Ego Sum Abbas sci fi διήγημα σε συνέχειες IV



Λίγες μέρες μετά η Ίνγκριντ έφερε στον κόσμο ένα πανέμορφο αγοράκι, τον Έρικ.

   Τότε, εκείνη περίπου την εποχή, έφτασε ο αδελφός Άσγκαρ κι άρχισε τα κηρύγματα και τις νουθεσίες κατηγορώντας τα πάντα και τους πάντες ως βρώμικα, βδελυρά, «αμαρτωλά». Ο Άσγκαρ περηφανευόταν πως δεν είχε γνωρίσει ποτέ αγκαλιά γυναίκας, πως δεν είχε γευτεί τον έρωτα, απεχθανόταν το καλό φαγητό και το γλέντι, ποτέ δεν είχε κρατήσει σπαθί σε μάχη. Ο Άσγκαρ με το θεό του το καινούριο κι άγνωστο. Ποιος ήταν ο θεός του; Ο θεός του έλεγε, πως σταυρώθηκε για ν' αναστηθεί τρεις μέρες μετά και να πάρει τις αμαρτίες όσων θα πίστευαν σ' αυτόν, αυτούς, θα τους πήγαινε σε ένα παράδεισο που κανείς δεν κατάλαβε τι θα έκαναν εκεί, και να στείλει στο ζόφο και στην αιώνια κόλαση όσους δε θα πίστευαν. Σιγά το πράγμα. Κι οι νεκροί ήρωες στη Βαλχάλα πολεμούσαν όλη μέρα κι όσοι σκοτώνονταν το βράδυ ανασταίνονταν και δειπνούσαν όλοι μαζί το βράδυ με γέλια, γλέντια και χαρές. Αυτός ο «αδελφός», το σινάφι του κι ο μίζερος θεός τους δεν του άρεσαν και φρόντισε να το κάνει γνωστό. Κάτι που εξόργισε το μοναχό και ευχαρίστησε τους συγχωριανούς του. 
Αυτά είχαν γίνει το προηγούμενο καλοκαίρι.

 «Μα τον Όντιν!...τί είναι αυτό μάστορα;» ρώτησε με δέος ο Άκι, δείχνοντας τον πυρίμαχο κουβά κοκκινισμένο από το καμίνι. 
Με το ζόρι κρατούσε το ασπροκίτρινο μέταλλο που κόχλαζε πλέον. Ασπροκίτρινο εκτός από το κέντρο του, όπου επέπλεε κατά κάποιον τρόπο, ένα μικρό τετράγωνο, πέντε επί πέντε δάχτυλα με κάτι σημάδια επάνω του, άγνωστα σημάδια. Σίγουρα δεν ήταν ρούνοι, ή αν ήταν, ήταν ρούνοι που κανένας δεν είχε ξαναδεί.

«Τη τσιμπίδα Νγιόρντι , γρήγορα...» είπε στον μικρό αδερφό του ο Σκούλντ και με μια επιδέξια κίνηση έπιασε το μικρό τετράγωνο και το απόθεσε στο αμόνι. Κάτι τέτοιο θαυμαστό, μήτε είχε δει κανένας τους ποτέ, μήτε είχε ακούσει. Το μεταλλικό παράξενο πράγμα άρχισε να κρυώνει σιγά σιγά και να παίρνει ένα σωρό χρώματα όσο κρύωνε. Τα σύμβολα παρέμεναν ανέπαφα. Το άφησε εκεί . Σε λίγη ώρα ήρθε η μεγάλη στιγμή της χύτευσης. 
Ο Άκι κι ο Μπγιόρν έπιασαν τον ποτά με τις λαβίδες και με προσοχή έχυσαν το λαμπερό περιεχόμενο στο μακρόστενο καλούπι στη γή. Τα πράγματα είχαν πάρει πια το γνώριμο δρόμο τους. Αφού κρύωνε τόσο ώστε να γίνει ροζ, θα το έσβηνε ο Σκούλντ μεσα στο ειδικό παρασκεύασμα από λίπος και αίμα αρκούδας, νερό που είχε φιλτραριστεί σε καθαρό κάρβουνο πολλές φορές και στο τέλος είχε προστεθεί με πολλή προσοχή λίγο, ελάχιστο κάρβουνο σε πολύ λεπτή πούδρα. Μετά σφυρηλάτηση, θέρμανση ξανά και τότε η προσθήκη στο κάθε κομμάτι μικρότερης και λεπτότερης ράβδου κατά μήκος και στο κέντρο, από μαλακό σκουρόχρωμο ατσάλι. Σφυρηλάτηση να ενωθεί με τη κυρίως ράβδο από αστρομέταλλο, χτύπημα με τη σφήνα στη μέση να χωρισθεί η ράβδος σε δύο ίσα κομμάτια, θέρμανση και σφυρηλάτηση να ενωθούν μεταξύ τους ξανά τα δυό σύνθετα τώρα κομμάτια (με το μαλακό μέταλλο να περικλείεται από το σκληρότερο. Αυτή η διαδικασία θα επαναλαμβανόταν δεκάδες φορές μέχρι να φτάσουν στην μορφοποίηση και σφυρηλάτηση του σπαθιού. Έτσι στην ουσία, η λεπίδα του σπαθιού θα αποτελούνταν από δεκάδες διαδοχικές στρώσεις αστρομέταλλου και μαλακού ατσαλιού, με την εξωτερική στρώση από το σκληρότερο μέταλλο (πάντα), γεγονός που θα χάριζε στο σπαθί αντοχή αλλά και ευκαμψία ασυναγώνιστη. Αυτή όλη η σκληρή δουλειά, απαίτησε ένα μήνα καθημερινής πολύωρης δουλειάς από όλους εκεί στο εργαστήρι. Το δώρο των θεών ήταν δύστροπο και σκληρό σαν τους ίδιους. 
Όλο αυτό το διάστημα, στην ανάπαυλα της δουλειάς ο Σκούλντ, κοίταζε σκεφτικός το παράξενο τετράγωνο που είχε βρεθεί στο κέντρο του βόλου. Κρύο, είχε αποκτήσει μια βαθιά μπλε ιριδίζουσα απόχρωση με λεπτές ακανόνιστες γραμμές στην επιφάνειά του που άλλαζαν με το φως θέση και σχήματα. Οι παράξενοι ρούνοι – σύμβολα παρέμεναν αναλλοίωτοι σε σχήμα, αλλά με χρώμα από αχνό ως βαθύ μπλέ. 
Το νέο είχε μαθευτεί σε όλο το χωριό και είχε ζητηθεί από τον Σκούλντ να το παρουσιάσει στη σύναξη, όπου θα ήταν και ο γέρο σαμάνος. Εκείνος είχε υποσχεθεί να το παρουσιάσει επίσημα, μαζί με το σπαθί, ας έκαναν λίγες μέρες υπομονή λοιπόν. Ένα πρωινό από τα πρώτα του Μαΐου, επιτέλους έφτασε η μέρα της τελικής σφυρηλάτησης της λάμας, μετά θα λειαίνονταν, θα ακονίζονταν στις ειδικές πέτρες και θα γυαλίζονταν. Κατόπιν θα περνούσαν το φυλακτήρα, τη λαβή και το τελείωμα. Η θήκη ήταν ήδη έτοιμη καμωμένη από δυο διαμορφωμένες ειδικά σανίδες από διαλεχτό μαύρο έλατο, ενωμένες γύρω γύρω με ταινία από μπρούτζο στερεωμένο με πείρους ήταν επενδεδυμένη με δέρμα μαύρης φάλαινας όπως κι ο αορτήρας της με την ασημένια και χρυσή αγκράφα. Ο Σκούλντ είχε αποφασίσει να ενσωματώσει το μαγικό τετράγωνο πλακάκι δυο παλάμες κάτω από τη λαβή. Αυτό θα πρόσθετε στο σπαθί κι άλλη μαγική δύναμη πίστευε. Θερμάνθηκαν πλακάκι και λάμα μέχρι να γίνουν και τα δυο αχνά ροζ και στη συνέχεια με έμπειρα χτυπήματα, όχι πολύ δυνατά, πλακάκι και λάμα έγιναν ένα σώμα. Χτυπήθηκε με τα ίδια ακριβώς σφυροκοπήματα και η υπόλοιπη λάμα, όλη, και μετά με τη τσιμπίδα πιάνοντας τη, ο Σκούλντ τη βύθισε αργά στη μακρόστενη ξύλινη λεκάνη με καθαρό νερό. Οι ατμοί από το τσιτσίρισμα του καυτού μετάλλου υψώθηκαν κατακόρυφα, καλό σημάδι, οι θεοί ήταν ευχαριστημένοι.

Πέντε μέρες μετά, ένα πολύ γλυκό δειλινό, ο Σκούλντ, φορώντας τα καλύτερα ρούχα του, καθαρός, κρατώντας σε ελαφοτόμαρο απαλό, προσεκτικά τυλιγμένο το μεγαλόπρεπο σπαθί, με αργά μεγαλόπρεπα βήματα, έχοντας στο πλάι του τον μικρό του αδερφό, τον Νγιόρντι και ακολουθούμενος από τους συντρόφους του, έκανε την είσοδό του στη μεγάλη αίθουσα, που ήταν και η κατοικία του Χάραλντ του άρχοντα του χωριού τους.

Ο Χάραλντ κάθονταν μαζί με την πανέμορφη Ίνγκριντ, τη σύντροφο του και μητέρα του λίγων μηνών Έρικ καθώς και με τα παιδιά της πρώτης του γυναίκας, της δεκατετράχρονης Ίνγκιλεϊφ, και του πεντάχρονου Μπρούν, στο υπερυψωμένο βάθρο του αρχηγού. Τη στιγμιαία λάμψη στα μπλε της μάτια την κατάλαβε μόνο ο Σκουλντ, όταν για λίγο τα βλέμματα τους αγκαλιάστηκαν. Πίσω αριστερά του στεκόταν ο γέρος σαμάνος. Όλο το χωριό ήταν εκεί και περίμενε. Με αργές μεγαλόπρεπες κινήσεις ο Σκούλντ ξετύλιξε το σπαθί και πιάνοντάς το από τη λαβή, το ύψωσε ώστε να το δουν όλοι. Επιφωνήματα θαυμασμού ακούστηκαν καθώς το αστραφτερό μέταλλο έμοιαζε να φωτίζει με ένα δικό του φως το χώρο. Στη συνέχεια ο Σκούλντ κατεβάζοντας το σπαθί, το έτεινε με τη λαβή στραμμένο προς τον Χάραλντ και το σαμάνο. Εκείνοι ένευσαν με θαυμασμό και σεβασμό προς τον τεχνίτη και πήραν το σπαθί. Ήταν ένα θαύμα της μεταλλουργίας. Με λεπίδα μήκους ενός μέτρου και δέκα εκατοστών, πλάτους εξίμιση κοντά στη λαβή. Η λαβή, μήκους εικοσιπέντε εκατοστών αποτελούνταν από δυο κομμάτια κόκκαλο θαλάσσιου ελέφαντα που αγκάλιαζαν το ατσάλι της, επενδεδυμένη με λωρίδες μαύρο δέρμα φάλαινας. Ο φυλακτήρας μπρούτζινος με ένθετη χρυσή διακόσμηση, ελαφρά καμπυλωτός, κατέληγε σε δυο χρυσές δρακοκεφαλές, τα μάτια των δράκων ήταν μικρά ρουμπίνια. Η βαριά ημικυκλική απόληξη της λαβής, ατσαλένια, με ένθετα ασημένια στοιχεία. Δέκα εκατοστά κάτω από τη λαβή, στη λάμα, υπήρχε ενσωματωμένο το μυστηριώδες τετράγωνο με τους παράξενους ρούνους, το οποίο έλαμπε στο φως των πυρσών με δεκάδες αποχρώσεις του μπλε και βιολετί. Η ίδια η λάμα ήταν από το γυαλισμένο σαν καθρέφτη αστρομέταλλο και μόνο στη κόψη έκανε κάτι ελικοειδή παιχνιδίσματα με τις αδιόρατες πιο σκούρες γραμμές του μαλακότερου ατσαλιού. Ένα λεπτό και ρηχό αυλάκι στο κέντρο έσβηνε πέντε εκατοστά πριν την σαν βελόνα μύτη. Οι κόψεις όμως, γιατί ήταν δίκοπο – αμφίστομο, ήταν σίγουρα από τη καρδιά του αστρομέταλλου. 
Το κοίταξαν με δέος και απορία κάμποσα λεπτά. Κατόπιν ο Χάραλντ, σηκώθηκε και με δυνατή φωνή, είπε: 


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

I
II
III
IV

V


Share on Google Plus

0 comments:

Για τον σκοπό της ύπαρξής μας ενημερωθείτε στην ομάδα μας, «ΜΕΣΑ - Μαζί Ενάντια Στην Αδικία», στο facebook

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.