Ego Sum Abbas sci fi διήγημα σε συνέχειες VI




Πίσω, η όχθη ξεμάκραινε και σε λίγο οι τρεις ακίνητες φιγούρες, ενώθηκαν με το σκοτάδι της μακριάς νύχτας. Οι σκέψεις του ήταν δυνατές και συνεχείς σαν τις κουπιές του. Η πρώτη ήταν για την Ίνγκριντ. Δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ. Ένα σφίξιμο στο στήθος κι ένας κόμπος στο λαιμό, στιγμιαίο κενό. Συνήλθε όμως γρήγορα, δεν ήταν ώρα για τέτοια, έπρεπε να συλλογιστεί την κατάσταση όπως αυτή είχε εξελιχθεί. Αν το αστρομέταλλο και το τετράγωνο που είχε έρθει μέσα σε αυτό από τον ουρανό, το έστειλαν οι θεοί, δεν μπορούσε να ξέρει. Ίσως το έστειλε ο άλλος, ο καινούριος θεός για ν' αρχίσει πόλεμο με τους παλιούς. Το σπαθί ήταν η τρανταχτή απόδειξη της ύπαρξής του και το σπαθί το έφτιαξε αυτός, με τα χέρια του. Αυτός είχε βρει το πλακάκι με τους ρούνους που κανείς δεν είχε ξαναδεί. Αυτός είχε γίνει χωρίς να το θέλει το μέσον, το εργαλείο στα χέρια ενός καινούριου θεού, που μισούσε τη χαρά της ζωής. Αυτός και το σπαθί του θα έφερναν μια μοίρα χειρότερη κι απ' το Ράγκναροκ στους παλιούς θεούς, τους θεούς που αισθάνονταν όπως οι άνθρωποι, που πονούσαν, χαίρονταν, ερωτεύονταν, οργίζονταν, γελούσαν. Θα έφερνε το τέλος του κόσμου τους. Το σπαθί, το σπαθί και τα λόγια του μοναχού. Τον μοναχό τον είχε “φροντίσει”. Πήγε στο θεό του ή όπου αλλού πάνε αυτοί. Το σπαθί όμως; Το σπαθί δεν έπρεπε να το ξαναδεί ανθρώπου μάτι, ούτε και τον ίδιο. Συνέχισε να κωπηλατεί. Ήταν μέσα Ιουλίου εκείνο το πρωινό, όταν έφτασε.
   Η λίμνη με τα μαύρα νερά και το έρημο νησάκι στη μέση, απλωνόταν κάτω από τα πόδια του στη βάση της δασοκαλυμμένης πλαγιάς . Γύρω της κι άλλα βουνά. Ήταν δύσκολο να φτάσεις εκεί κι όχι τυχαία. Μόνο οι λίγοι που ήξεραν το μέρος, κυρίως σαμάνοι, αποφάσιζαν να έρθουν εδώ και για συγκεκριμένο σκοπό, κάποιο τάμα, κάποια θυσία ή κάποια σπάνια τελετή. Στα μαύρα της νερά επίσης άφηναν ότι και όποιον δεν είχε θέση στον κόσμο τούτο. Είχε χρειασθεί κοντά δυο μήνες προσεκτικού ταξιδιού, τις πρώτες μέρες ή μάλλον νύχτες με τη βάρκα, μετά με τα πόδια. Πάντα νύχτα, αποφεύγοντας οικισμούς κι ανθρώπους, κανείς να μην τον δει, αυτόν και το σπαθί. Έτρωγε ότι έβρισκε, αν έβρισκε, κοιμόνταν πάνω σε δέντρα σε απόμερες γωνιές των δασών τη μέρα, περπατούσε τη νύχτα. Μια φορά είχε χρειασθεί να αντιμετωπίσει λύκους κι άλλη μία να ξεκάνει κάτι κυνηγούς που κατά λάθος τον εντόπισαν. Είχε αδυνατίσει κι είχε κουραστεί πολύ μέχρι να φτάσει εδώ. Όμως τα κατάφερε. Η λίμνη ήταν μπροστά του. Την είχε βρει επιτέλους. Ερημιά, όσο έπιανε το μάτι ένα γύρω. Και τα ζώα την απέφευγαν από ένστικτο κι οι άνθρωποι, από φόβο. Κανείς δεν έρχονταν για βόλτα στη λίμνη Αμσβαρτνιρ. Εκεί, στο νησάκι στο κέντρο, στο Λύνγκβι, τους παλιούς χρόνους οι θεοί είχαν φυλακίσει τον Φενρίρ τον γιγάντιο λύκο. Αυτόν που θα σκότωνε τον Όντιν και θα έφερνε το Ράγναροκ και το τέλος του κόσμου τους. Καλύτερα σκεφτόταν ο Σκούλντ να τελειώσει τον κόσμο μας ο Φενρίρ, παρά ο Άσγκαρ με το νέο θεό του. Άρχισε να κατηφορίζει με βήμα αργό, στηριζόμενος στο δόρυ του. Το σπαθί κρεμόταν στο πλευρό του. Έφτασε επιτέλους στην όχθη. Έκατσε κατάκοπος στη ρίζα ενός δέντρου να ξαποστάσει και έτσι τον πήρε ο ύπνος. Αφέθηκε, τίποτα δεν ερχόταν εδώ. Βαθύς, μαύρος ύπνος χωρίς όνειρα, χωρίς σκέψεις. Ήταν αργά το απόγευμα όταν ξύπνησε. Το στόμα του ήταν ξερό από τη δίψα, οι σουβλιές στο στομάχι του έλεγαν πως από προχτές δεν είχε βάλει τίποτα μέσα, οι μύες του πονούσαν όλοι. Τώρα επιτέλους άφηνε τη κούραση του ταξιδιού να τον κυριέψει. Είχε ένα τελευταίο πράγμα να κάνει. Μόνο αυτό. Ήπιε από το μαύρο νερό της λίμνης. Κατόπιν πήρε τον σφυροπέλεκυ και άρχισε να πελεκάει μια μεγάλη σημύδα. Ήταν ένα δέντρο με κορμό κοντά στα είκοσι μέτρα ψηλό και ένα μέτρο περίμετρο στη βάση του. Απείχε δυο μόλις μέτρα από την όχθη. Ήταν αργά το βράδυ όταν με έναν ξερό κρότο το δέντρο έγειρε αργά θρηνώντας κι έπεσε με έναν παφλασμό στη λίμνη. Ο Σκουλντ ξέπνοος σχεδόν, σωριάστηκε στο χώμα κι εκεί ξύπνησε τα μέσα του επόμενου πρωινού. Το πεσμένο δέντρο, επέπλεε εκεί που είχε πέσει. Στα μαύρα, ακίνητα νερά. Το υπόλοιπο πρωινό, ασχολήθηκε με το να μαζέψει πολλά ξερά κλαδιά και βρύα, τα οποία στοίβαξε στα κλαδιά του δέντρου που ήταν έξω από το νερό, φτιάχνοντας κάτι σαν πλατφόρμα. Στη συνέχεια, με το δόρυ έσκαψε γύρω από το σημείο που ο πεσμένος κορμός ακουμπούσε στην όχθη. Το νερό κάλυψε και εκείνο το σημείο και μ΄ ένα ρουφηχτό ήχο, ο κορμός γλίστρησε προς τη λίμνη. Τα λιγοστά υπάρχοντά του, τα όπλα του και το σπαθί, τα είχε ήδη ανεβάσει στην αυτοσχέδια πλατφόρμα στο κέντρο του κορμού. Ανέβηκε κι αυτός, προσεκτικά. Μ' ένα κοντάρι από κλαδί του ίδιου δέντρου, κατεύθυνε τον κορμό προς το μέσον της απόστασης από το νησάκι. Ήταν καλά εδώ. Έβγαλε από το δερμάτινο σακούλι του ένα φλασκί κι ένα τυλιγμένο πακέτο. Άνοιξε το φλασκί, το σήκωσε πάνω από το κεφάλι του και άφησε το περιεχόμενό του, λάδι φάλαινας, να τον λούσει από την κορφή ως τα νύχια και να απλωθεί στα ξερά βρύα και κλαδιά. Το πακέτο περιείχε ένα στερεό μείγμα από ρετσίνι, πριονίδι και πίσσα. Με το μαχαίρι του το χώρισε σε κομματάκια τα οποία φύτεψε γύρω γύρω στη πλατφόρμα. Κατόπιν σηκώθηκε, ξετύλιξε το δέρμα που κάλυπτε το σπαθί, το πήρε στα χέρια του, το κοίταξε κάμποσα λεπτά και το πέταξε στη λίμνη, στα βαθιά μαύρα νερά. Δυό σπίθες από τη τσακμακόπετρα στο σφυροπέλεκυ ήταν αρκετές. Φλόγες ξεπήδησαν σε λίγο και τύλιξαν αυτόν και τη πλατφόρμα. Καιγόταν χωρίς να βγάζει λέξη για λίγο, πριν καταρρεύσει κι αγκαλιάσει τα φλεγόμενα ξύλα. Η μοναδική κραυγή που έβγαλε, ήταν κάτι σαν 
«Ίνγκκκρριιιιιιιιιντ...»
πριν η θέρμη της φωτιάς του κάψει τα πνευμόνια.

Πολλά χιλιόμετρα μακριά, ο μικρούλης Έρικ κλαψούρισε στον ύπνο του.

................................................................................................................................


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.