίς κανένα νόημα και σκοπό, αλλά  θεωρήθηκαν ήσσονος σημασίας και αγνοήθηκαν οι παρατηρήσεις τους. Μίλησαν για φαντάσματα στη μηχανή. Κυβερνήσεις και κόσμος ήθελαν απαντήσεις επιτακτικά και κυρίως λύση. Οι επιθέσεις δεν είχαν συγκεκριμένο μοτίβο. Έμοιαζαν τυχαίες. Τυχαίες, απρόβλεπτες, ξαφνικές και κάθε φορά με μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση. 

     Από το Μάρτη πλέον δεν έχουμε ίντερνετ, και το ηλεκτρικό έρχεται για λίγες ώρες ακανόνιστα. Ούτε και νερό έχουμε, πολλές φορές για κάμποσες συνεχόμενες μέρες, πρέπει να μαζεύουμε όταν και όσο προλάβουμε τις ώρες που το δίκτυο ύδρευσης λειτουργεί. Το νερό, για να έρθει στις βρύσες θέλει ηλεκτρικό ρεύμα. Τα σουπερμάρκετ για να γεμίσουν τα ράφια τους πρέπει κάπως να δώσουν παραγγελία στις εταιρείες και αυτές να παράγουν τα προϊόντα στα εργοστάσια, μετά να μεταφερθούν τα διάφορα αγαθά στους προορισμούς τους. Επικοινωνίες σταθερές και αξιόπιστες δεν υπήρχαν πια πουθενά. Δεν λειτουργεί σχεδόν τίποτα. Οι υπολογιστές μας, δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς ρεύμα, κι όταν το ρεύμα έρχεται δεν μπορούμε να τους χρησιμοποιήσουμε γιατί κάποιος ιός(;) δεν τους επιτρέπει ούτε καν να κάνουν εκκίνηση, αγνοώντας όλα τα προγράμματα προστασίας από κακόβουλο λογισμικό. Με τα τηλέφωνα και τα κινητά το ίδιο. Τα εργοστάσια σταμάτησαν να παράγουν, οι συγκοινωνία δεν υπάρχει, όλα τα αυτοκίνητα που διαθέτουν κάποιου είδους λογισμικό ακινητοποιήθηκαν, μόνο κάτι σαράβαλα πριν τη δεκαετία του ’80 παίρνουν μπροστά, αν βρουν βενζίνη κι αν βέβαια τολμήσει αυτός που διαθέτει κάτι τέτοιο να το κάνει μέσα στα απελπισμένα κι εξαγριωμένα πλήθη των δρόμων.  Ο κόσμος πεινάει, φοβάται είναι οργισμένος. Λεηλασίες παντού, φόνοι για ένα μπουκάλι νερό. Φόνοι για το τίποτα σε αιματηρές συμπλοκές που κανείς δεν ξέρει γιατί ακριβώς ξεσπούν. Αυτό που συνέβη είναι πως μια μέρα ξαφνικά, θα τη θυμάμαι αυτή τη μέρα, Δευτέρα 6 του Μάρτη μας 00:01 ώρα  GMT ( Γκρήνουιτς) και 2 το πρωί εδώ Αθήνα, σταμάτησαν να λειτουργούν ξαφνικά όλα. Όταν επανήλθε το ρεύμα μετά από 48 ώρες πανικού, μάθαμε από όσους είχαν ραδιόφωνα με μπαταρίες στα βραχέα, πως αυτό συνέβη σε παγκόσμιο επίπεδο. Μπαταρίες, το νέο γοργά αναπτυσσόμενο παγκόσμιο νόμισμα μαζί με τα μπουκάλια καθαρό νερό και τις κονσέρβες.

 ΚΑΤΙ είχε κατεβάσει μας διακόπτες ΠΑΝΤΟΥ. Για την ακρίβεια δεν τους είχε κατεβάσει, αλλά μας είχε κυριολεκτικά αποκλείσει. Εγκαταστάσεις και κτήρια με τα τελειότερα συστήματα αυτοματισμού, μεγάλες μονάδες παραγωγής, στρατιωτικές βάσεις υψίστης ασφαλείας κλειδώθηκαν ξαφνικά, σφραγίσθηκαν όλες ταυτόχρονα σε όλο τον πλανήτη, με το προσωπικό μέσα σε αυτές  ανήμπορο να αντιδράσει. Οι άνθρωποι είχαν αποκοπεί από ότι λειτουργούσε με ρεύμα. Κανένας υπολογιστής δεν δέχονταν εντολές και κανείς προγραμματιστής δεν μπορούσε να βρει το λόγο. Γιατί οι υπολογιστές δούλευαν, απλώς δεν δούλευαν για εμάς.

    Με λένε Σταμάτη Μαρκαντώνη, είμαι 32 ετών, μένω ακόμα εδώ στο Χαλάνδρι, δε ξέρω ακόμα για πόσο. Φοβάμαι, φοβάμαι πολύ. Ευτυχώς δεν έχω κανέναν να φοβάμαι και γι’ αυτόν. Όλη μου η ζωή μέχρι τώρα ήταν οι σπουδές μου, τελείωσα φιλοσοφική, ο αγώνας για να βρω μια δουλειά, όποτε έβρισκα κανονική δουλειά δηλαδή και το ίντερνετ. Έκανα ιδιαίτερα σε παιδιά από φοιτητής ακόμα. Και ό,τι άλλο τύχαινε. Τα κατάφερνα με δυσκολία, αλλά επιβίωνα. Μόνιμη σχέση δεν είχα, όλες οι γυναίκες που γνώρισα, θέλανε προοπτική και οικογένεια κάποια στιγμή κι εγώ δεν διέθετα τα απαραίτητα εχέγγυα. Δεν με πείραζε. Τα περισσότερα βράδια μου τα περνούσα στο  facebook χαζολογώντας και καυλαντίζοντας. Ούτε κι αυτό με πείραζε, το είχα συνηθίσει, ήταν ένα υποφερτό υποκατάστατο προσωπικής ζωής. Νόμιζα τότε πως η ζωή μου ήταν μίζερη, πόσο λάθος έκανα! Το τότε δεν απέχει πολύ από το τώρα που γράφω αυτές μας γραμμές, αν μας διαβάσει κανείς ποτέ, αν βρει το σημειωματάριο αυτό.
     Το τώρα είναι ο Σεπτέμβριος του 2017, 18 Σεπτεμβρίου. Τις περισσότερες ώρες της μέρας τις περνάω κρυμμένος εδώ μέσα, λουφάζοντας. Κοιμάμαι τη μέρα για να είμαι ξύπνιος τη νύχτα. Για να έχω το νου μου αν προσπαθήσει να μπει κανείς εδώ. Έχω το δίκαννο του κυρ Χαράλαμπου που έμενε από πάνω, στον 4ο. Έμενε μαζί με την κα Γεωργία τη γυναίκα του. Ήταν οι σπιτονοικοκύρηδες του σπιτιού που νοίκιαζα. Ο κυρ Χαράλαμπος ήταν 80 και λίγο μικρότερη πρέπει να ήταν η κα Γεωργία. Δεν άντεξαν να ζουν αυτόν τον εφιάλτη. Τη σκότωσε με αυτό το δίκαννο και αυτοκτόνησε αμέσως μετά, τέλος του Απρίλη, δεν θυμάμαι ποια μέρα ήτανε. Σημείωμα δεν άφησαν, τα παιδιά τους, είχαν δύο παιδιά, ήταν εξωτερικό, Αυστραλία νομίζω.
   Πετάχτηκα όρθιος από τον τρόμο εκείνο το πρωί όταν άκουσα τους δύο πυροβολισμούς. Στην πολυκατοικία, που είχε οχτώ διαμερίσματα, εκτός από το δικό μου και του κυρ Χαράλαμπου, κατοικούνταν άλλα δύο. Οι πρώτοι όροφοι τα εγκατέλειψαν μετά τη διάρρηξη,τη λεηλασία του σπιτιού  και τη σφαγή του Χελιώτη και της οικογένειάς του, στον 1ο. Ο κυρ Χαράλαμπος μου είχε δώσει κλειδί του σπιτιού του λίγες μέρες πριν, αν κάτι συμβεί, να βοηθήσω. 
Με  συμπαθούσαν τα γερόντια αλλά κι εγώ τους συμπαθούσα. Αρκετές φορές καθυστερούσα το ενοίκιο μα ποτέ δεν είχαν στραβώσει, ούτε μου είχαν πει τίποτα. Ήξεραν στα χρόνια που νοίκιαζα το σπίτι μας πόσο δύσκολα τα έφερνα βόλτα. Πολλές φορές η κα Γεωργία μου έφερνε ταπεράκια με φαγητό. Είχαμε μια καλή σχέση. Θυμάμαι αμέσως μετά από τη τρομάρα των πυροβολισμών, ξεκλείδωσα την πόρτα μου κρατώντας σφιχτά το λοστό στο χέρι, αυτό ήταν το όπλο μου, και διστακτικά ανέβηκα τη σκάλα με ένα κόμπο στο λαιμό και το στομάχι. Φοβόμουνα. Η πόρτα τους ήταν κλειδωμένη και μέσα δεν ακουγόταν το παραμικρό.

 Ξεκλείδωσα και το πρώτο που αντίκρισαν τα μάτια μου ήταν την κα Γεωργία καθισμένη στην πολυθρόνα του σαλονιού με το πρόσωπο στραμμένο της στο ταβάνι και το στόμα ανοιχτό, σαν κάτι να πήγαινε να πει και την πρόλαβε ο θάνατος να σιωπήσει.
Στο κέντρο του στήθους της έχασκε μια μεγάλη τρύπα από όπου το αίμα πότιζε τη παλιομοδίτικη φλοράλ ρόμπα της. Στα πόδια της πεσμένος μπρούμυτα κειτόταν ο επί πενήντα χρόνια και βάλε σύζυγός της. Όλο το πίσω μέρος του κρανίου του κυρ Χαράλαμπου βρισκόταν σκορπισμένο, κόκκαλα μυαλά και αίμα στο ταβάνι και τώρα έσταζε στο χαλί. Μόνο το πρόσωπο είχε μείνει αφύσικα τραβηγμένο σαν εφιαλτική αποκριάτικη μάσκα. Έπεσα στα γόνατα από το σοκ κι έκανα εμετό, κυρίως γαστρικά υγρά. Όταν συνήρθα ξέσπασα σ’ ένα βουβό κλάμα. Τα σώματα τους τα τύλιξα στο χαλί και τα κατέβασα συρτά μέχρι την πιλοτή και τον μικρό κήπο στον ακάλυπτο. Εκεί έσκαψα ένα ρηχό λάκκο με το λοστό και τα χέρια, ούτε μισό μέτρο βάθος και τα κάλυψα με χώμα, στοιβάζοντας από πάνω όσα βαριά αντικείμενα μπόρεσα να βρω στον ρημαγμένο δρόμο. Παράξενο, αλλά φοβόμουν λιγότερο τώρα που είχα μαζί μου το δίκαννο.
     Οι μέρες πέρναγαν γεμάτες άγχος και τρόμο. Φωτιές ξέσπαγαν σε διάφορα σημεία μας πόλης και οι κραυγές είτε πόνου είτε θυμού, ανακατεύονταν με τα ουρλιαχτά κάθε λίγο και λιγάκι. Σχηματίστηκαν ομάδες ανθρώπων, είτε για να αμυνθούν, είτε για να λεηλατήσουν όποιους και όπου μπορούσαν. Συχνά τα όρια ήταν ασαφή και σημειώνονταν τρομερά αιματηρές κι ανελέητα βίαιες συμπλοκές μεταξύ ομάδων ή μας φορές και ανάμεσα στην ίδια ομάδα. Οι αφορμές ήταν μηδαμινές π.χ. ένας αναπτήρας ή μια κονσέρβα που κάποιος δεν θέλησε να δώσει στον άλλο. Αυτοί όλοι ήταν οι μέχρι πριν λίγους μήνες ευυπόληπτοι νοικοκυραίοι και καθόλα έντιμοι και πολιτισμένοι συμπολίτες μου. Οι περισσότεροι από αυτούς δηλαδή. Προτίμησα να το ρισκάρω μόνος μου. Δεν είχα εμπιστοσύνη σε κανένα. Αν δεν ανήκες σε κάποια ομάδα ήσουν μεν ευάλωτος στο δρόμο κυρίως, μπορούσες όμως να κρυφτείς καλύτερα και πιο αποτελεσματικά αν ήσουν προσεκτικός και κρατούσες το κεφάλι χαμηλά. Με τον καιρό έμαθα να βγαίνω από το σπίτι τις ελάχιστες ώρες που ησύχαζαν κάπως τα πράγματα από τις συμμορίες την ώρα που πήγαιναν να ξεκουραστούν. Σε όλα σχεδόν τα σπίτια μας γειτονιάς που ήταν χαμηλά σε ορόφους είχαν γίνει διαρρήξεις και σφαγές και λεηλασίες. Οι κάτοικοι των πιο ψηλών ορόφων είχαν βάλει αυτοσχέδια φράγματα στις σκάλες και όλο και κάποιος είχε κάποιο όπλο κυνηγετικό, από πριν συμβούν όλα αυτά. Εάν κατάφερναν να μη σκοτωθούν μεταξύ τους μπορούσαν να αποτρέψουν τις επιθέσεις συνήθως. Οι πλιατσικολόγοι δεν πήγαιναν ποτέ για τη «δόξα» και την αδρεναλίνη, πήγαιναν πάντα για τα λάφυρα, όποια κι αν ήταν αυτά, με το λιγότερο δυνατόν γι’ αυτούς ρίσκο. Στη δική μας πολυκατοικία είχαμε κάνει το ίδιο κι εμείς. Εγώ και οι κάτοικοι των άλλων δύο διαμερισμάτων, ο Φώτης ο Οικονόμου που ήταν συνταξιούχος του ΟΤΕ και η κα Ζέτα η σύζυγος του που έμεναν στο απέναντι από μένα διαμέρισμα και η μεσόκοπη δασκάλα των γαλλικών, η κα Στέφη που έμενε απέναντι από τους κακόμοιρους μακαρίτες τουςπρώην σπιτονοικοκύρηδες μου. Αυτό που κάναμε ήταν να κουβαλήσουμε παλέτες από το απέναντι μαγαζί με ζωοτροφές και με έπιπλα από τα λεηλατημένα διαμερίσματα και σίδερα από μια οικοδομή εκεί κοντά, να μπλοκάρουμε τη σκάλα από το ισόγειο μέχρι και τον 1ο  όροφο. Όποιος ήθελε να βγει, έβγαινε από την πίσω πλευρά του κτηρίου όπου είχαμε ανοίξει μια τρύπα στον τοίχο και κατεβάζαμε από εκεί σκάλα. Συνήθως μόνο εγώ βγαίνω και καμιά φορά ο Φώτης έρχεται μαζί μου, αν μας τελειώσουν οι προμήθειες. Με το μαγαζί απέναντι σταθήκαμε τυχεροί και ήμασταν από τους πρώτους που μπούκαραν. Τον ιδιοκτήτη τον είχαν σκοτώσει λίγη ώρα πριν οι προηγούμενοι που είχαν μπουκάρει, ακούσαμε το σαματά και πήγαμε μόλις αυτοί έφυγαν. Του είχαν συνθλίψει το κρανίο με κάποιο βαρύ εργαλείο μάλλον και ήταν κατατρυπημένο το σώμα του από μαχαίρια και ποιος ξέρει τι άλλο. Τα περισσότερα ζώα έλειπαν από τα ματωμένα κλουβιά μας, ήταν φρέσκο λαχταριστό κρέας και το μαγαζί ήταν ανάστατο. Εμείς πήραμε ότι απέμεινε που δεν ήταν και λίγα. Σάκοι με ζωοτροφές και κιβώτια με κονσέρβες, μια χαρά ήταν για μας περιστάσεις αυτές.
     Όσο περνούσαν οι μέρες κι οι εβδομάδες άρχισε να γίνεται επιτακτική η αναζήτηση νερού. Το δίκτυο έπεσε τελείως κάποια στιγμή αρχές Απριλίου. Τα μαγαζιά που είχαν ακόμα κάποια εμφιαλωμένα νερά σε απόθεμα λεηλατήθηκαν τις περισσότερες φορές μετά από άγριες μάχες από τα αφηνιασμένα κι απελπισμένα πλήθη. Πτώματα κείτονταν ολόγυρα μας και σάπιζαν εκεί που έπεσαν, ενώ η αηδιαστικά γλυκερή αποφορά της σάρκας που σάπιζε πλανιόταν στον αέρα. Όταν απέκτησα το δίκαννο έγινα πιο τολμηρός, προσπάθησα να έρθω σε επαφή, από απόσταση ασφαλείας πάντα, με τις πολυκατοικίες ή τα κτήρια που κατοικούνταν, περισσότερο για να μάθω κάποιο νέο. Οι περισσότεροι με έδιωχναν κάποιοι δέχτηκαν να μου μιλήσουν από μακριά. Έτσι έμαθα στο περίπου τι είχαν ακούσει εκείνοι από το ραδιόφωνο στα βραχέα από τους ελάχιστους σταθμούς που λειτουργούσαν στον κόσμο με γεννήτριες.

   Μας είπαν πως κάποιος ιός άγνωστος, που μάλλον ήταν προϊόν κάποιας εταιρείας που κατασκεύαζε λογισμικό για πολεμική χρήση ή κατά λάθος ή επίτηδες διέρρευσε στο  διαδίκτυο. Κάτι σαν υπέρ εξελιγμένη εκδοχή του Stuxnet ενός κυβερνοόπλου που χτύπησαν με αυτό Αμερικάνοι και Ισραηλινοί τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν το 2010, ή κάπως έτσι. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς. Ήταν μη ανιχνεύσιμος, διότι διαχωρίζονταν τα στοιχεία του σε άπειρα κομμάτια που «κόλλαγαν» σε άσχετα σημεία κώδικα διαφόρων προγραμμάτων, εφαρμογών κ.λ.π. (Συγχωρέστε με δεν είμαι κομπιουτεράς και μας μεταφέρω ότι μου είπαν άλλοι κι ότι κατάλαβα και κατάλαβαν κι αυτοί.) Στη συνέχεια τα κομμάτια αυτά ενώνονταν χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο και αλλοίωναν τον κώδικα των στόχων που χτυπούσαν. Η ιδιαιτερότητα του ιού ήταν πως δεν υπάκουε σε κάποιο προγραμματισμό, αλλά δημιουργούσε ο ίδιος πια το πρόγραμμα, σκεφτόταν και αποφάσιζε. ΗΤΑΝ Τεχνητή Νοημοσύνη. Αφού κατέλαβε στρατηγικούς κόμβους και εξαπλώθηκε παγκόσμια, απέκλεισε μας ανθρώπους από κάθε μορφή ενέργειας, επικοινωνίας, μεταφοράς, παραγωγής και άμυνας. Μας κλείδωσε έξω από οτιδήποτε είχαμε φτιάξει ως πολιτισμός. Τα πάντα δούλευαν αλλά δεν είχαμε εμείς πρόσβαση. Προφανώς τώρα ανενόχλητο το πρόγραμμα αυτοεξελισσόταν και αναπτυσσόταν ανεξέλεγκτα κι ανενόχλητο. Έλεγχε τα πάντα που είχε δημιουργήσει ο άνθρωπος, για πρώτη φορά στην ιστορία τα πάντα ελέγχονταν από ένα όν. «Όν», «Οντότητα», δεν ξέρω πως αλλιώς να το ονομάσω. Πληροφορίες έλεγαν πως σε διάφορα μέρη του κόσμου άρχισαν κυρίως στην ύπαιθρο να εμφανίζονται σμήνη από  drones και άλλα αεροσκάφη άγνωστα που δεν τα είχε ξαναδεί άνθρωπος. Αυτά επιτίθονταν σε χωριά και μεμονωμένους ανθρώπους, ωθώντας μας πίσω στην κόλαση των μεγαλουπόλεων. Δεν ξέρω αν κάποιος ή κάποιοι άνθρωποι ή κυβέρνηση είναι πίσω από όλα αυτά. Μάλλον δεν υπάρχει κανένας. Ο ιός ξέφυγε και βρίσκεται πια κυρίαρχος κι ανεξέλεγκτος  στην κορυφή μας τροφικής αλυσίδας του πλανήτη, εκθρονίζοντας μας. Τι σκοπούς είχε και που απέβλεπε, άγνωστο. Σίγουρα δεν περιελάμβανε εμάς πια στα όποια σχέδια του, τους ανθρώπους, παρά μόνο ως παράσιτα που έπρεπε να εξαλειφθούν, με οποιονδήποτε τρόπο αποτελεσματικό, αλλά χωρίς να χρειαστεί να σπαταλήσει πολλούς πόρους. Έτσι μας καταδίκασε σε αργό θάνατο από πείνα, δίψα και αρρώστιες. Μας έκανε να στραφούμε αρχικά ο ένας εναντίον του άλλου για να εξασφαλίσουμε τα πρόσκαιρα αποθέματα τροφής και νερού και τέλος να στραφούμε ο ένας εναντίον του άλλου για να αλληλοφαγωθούμε στην κυριολεξία.

    Αυτά κατάφερα να μάθω. Δεν ξέρω και δεν θέλω να σκέφτομαι τι θα γίνει. Ποια θα είναι η μοίρα μας, η μοίρα μου. Μόνο φοβάμαι και προσπαθώ να βγάλω ζωντανός τη κάθε μέρα. Η τρέλα και η λύσσα μαζί με την απόγνωση και τον τρόμο, είναι πια οι μόνιμοι σύντροφοι στα βάσανα και τα μαρτύρια των επιζώντων. Γινόμαστε κανίβαλοι! Τρώμε τις σάρκες των νεκρών μας κι αν δεν έχουμε νεκρούς, φροντίζουμε να αποκτήσουμε. Δεν ξέρω για ποιο λόγο φοβάμαι να αφεθώ στο θάνατο, δεν ξέρω γιατί συνεχίζω ακόμα. Δεν ξέρω ποιος φόβος θα υπερισχύσει του άλλου. Έχω να πιω νερό από χτες και κάνει ζέστη. Πρέπει να βγω και να πάω δεν ξέρω που. Οι ζωοτροφές τελειώνουν. Πριν μέρες άκουσα πως σε μια πολυκατοικία δυο δρόμους παρακάτω έφαγαν κάποιον που πέθανε από καρδιά. Τον τεμάχισαν και τον έψησαν. Όταν το πρώτο άκουσα ανατρίχιασα από φρίκη.
 Δεν ξέρω αν ζω σε ένα μήνα από τώρα αν θα ανατριχιάζω από φρίκη ακόμα σε κάτι τέτοιο. 
Πρέπει να βγω, να βρω νερό…



Πηγές-Παραπομπές:


Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.