Ego Sum Abbas sci fi διήγημα σε συνέχειες II



ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ


Την Ίνγκριντ, γυναίκα του Χάραλντ, του αρχηγού, την είχε πάρει ταίρι του δύο χρόνια πριν, μετά το χαμό της πρώτης του γυναίκας της Ίρκα στην επιδημία. Την Ίνγκριντ που στα εικοσιένα της χρόνια ακόμα και μετά τη γέννα ήταν τόσο όμορφη, όσο το πιο λαμπερό πετράδι. Την Ίνγκριντ που δε θα μπορούσε ποτέ να έχει φανερά.

Η έλξη ήταν αμοιβαία και είχαν σμίξει κάποιες φορές στα κρυφά μετά από κείνη τη πρώτη, τη κατακλυσμιαία θυελλώδη πρώτη βραδιά, στο εργαστήρι του ένα χρόνο πριν.

Έλιωνε στην αγκαλιά του και τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα κάθε φορά μετά που τέλειωναν και κούρνιαζε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αμίλητοι, με μόνους ήχους το τριζοβόλημα της φωτιάς στην εστία και τις ανάσες τους. Στο κόσμο του χωριού, όταν τύχαινε και συναντούσε ο ένας τον άλλο, ήταν ευγενικά τυπικοί. Να μην καταλάβει κανείς τη λάβα της καρδιάς τους. Η Ίνγκριντ, τιμούσε και σεβόταν τον Χάραλντ, το ίδιο κι ο Σκούλντ. Τον σεβόταν και τον θαύμαζε, ήταν καλός και άξιος άνθρωπος και αρχηγός. Δεν ήθελαν να τον ντροπιάσουν και να τον πληγώσουν, έτσι υπέφεραν το γλυκό μαρτύριο σιωπηλά, σβήνοντας τη λαχτάρα του ενός για τον άλλο από σμίξιμο σε σμίξιμο.

Ο πόθος τους ήταν αμοιβαίος και φούντωσε από την πρώτη στιγμή με το που αντίκρισε ο ένας τον άλλον, ένα σχεδόν ηλιόλουστο πρωί τέλος του Μάη, τότε που το ξένο ντρακάρ γλίστρησε μεγαλόπρεπα στα ακίνητα μολυβένια νερά του φιόρδ. Ήταν τότε που έφτασε η όμορφη Ίνγκριντ με το στολισμένο ντρακάρ από την πατρίδα της, τη μακρινή Εϋλέντα, το νησί των αιώνιων πάγων και της φωτιάς, στη μέση της βαθιάς άγριας θάλασσας. Πολιτικό και εμπορικό προξενιό ήταν περισσότερο, συμφωνία του Χάραλντ με τον πατέρα της Όλαφουρ Γιόνσον, που διαφέντευε τρία χωριά στο νησί του και είχε στο πρόσταγμα του οχτώ ντρακάρ με τα πληρώματα τους. Έτσι έγινε το προξενιό και κράτησαν μήνες οι διαπραγματεύσεις, ο Χάραλντ δεν είχε δει τη νέα του σύζυγο μέχρι την στιγμή της άφιξης της, αλλά μόλις πάτησε το πόδι της στο χωριό, έμεινε να χάσκει με τα μάτια του διάπλατα γουρλωμένα και το στόμα ορθάνοιχτο, ίδια αρκούδα που αντικρίζει τη μεγαλύτερη αφύλαχτη κυψέλη με μέλι στη ζωή της. Η εκθαμβωτική ομορφιά της μα κυρίως αυτά τα απίστευτα βαθιά γαλανά μάτια της που άλλαζαν αποχρώσεις ανάλογα με το φως καθήλωναν μέχρι και το χρόνο, έτσι ένιωθαν όσοι τα κοίταζαν ώρα. Το σμίξιμο τους μετά την τελετή και το γλέντι που ακολούθησε ήταν διστακτικό, προσεκτικό.

Η Ίνγκριντ, νέα κοπέλα θαύμαζε τον Χάραλντ αλλά ερωτευμένη μαζί του σίγουρα δεν ήταν. Ο έρωτας, ο πόθος παρουσιάστηκε στη μορφή του νεαρού σιδερά, τα βλέμματα τους απαντήθηκαν σε ένα πυρωμένο αγκάλιασμα, τα πρόσωπα κοκκίνισαν από πόθο, εκείνος ανήμπορα ακίνητος κι εκείνη αργά να βαδίζει στο πλάι του νέου συζύγου της του πολέμαρχου του χωριού, επίσης ανήμπορη να ανταποκριθεί.

Ο Σκούλντ από τη μέρα εκείνη προσπαθούσε σε κάθε ευκαιρία να τη δει, έστω κι από μακριά. Αρκετές φορές απαντήθηκαν οι δρόμοι και τα βλέμματα φούντωναν όλο και πιο πολύ το βουβό πόθο.

Η ευκαιρία δόθηκε λίγες εβδομάδες μετά, όταν ο Χάραλντ πήγε να δει τον βασιλιά Μπγιόρν στην Ουψάλα, στην ετήσια μεγάλη επίσκεψη όπου όλοι οι πολέμαρχοι, μικροί και μεγάλοι ανανέωναν την πίστη τους στον βασιλιά σε τελετή την οποία ακολουθούσε επικό γλέντι με φαγητό τραγούδι ποτό, πολύ ποτό, κάποιοι καυγάδες και φυσικά πολύ γαμήσι με τις όμορφες χορεύτριες, τις παλλακίδες και τις υπηρέτριες που σερβίριζαν τους υψηλούς καλεσμένους, σε όσους ήταν ικανοί να ανταπεξέλθουν βέβαια μετά την κραιπάλη. Το ταξίδι και η επίσκεψη του Χάραλντ θα κρατούσε σχεδόν ένα μήνα.

Το ίδιο απόγευμα της αναχώρησης του η Ίνγκριντ πήρε αδιάφορη το δρόμο δίπλα στην ακτή που οδηγούσε στην κατοικία-εργαστήρι του Σκούλντ έξω από το χωριό. Η πρόφαση ήταν πως ήθελε να κάνει και μια βόλτα να γνωρίσει το μέρος και με την ευκαιρία να περάσει από τον σιδερά για να της φτιάξει το αγαπημένο της ψαλίδι που είχε στραβώσει, αυτό είπε στην Χίλντε τη παραμάνα της που την ακολούθησε από το μέρος τους στη νέα της ζωή. Η Χίλντε, αν κατάλαβε κάτι, προτίμησε να μην το πει, αγαπούσε την Ίνγκριντ, ένιωθε τη λαχτάρα της καρδιάς της κι όσο κι αν φοβόταν γι’ αυτή θα της στεκόταν σιωπηλά βοηθός της.

Ο καιρός ήταν μουντός και τα σύννεφα ψηλά έτρεχαν σε ένα ξέφρενο κυνήγι μεταξύ τους. Στη γη αντίθετα ένα απαλό νοτιοδυτικό αεράκι που έμπαινε από το φιόρδ, ίσα που κούναγε τις κορφές των δέντρων. Οι άνθρωποι αποσταμένοι από τη κούραση της μέρας άρχισαν να μαζεύονται στα σπίτια στο χωριό. Είχε κάμποσες ώρες φως ακόμα μια που ήταν καλοκαίρι, αλλά ο αέρας μύριζε βροχή, ερχόταν μπόρα από τον ωκεανό.

Η Ίνγκριντ περπάτησε αδιάφορα αλλά με σταθερό βήμα, η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Προσπάθησε να μην έχει συναπαντήματα με τους χωρικούς και το κατάφερε. Κανείς δεν την πρόσεξε. Το εργαστήρι ήταν ορατό πια στο κέντρο του κολπίσκου, ένα χαμηλό μακρόστενο κτήριο με κορμούς και πέτρα όπου δέσποζε μια ψηλή καμινάδα πέτρινη η οποία συνεχώς κάπνιζε. Παραδίπλα ήταν ένα μικρότερο μα πιο ψηλό κτήριο κι αυτό φτιαγμένο με κορμούς, η κατοικία του σιδερά και του μικρότερου αδερφού του. Της είχε κοπεί η ανάσα από την αποκοτιά της κι αν ο σιδεράς δεν την ήθελε; Αν είχε γελαστεί; Αλλά όχι, δεν μπορεί, το είδε το βλέμμα του από την πρώτη στιγμή, ένιωσε το πόθο που έβαψε και τα δικά του μάγουλα κόκκινα. Την ήθελε όσο κι εκείνη αυτόν. Με τις σκέψεις αυτές είχε φτάσει έξω σχεδόν από το εργαστήρι, άκουσε ξαφνικά τα βήματα της στα βότσαλα της παραλίας. Τα άκουσε κι ο Σκούλντ που εμφανίστηκε στη πόρτα να προϋπαντήσει τον ξαφνικό επισκέπτη του ή πελάτη. Μαρμάρωσε στη θωριά της σαστισμένος, το ίδιο κι αυτή. Δεν μίλησαν τα στόματα, μόνο τα μάτια. Ούτε που κατάλαβαν πότε και πως τα σώματα αγκαλιάστηκαν και τα στόματα ενώθηκαν. Όλα, ήταν αυτό το φιλί, δεν υπήρχε τίποτα και κανείς πέρα από αυτό. Τραβήχτηκε πρώτη, σα να έβγαινε από λήθαργο, ήταν επικίνδυνο αυτό που έκαναν, ένα μάτι να τους έβλεπε μόνο. Ο Σκούλντ κατάλαβε, το βλέμμα του σάρωσε το χώρο γύρω, ήταν απομονωμένο το μέρος αλλά ποτέ δεν ξέρεις.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

I
V

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.