Ego Sum Abbas sci fi διήγημα σε συνέχειες







ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Ego sum abbas Cucaniensis
et consilium meum est cum bibulis,
et in secta Decii voluntas mea est,
et qui mane me quaesierit in taberna
post vesperam nudus egredietur,
et sic denudatus veste clamabit:
Wafna, wafna! quid fecisti, Sors turpissima?
nostrae vitae gaudia
abstulisti omnia!
Carmina Burana

τανγκ!...Ντανγκ...

Η ομίχλη της αυγής που δεν αποφάσιζε να σηκωθεί, λίγο έπνιγε τον ρυθμικό μεταλλικό ήχο.

Ντανγκ!...Ντανγκ... Ταξίδευε στον παγωμένο αέρα του φιόρδ κι έφτανε αδυνατισμένος μέχρι τις ξύλινες καλύβες του χωριού, όμως σχεδόν κανείς δε παραπονιόταν για την ενόχληση των τελευταίων βραδιών.

Ντανγκ!...Ντανγκ...

Ο Σκούλντ χτυπούσε με μανία αλλά και ρυθμό, το διάπυρο βόλο μεταλλεύματος πάνω στο αμόνι με το βαρύ του σφυρί. Ήταν στη τρίτη διαδοχική προσπάθεια να χωρίσουν το σπάνιο μετάλλευμα σε μικρότερα κομμάτια ώστε να γίνει η χύτευση κι ο καθαρισμός ευκολότερα κι ακριβέστερα. Ο Κνούτ παραδίπλα αγκομαχούσε ανεβοκατεβάζοντας το φυσερό ώστε τα κάρβουνα που κάθε τόσο έριχνε με το φτυάρι ο αδερφός του, ο αχυρομάλλης Νγιόρντι στο καμίνι, να διατηρούν την υψηλή θερμοκρασία σταθερή.

Η φωνή του γέρου Ούρντ με το μονότονο ανεβοκατέβασμα της, έδινε το ρυθμό στα «Ντανγκ!...Ντανγκ...» του εικοσιεξάχρονου Σκούλντ. Παραπέρα, σε ένα σωρό με άχυρα, ξεκουράζονταν ο Μπγιόρν κι ο Άκι.

Ξημέρωνε η δεύτερη μέρα συνεχούς προσπάθειας να διαχωριστεί ο βόλος. Πρώτη φορά συνέβαινε αυτό. Η ανυπομονησία και η ανησυχία ήταν φανερή στα πρόσωπα όλων. Σκέπαζε ακόμα και αυτή τη κούραση. Από τη στιγμή που οι θεοί είχαν στείλει το σημάδι τους είχαν περάσει έντεκα μέρες και δέκα νύχτες.

Ο Σκούλντ το είχε δει πρώτος. Αυτός ήταν ο εκλεκτός κι εδώ που τα λέμε, όλοι στο χωριό συμφωνούσαν πως δεν υπήρχε πιο άξιος και κατάλληλος από τον Σκούλντ τον Τεχνίτη. Ο Σκούλντ, παρά τα είκοσι έξι του χρόνια κατείχε όχι μόνο τα μυστικά του σίδερου και του ατσαλιού, αλλά και του χρυσού και του ασημιού. Είτε έφτιαχνε γεωργικά εργαλεία και όπλα είτε περίτεχνα κοσμήματα, η δουλειά του ήταν τόσο καλή που είχε γίνει γνωστός πολύ πέρα από τα όρια του χωριού του. Οι θεοί είχαν διαλέξει τον Σκούλντ να δει το φωτεινό σημάδι τους στον ουρανό και να φτάσει πρώτος εκεί που έπεσε το ουράνιο μέταλλο από τ' αστέρια. Σίγουρα το αστρομέταλλο των θεών, θα έδινε όπλα μαγικά, δόξα και πλούτο, τόσο στον τεχνίτη όσο και στον κάτοχό τους.

Ήταν τόσο σπάνιο, που οι ελάχιστες φορές που κάποιοι είχαν βρει απ' αυτό, είχαν γίνει σάγκα για να τραγουδούν οι βάρδοι τις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες στη μεγάλη αψιδωτή ξύλινη αίθουσα του κάθε χωριού όπου γίνονταν οι κοινές συνάξεις και τα γλέντια. Αυτός ο βόλος όμως, είχε αρχίσει να τους αποθαρρύνει κι η απογοήτευση άπλωνε ήδη τα παγερά της δάχτυλα στις καρδιές τους. Δεν έλεγε με τίποτα να μαλακώσει και να διαχωριστεί σε μικρότερα κομμάτια ώστε να μπορέσουν να τον κατεργαστούν.

Η ζέστη μέσα στο πέτρινο εργαστήριο ήταν ήδη αφόρητη, παρά τη νυχτερινή παγωνιά έξω.

- «Νγιόρντι, τη σφήνα γρήγορα, Μπγιόρν έλα!» Ακούστηκε η βαριά φωνή του Σκούλντ. Οι άλλοι δυο έφτασαν δίπλα του στη στιγμή και το τελευταίο χτύπημα, αυτό με τη σφήνα, έφερε το αποτέλεσμα που όλοι περίμεναν από χτες. Ο βόλος επιτέλους χωρίστηκε σε τρία μεγάλα κομμάτια και πεντ' έξι μικρότερα. Όλοι έτρεξαν γύρω από το αμόνι φωνάζοντας χαρούμενα, συγχαίροντας ο ένας τον άλλο κι όλοι μαζί τον Σκούλντ όπου στεκόταν βαριανασαίνοντας, αμίλητος. Είχε καρφώσει το βλέμμα στο μεγαλύτερο κομμάτι , εκεί που είχε σκιστεί κι αποχωριστεί από τα υπόλοιπα που πριν αποτελούσαν τον βόλο από το σπάνιο μέταλλο.

-«Αυτό!» Είπε κι έδειξε με το χέρι του το κομμάτι.

Αμέσως ο Μπγιόρν κι ο Άκι έπιασαν με τις λαβίδες το κομμάτι που πρέπει να ζύγιζε πάνω από είκοσι διάπυρα κιλά και το έβαλαν στον μεγαλύτερο ποτά* που διέθετε το εργαστήρι. Κατόπιν με άλλες τσιμπίδες σήκωσαν το σκεύος με το μετάλλευμα ενώ αυτό έβγαζε πορφυρές και πορτοκαλιές αναλαμπές ανάμεσα στις ακανόνιστες γραμμές από μαύρο που άρχισαν να εμφανίζονται (σημάδι πως άρχισε να ψύχεται) και το απόθεσαν με μια κίνηση στο καμίνι.

Έξω, ένας αρρωστιάρικος ήλιος, προσπαθούσε μάταια να δώσει λίγο χρώμα στα σύννεφα, ξημέρωνε. Το σιδεράδικο του Σκούλντ, βρισκόταν μισό χιλιόμετρο από το χωριό, στο κέντρο ενός μικροσκοπικού κολπίσκου που διέκοπτε τη φιδογραμμή του φιόρδ. Ένας μικρός καταρράκτης, κατέβαζε με δύναμη νερό από ψηλά. Εκεί είχε στήσει ο μακαρίτης ο Νγιόρντ ο Βαρυχέρης σπίτι κι εργαστήρι, μακριά από το χωριό, να μην ενοχλεί. Ο Νγιόρντ χάθηκε πριν τρεις χειμώνες από το πυρετό. Απόμεινε το σιδεράδικο στον εικοσιτριάχρονο τότε Σκούλντ και στο μικρούλη Νγιόρντι, τον αδερφό του που ήταν δώδεκα. Ο Σκούλντ ήταν άξιος συνεχιστής του ονόματος και της τέχνης του πατέρα του αν όχι καλύτερος από αυτόν, όπως πολύ συχνά έλεγαν οι συγχωριανοί του. Μάστορας άξιος και πολεμιστής σπουδαίος, ο καλύτερος του χωριού. Τον συμπαθούσαν όλοι τον Σκουλντ, όλοι εκτός από τον «νεοφερμένο», το μύστη της καινούριας θρησκείας τον προστατευόμενο του βασιλιά Μπγιόρν του 2ου, γιου του Έρικ Μπγιόρνσον, με την άδεια του οποίου εγκαταστάθηκε αυτός και η παρέα του στη περιοχή τους.

Ο «αδελφός Άνσγκαρ» ή «πατήρ Άνσγκαρ» όπως τους είχε συστηθεί στην αρχή, είχε έρθει με άλλους δυό δικούς του, ξένοι και οι τρεις, να τους «εκπολιτίσει και να τους φέρει στον ίσιο δρόμο». Είχαν φτιάξει μόνοι τους με πολύ κόπο και άτεχνα είναι η αλήθεια, μια καλύβα που την έλεγαν εκκλησία και έλεγαν πως εκεί κατοικεί ο ένας και μοναδικός θεός -αυτός που αυτοί πίστευαν- , πως είχαν έρθει στο όνομά του, για να τους σώσουν από τους ψεύτικους θεούς. Αυτά τα είχαν πει στη κεντρική καλύβα του άρχοντα μπροστά σε όλο το χωριό, το οποίο στην αρχή έμεινε άφωνο, από τη μεγάλη προσβολή, μέχρι τη στιγμή που μια ηχηρή πορδή έσπασε τη σιωπή και μια σβουριχτή «φιλική» σφαλιάρα έριξε τον αδερφό Άνσγκαρ με τα μούτρα πάνω στη πιατέλα με το αχνιστό γουρουνόπουλο και τα ψητά γογγύλια. Ήταν ο Σκούλντ. Τα γέλια που ακολούθησαν, έκαναν αρκετή ώρα να κοπάσουν κι ο αδερφός Άνσγκαρ, πασαλειμμένος μα χολωμένος, αποσύρθηκε διακριτικά ρίχνοντας υποχθόνιες ματιές από απόσταση ασφαλείας στον Σκούλντ. Η σωτηρία έπρεπε να περιμένει μια μέρα χωρίς πορδές να τη διακόπτουν. Ο Σκούλντ δεν ασχολιόταν ιδιαίτερα με τα θέματα των θεών, συμμετείχε όπως όλοι στις γιορτές και τις θυσίες και μέχρι εκεί. Ήταν ένας νέος άνθρωπος που του άρεσε η ζωή και η χαρά, ζούσε το σήμερα και το απολάμβανε, δημοφιλής στο χωριό λόγω του όμορφου παρουσιαστικού και των νιάτων του αλλά και εξαιτίας της καλής δουλειάς που έκανε και του θάρρους του.

Δε μπορούσε λοιπόν να ανεχτεί κάποιον που δεν τους γνώριζε να έρχεται και να επικρίνει τον τρόπο ζωής και τις συνήθειές τους, ούτε να τους βάζει στα καλά καθούμενα σε σκέψης ενοχής για τα πιο όμορφα και φυσιολογικά πράγματα που μπορούσε να απολαύσει ένας άνθρωπος, μια όμορφη και θερμή σύντροφο στον έρωτα, ή πολλές, καλό φαγητό και ποτό, μια καλή μάχη. Ειδικά στις νεαρές κοπέλες του χωριού και όχι μόνο, ήταν και αρκετές οι μεγαλύτερες, ο Σκούλντ ήταν κάτι περισσότερο από δημοφιλής. Σπάνια το στρώμα του έμενε χωρίς τη συντροφιά μιας ή και δυό από τις όμορφες γυναίκες του χωριού που αποζητούσαν κι αυτές μια θερμή κι ευχάριστη παρέα για τις κρύες νύχτες. Ταίρι ακόμα μόνιμο δεν είχε, όχι γιατί δεν υπήρχαν προσφορές, ήταν πάμπολλες, αλλά γιατί η καρδιά του ήταν δοσμένη στη μόνη γυναίκα που δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιραστεί τη ζωή μαζί της. Την όμορφη Ίνγκριντ, με το σμιλεμένο αλαβάστρινο σώμα, τα σπαστά μακριά μέχρι τη δαχτυλιδένια της μέση ξανθοκάστανα μαλλιά και τα σαν ζαφείρια μπλε μάτια. Την Ίνγκριντ.




ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

I
V

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.