Ο «ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΣ» (του Δημήτρη Μπούκουρα)



(Αντί προλόγου)


Η Αθήνα ήταν κάποτε μικρή. Ένα μεγάλο χωριό. Ξεκινούσαμε από το σπίτι μας σε εκείνη την αυλή της οδού Αρίωνος στου ψυρή, και πηγαίναμε μέχρι το Σύνταγμα. Εκεί, κάναμε βόλτες πάνω-κάτω στην πλατεία, από Φιλελλήνων μέχρι Σταδίου, και ξανά μέχρι Φιλελλήνων…

-Καλησπέρα Θανάση…

-Γειά σου Μαρίκα…

-Τί νέα Αποστόλη;

-Γέννησε η κόρη σου Αντώνη; 

Όλοι μας γνωριζόμαστε, όπως ακριβώς στη βόλτα των χω-ριών…

Η πρώτη μεγάλη αύξηση του πληθυσμού της Αθήνας, είχε γίνει με την μικρασιατική καταστροφή. Τότε είχαν πλημμυρίσει οι πλατείες της πόλης με αντίσκηνα. Κουμουνδούρου, Κλαυθ-μώνος, Μεταξουργείο. Ύστερα χτίστηκαν τα πρώτα προσ-φυγικά, και οι ξεριζωμένοι μοιράστηκαν στο Πολύγονο, στην Αλεξάνδρας, στα Σφαγεία, στην Καλλιθέα, στην Κοκκινιά, αλλά και στις πιο μακρινές περιοχές της Αθήνας: Στην Νέα Ιωνία, στη Φιλαδέλφεια, στη Χαλκηδόνα. Το δεύτερο μεγάλο κύμα ήρθε με το τέλος του πολέμου, και κατά την διάρκεια του εμφύλιου. Πολλοί, τότε, εγκατέλειψαν την ύπαιθρο φοβισμένοι από τα γεγονότα. Και όταν άρχισε η «Ανασυγκρότηση», η ανάγκη για πολλά εργατικά χέρια έφερε τα χωριά στην Αθήνα. Το ακατάσχετο αυτό ρεύμα της εσωτερικής μετανάστευσης, της αστυφιλίας, όπως ονομάστηκε, δημιούργησε οικιστικό πρό-βλημα εντονότερο και από εκείνο της προσφυγιάς. Η ανάγκη για νέες κατοικίες ήταν επιτακτική. Και τότε βρέθηκε η λύση: Αντιπαροχή… Ήταν η αρχή του τέλους της όμορφης Αθήνας, «πούν’ τα χρόνια κείνα»-. Ο Όθων Λέφας Τετενές νικάει κατά κράτος τον Τσίλερ. Στο τότε ίδρυμα Χατζηκώνστα χτίζεται το πρώτο τέρας, και ακολουθεί σωστή επιδρομή από απρόσωπες πολυκατοικίες…

Πολυκατοικίες, βέβαια, υπήρξαν και πριν. Τί ήσαν αλήθεια οι αυλές που μέναμε; Οριζόντιες πολυκατοικίες ήσαν. Στις τότε αυλές ήταν μαζεμένος ο πιο ετερόκλητος κόσμος. Οικογένειες φτωχές, οικογένειες λιγότερο φτωχές, και οικογένειες που δειλά-δειλά άρχισαν να ξεχωρίζουν, να καλυτερεύουν τη θέση τους και να συγκροτούν αυτό που μεταπολεμικά ονομάσαμε: « Μεσαία Τάξη»… Αλλά και λογιώ-λογιώ άνθρωποι έμεναν στις αυλές αυτές: Μεροκαματιάρηδες, φουκαράδες, μικρέμποροι, χαρτόμουτρα, μάγκες, θρησκόληπτοι, γυναικωτοί, πουτάνες. (Θεέ μου φύλαγε!...) Η διαφορά με τις κατακόρυφες πολυκατοικίες ήταν στο συγχρωτισμό … Άνοιγες την πόρτα σου κι έβλεπες τον απέναντι… Οι ανθρώπινοι ήχοι διάσπαρτοι. Μυστικά δεν υπήρχαν. Ήταν αδύνατον να κρυφτούν. Και λόγω της στενής αυτής επαφής, οι καυγάδες, οι ομηρικοί καυγάδες, ήσαν αναπόφευκτοι. Πότε, «γιατί η βρωμιάρα έρριξε τα βρωμόνερά της στην πόρτα μας», πότε, « γιατί άνοιγε το χαλέ του ο μπεκρούλιακας και δεν ήξερε τι έλεγε», πότε, «γιατί η ξετσίπωτη απέναντι γδυνόταν και άλλαζε με ανοιχτό το παράθυρο»… Και τότες ήταν πια που όλα τα μυστικά έβγαιναν στη φόρα… Άρχιζαν με τα πιο ανώδυνα:

-Δεν κοιτάς τα χάλια σου μωρή βλάχα !...

-Εγώ είμαι βλάχα και το παινεύομαι… Να κοιτάς τα μούτρα σου, που γεννήθηκες στο βόθρο…

…Για να καταλήξουν στα πιο οδυνηρά… Στα σκληρά:

-Άντε μωρή, που θα πιάσεις τον άντρα μου στο στόμα σου… Δεν κοιτάς τον δικό σου τον μπεκρούλιακα…

Η βαριά κουβέντα δεν έπρεπε να μείνει έτσι, αναπάντητη…

-Τον δικό σου να κοιτάς, που τον έπιασαν τις προάλλες στον Κήπο να τα δείχνει !... Όλη η γειτονιά το ξέρει… Μη κοιτάς που δε μιλάει κανείς...

Το ωραίο είναι ότι μετά από μερικές μέρες όλα ξεχνιούνταν. Ώσπου ν’ αρχίσει άλλος καυγάς…

Είπαμε πάρα πάνω, ότι μέσα από την μιζέρια των αυλών αυτών ξεκίνησε τα πρώτα δειλά της βήματα η μεσαία τάξη. Με την πρώτη ευκαιρία η οικογένεια που ανέβαινε εγκατέλειπε την αυλή. Μετακόμιζε σε κάποια καλλίτερη περιοχή… Η ζήλεια των υπόλοιπων, τότε, οδηγούσε σε πικρόχολα σχόλια:

-Μωρέ… Για δες: Οι Θανασάκηδες μετακόμισαν στα Φάληρα… Εμ, βέβαια… Όταν χορτάσει η ψείρα, βγαίνει στο γιακά!...

Στις σημερινές πολυκατοικίες δεν γνωρίζει ο από κάτω τον από πάνω. Μια ξερή «καλημέρα» στο ασανσέρ. Δεν ξέρεις αν ο διπλανός σου πεινάει, αν είναι άρρωστος, αν είναι άνεργος, πολλές φορές -αν δουλεύει- τι δουλειά κάνει… Άσε την γειτονιά… Εκεί, ακόμη μεγαλύτερη η αποξένωση… Κανείς δεν γνωρίζει κανέναν… Προχθές, πέθανε ξαφνικά κάποιος νέος, γύρω στα σαράντα… Κουβέντα, τώρα, στο Μίνι μάρκετ:

-Ξέρεις ποιος πέθανε ρέ; Ο Νίκος…

-Ποιος Νίκος;

-Αυτός ο ψηλός; ο ξανθός με το μουστακάκι;

…………

-Αυτός με το κόκκινο Τογιότα;

-Ααα!...

«Αυτός με το κόκκινο Τογιότα… Αυτός με το σκυλί το Λα-μπραντόρ»… Έτσι γνωριζόμαστε τώρα…

………………………………………………………………………………………………….

Αλλά ας γυρίσουμε πάλι στη μικρή αυλή μέσα από τη σκουληκότρυπα. Γιατί έτσι είναι. Τόσα χρόνια πέρασαν πια, που χρειάζεται σκουληκότρυπα για να πάμε πίσω. Και σκουληκότρυπα είναι εκείνη η δίοδος στα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας, απ’ όπου περνά κάποιος από τον ένα χώρο στον άλλο, διανύοντας χρονικές αποστάσεις με αστραπιαία ταχύτητα. Ένα ταξίδι στο χωροχρόνο, δηλαδή…

Σε εκείνη λοιπόν την αυλή, αυλή, δέσποζε ο κυρ Κώστας, ο «Σαραντάπορος». Ήταν ένας παράξενος άνθρωπος γύρω στα 60, που στα παιδικά μου μάτια φάνταζε φοβερός και τρομερός. Γιατί όντως ήταν πολύ άγριος. Έβριζε τη γυναίκα του: «Μαγκούφα», «Πόρνη», «Άχρηστη», και τα παιδιά του με διάφορα κοσμητικά επίθετα. Τρωγόταν με όλους και με όλα… Σκληρός άνθρωπος. Τον θείο μου τον Χρήστο, τον καμπούρη, που πουλούσε με το βαλιτσάκι του τσιγάρα στην Πλάκα, τον φώναζε: «καμπούρη». Εμένα: «το ορφανό»…

-Έλα εδώ, ορφανό!... Πάρε αυτό το κατσαρολάκι και πήγαινε να μού φέρεις γάλα από τον στάβλο… Υπήρχε, τότε στάβλος με γελάδια στην οδό Ήβης… ( Το χωριό που λέγαμε;)

Ήταν σκληρός ακόμη και στις συγκρούσεις του περι τα πολιτικά. Παλιός βενιζελικός, δεν έχανε την ευκαιρία να βρίσει τους πολιτικά αντιφρονούντες: «Είστε καθήκια βρε σεις!»…

Βέβαια δεν μπορούσε να ξεχάσει τα φοβερά και τρομερά που είχαν συμβεί τότε, με τον Διχασμό… Του λόγου του, μαζί με τον παππού μου τον Θοδωρή, τους είχαν τσακώσει οι βασιλικοί. Τότε, ο αδερφός της γιαγιάς Χαρίκλειας, ο μπάρμπα Βασίλης ο μπαρμπέρης, ανέλαβε να τους ελευθερώσει πριν τους σκοτώσουν… Η κατάληξη των διαπραγματεύσεων είναι χαρακτηριστική της ιδεολογικής φτήνιας των απαγωγέων: ένα βαρέλι λάδι, και… «άστε στα σπίτια σας». (Ευτυχώς οι ελαιώνες της κυρα Κώσταινας στα Γλυκάνερα απέδιδαν κάθε χρονιά μια καλή σοδιά)… Όλα τούτα μου τα διηγήθηκε αργότερα ο μπάρμπας μου ο Βασίλης, που αν παραβλέψω το κούρεμα γουλί που μου έκανε, κατά τ’ άλλα, πολλά του χρωστάω για τις κατά καιρούς εξιστορήσεις του. Και μου είχε πει για πολλά: Για τον Βενιζέλο, για τον πόλεμο στην Κριμαία, (που είχε λάβει μέρος), για τον δικτάτορα Πάγκαλο (που τον κούρευε), για τον αγράμματο κύριο Ταλαγάνη (που αργότερα τον έκανα διήγημα)...

Ο κυρ Κώστας ο Σαραντάπορος, χρησιμοποιούσε μερικές φράσεις, που στο παιδικό μου το μυαλό φάνταζαν περίεργες, ακαταλαβίστικες: «Είσαι ένας πόντος εσύ…» ή: «Αυτί και μάτι, μάτι και αυτί…» ή: «Βήχεις-κλάνεις; κλάνεις-βήχεις; Καλά είσαι…». Κι όμως αυτές οι φράσεις αντηχούν ακόμη στο μυαλό μου… Όπως τις εκστόμιζε κατά καιρούς, χωρίς κάποιο προφανή σκοπό…

Η γυναίκα του, μια αγαθή χωριάτισσα από το Λιόπεσι, είχε μεγάλη προίκα, με χωράφια και λεφτά. Και ο κυρ Κώστας, με τις διασυνδέσεις που είχε με τα Μεσόγεια, έπαιρνε κάθε χρό-νο μούστο και έκανε στο υπόγειο κρασιά. Και ο αθεόφοβος είχε το χού –που λένε- και το κρασί του ήταν βάλσαμο… Το είχαν μάθει όλοι. Μέχρι και από μακρινές γειτονιές έρχονταν για κρασί στο σπίτι της οδού Αρίωνος, που είχε και ταμπέλα απ’ έξω: «ΡΕΤΣΙΝΑ ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ Ο ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΣ»…

Αλλά γιατί «Σαραντάπορος»;

Θυμόσαστε τον Θερναδιέρο των «Αθλίων» που κάθε τόσο μιλούσε για τη μάχη του Αούστερλιτς; Ε, λοιπόν, ο κυρ Κώστας είχε πολεμήσει στους βαλκανικούς πολέμους. Είχε λάβει μέρος στη μάχη του Σαραντάπορου, και από τότε η κάθε του κουβέντα περιστρεφόταν γύρω από αυτό:

… «Που λέτε, στο Σαραντάπορο»…

Έτσι, η γειτονιά-πολύ δεν ήθελε-του κόλλησε το παρα-τσούκλι ο «Σαραντάπορος», κι όλοι πια τον ήξεραν έτσι. Για την ιστορία: Το πραγματικό του επώνυμο ήταν «Ματθαίου»…

…………………………………………………………………………………………………

Εκείνο το απόγευμα του Απρίλη του 1947, ο Σαραντάπορος είχε φύγει από νωρίς από το σπίτι του. Επειδή ο κόσμος του ήταν αυτή η αυλή και τα βαρέλια του, συνήθως δεν έλειπε, αλλά και αν το έκανε θα ήταν για λίγη ώρα μόνο… Τώρα, είχε βραδιάσει -περασμένες εννιά- και ακόμη δεν είχε εμφανιστεί. Τα παιδιά του είχαν αρχίσει να ανησυχούν, και όταν η ώρα έφτασε δέκα, ξαμολήθηκαν να τον βρουν και άρχισαν να ρωτούν τον κόσμο, μήπως και τον είχε δει κανείς. Τελικά, κάποιος γείτονας είπε στην Τασία, την κόρη του Σαραντά-πορου, ότι είχε δει τον κυρ Κώστα, κάπου κοντά στα Ανάκτορα…

Εκείνη την μέρα του Απρίλη του 1947, οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα, γιατί εκείνη την ημέρα, ο βασιλιάς Γεώργιος είχε αφήσει την τελευταία του πνοή στα Ανάκτορα. Η Τασία το αποφάσισε: Αν ήταν σωστή η πληροφορία εκείνου του ανθρώπου, θα έπρεπε να πάει να το διαπιστώσει. Ντύθηκε βιαστικά-βιαστικά, κι ενώ τα αγόρια είχαν χωριστεί κι έψαχναν ακόμη, (κινητά τηλέφωνα δεν υπήρχαν τότε), ανέβηκε στο δωμάτιο της αδερφής της, της Ελένης, που υποφέροντας από τον χρόνιο βασανιστικό της πονοκέφαλο ήταν ανίκανη να την συνοδεύσει. Η Τασία ήθελε παρέα. Και ξαφνικά το σκέφτηκε: « Ο Δημητράκης»… Ο «Δημητράκης», εγώ δηλαδή, μόλις άκουσα την Τασία να με φωνάζει « για να πάμε βόλτα», κατέβηκα δυό-δυό τα σκαλοπάτια της σκάλας που οδηγούσε στο δωμάτιο που μέναμε με τον θείο μου τον Χρήστο. Πολλές φορές η Τασία με έπαιρνε μαζί της για βόλτα. Ήταν για μένα, η «βόλτα», μια λέξη μαγική, και όποτε έβλεπα την Τασία έτοιμη για έξω, πρώτος και καλλίτερος την ακολουθούσα σα σκυλάκι μέχρι την εξώπορτα. Εκείνη δεν ήταν πάντα διαθέσιμη. Έβγαινε και μόνη της. Σήμερα που το σκέφτομαι, τίποτα ραντεβουδάκια, τίποτα ψώνια στην Ερμού, τέλος πάντων δε με ήθελε πάντα μαζί της. Για να με ξεφορτωθεί λοιπόν, μόλις φτάναμε στην πόρτα, γύριζε σε μένα: «Δημητράκη, παιδί μου, πήγαινε στην Ελένη και ζήτα να σού δώσει τον κρατητήρα»… Εγώ μπέρδευα τον κρατητήρα με το ομόηχο αναπτήρα, και ως που να πάω στην Ελένη η Τασία είχε εξαφανιστεί… Ήταν ένα αποτελεσματικό κόλπο της Τασίας αυτό, που αν και επαναλαμβανόταν ταχτικά, εγώ με το απονήρευτο παιδικό μου μυαλό, έπεφτα πάντα στη λούμπα…

-Δως μου το χεράκι σου Δημητράκη!...

Ακόμη θυμάμαι το πόσο μου άρεσε να με κρατούν από το χεράκι. Πάντα ασκούσε πάνω μου μια περίεργη γοητεία αυτό το: «χεράκι»…

Ανηφορίσαμε το γνωστό χιλιοπατημένο δρόμο της Ερμού. Περάσαμε την Καπνικαρέα, ( Η Τασία μου είπε πάλι εκείνη την χιλιοειπωμένη ιστορία με τους Γερμανούς, που καθώς έρχονταν μεθυσμένοι με φόρα από το Σύνταγμα, έπεφταν πάνω στην μαντρούλα της εκκλησίας με τα αυτοκίνητά τους), περάσαμε την πλατεία, και κάποτε φτάσαμε στην Ηρώδου του Αττικού, στα Ανάκτορα…

Την στιγμή που φτάναμε στην κεντρική πύλη, πέφτουμε επάνω στον Σαραντάπορο που έβγαινε από τα Ανάκτορα. Περπατούσε ευθυτενής. Στο κεφάλι του είχε τυλιγμένο ένα μαύρο μαντήλι σε ένδειξη πένθους… « Τον είδα… μας είπε. Είδα τον πεθαμένο βασιλιά»!...

Τι είχε συμβεί; Αφού από νωρίς το απόγευμα έκανε αμέ-τρητες βόλτες γύρω από τα Ανάκτορα, ο επικεφαλής της φρουράς εντυπωσιάστηκε και τον πέρασε μέσα… Έτσι, ο φοβερός βενιζελικός κατάφερε να εισχωρήσει στα Ανάκτορα, να δει τον νεκρό Γεώργιο, και να κεραστεί με δυό ελίτσες, ένα σταρένιο παξιμαδάκι της παρηγοριάς, κι ένα ποτηράκι κρασί…

Έτσι ήταν τότε η Αθήνα. Μικρή. Ο ένας γνώριζε τον άλλο… Έτσι ο γείτονας είδε τον Σαραντάπορο έξω από τα Ανάκτορα … Ο ίδιος, ο Σαραντάπορος, ήταν όπως είπαμε ανάποδος, παρά-ξενος, αλλοπρόσαλλος. Δεν μίλησε ποτέ για την εμπειρία που είχε, ή για το τι τον είχε σπρώξει να πάει εκείνο το απόγευμα στα Ανάκτορα… Το μόνο σχόλιο που έκανε ήταν: «Μωρέ, κοτζάμ Παλάτι και να έχουν τέτοιο κωλόκρασο!... Κρασί ήταν αυτό; Ή δηλητήριο;»

Αυτός ήταν ο Σαραντάπορος, αυτή ήταν η αυλή που μέναμε τότε, αυτή και η Αθήνα… Τότες που κάναμε βόλτες στο Σύνταγμα πάνω-κάτω, τότες που παίζαμε κρυφτό στο Ηρώδειο πριν αναστηλωθεί, τότες που κάναμε σκαλομαρία στα τράμ… Και τότες που παίζαμε στον ανοιχτό Κεραμεικό ανάμεσα στα μνημεία, μες την ευωδιά των αγριολούλουδων πού κάθε άνοιξη ξεφύτρωναν μέσα από τις γούβες των αρχαίων μαρμάρων… 




Τα αγριολούλουδα που φύτρωναν στις γούβες των αρχαίων




Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.